20. ΝΑ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΛΠΙΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ…

Σε λίγες μέρες, οι νεογέννητοι θα έφταναν στο Φορκς. Αλλά, οι μέρες έγιναν ώρες. Η μικρή Άλις μας είχε ειδοποιήσει σήμερα ότι οι βρικόλακες θα έφταναν στο Φορκς αύριο, στο λιβάδι όπου μας «εκπαίδευσαν». Δεν το πίστευα ότι υπήρχε τόσος λίγος χρόνος. Τόσος λίγος χρόνος, να ξοδέψω το απόθεμά μου από κείνη…

Η Μπέλλα κοιμόταν ακόμα όταν ξύπνησα. Την φίλησα στο μέτωπο και, με ανάλαφρες δρασκελιές, κατάφερα να φτάσω ως την πόρτα αθόρυβα. Αλλά, προφανώς εκείνη είχε ξυπνήσει και με είδε.

«Τζέικ;» άκουσα τη φωνή της πίσω μου. «Που πας;»

Κοκάλωσα. Δεν ήθελα να μείνω περισσότερο, να πονάω κάθε λεπτό που κοίταζα τα μάτια της, που ήξερα ότι δεν μπορώ να την έχω. Το ήξερα κι εκείνη ότι με πλήγωνε και προσπαθούσε να κάνει την ''διαδικασία'' πιο ανώδυνη για μένα. Την αγαπούσα, αυτό δεν μπορούσα να το αρνηθώ. Αλλά, τι θα μπορούσα να κάνω;

Πλησίασα στον καναπέ και γονάτισα δίπλα της. Τα μάτια της με κοιτούσαν με αγάπη- φιλική αγάπη- και ένιωθα ότι με ήθελε κοντά της.

«Συγνώμη.» ψιθύρισα, με το βλέμμα μου χαμηλωμένο «Συγνώμη που είμαι τόσοκόπανος. Συγνώμη που δεν καταλαβαίνω πόσο τον αγαπάς. Αλλά-»

«Τζέικ» είπε, διακόπτοντάς με «Δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι εγώ φταίω για όλα. Πληγώνω εσένα, εκείνον, βάζω τη ζωή σας σε κίνδυνο, τις οικογένειές σας και ποιο το νόημα; Είμαι απλά μια αδύναμη, που κρύβεται πίσω από δυνατούς. Βαρέθηκα να είμαι το πιόνι σε αυτή την παρτίδα, Τζέικ. Θέλω να γίνω η βασίλισσα.»

«Ναι, αλλά ποιο το νόημα αν πεθάνεις; Ποιο το νόημα της διεστραμμένης ιστορίας αγάπης σου, Μπέλλα; Σκέψου το. Αν πεθάνεις, αυτό θα με σκοτώσει. Θα είμαι ένα βήμα πριν το θάνατο. »Ποιο το νόημα λοιπόν, να σ'αγαπήσω, αφού θα πονάω τόσο πολύ; Ποιο το νόημά σου να αγαπήσεις εκείνον; Δεν το βλέπεις; Από τότε που τον γνώρισες, όλα πάνε στραβά. Μεταμορφώθηκαν ένα σωρό λύκοι στο Λα Πους, πέθαναν άνθρωποι στο Σιάτλ, η κοκκινομάλλα βδέλλα σκότωσε τόσους πεζοπόρους.

»Αν ήσουν μαζί μου, δεν θα χρειαζόσουν τίποτα από όλα αυτά. Θα σε προστάτευα, με κίνδυνο της ζωής μου. Δεν θα χρειαζόταν να αλλάξεις για μένα. Θα σε δεχόμουν, όπως ακριβώς ήσουν, γιατί έτσι έμαθα να σε αγαπάω.» Γέλασα λίγο, καθώς σκεπτόμουν τους λόγους που αγαπούσα την Μπέλλα.

«Θα σε αγαπούσα, παρόλο που είσαι αδέξια και κοκκινίζεις συνέχεια. Αν αυτή η καρδιά σταματήσει να χτυπάει,» είπα και άγγιξα τα χέρια της, τοποθετώντας τα στη καρδιά της, «θα χάνονταν όλα. Τα ροζ μάγουλα, το χτυποκάρδι, τα αδέξια πόδια και όλα αυτά που σε κάνουν ξεχωριστή. Κι εγώ, όταν θα σταματούσες να υπήρχες, θα σταματούσα να υπάρχω. Γιατί, ένας κόσμος χωρίς εσένα δεν θα ήταν υποφερτός.»

Χαμήλωσα τα μάτια μου, γεμάτος ντροπή, καθώς της αποκάλυπτα τα αισθήματά μου. Μια αδύναμη, αλλά ζεστή αγκαλιά με αγκάλιασε. Την αγκάλιασα κι εγώ. Και τότε ήρθαν τα πρώτα δάκρυα.

«Δεν είχα καταλάβει ότι νιώθεις έτσι.» είπε μέσα στα αναφιλητά της. «Εγώ θα συνεχίσω να σ'αγαπώ, ότι και να γίνει μεταξύ μας.» συνέχισε, προκαλώντας μου κι άλλο πόνο.

Χωριστήκαμε γρήγορα και εγώ, έφυγα. Μου κράτησε το χέρι και με έφερε κοντά της. Με φίλησε στο μάγουλο και, μετά, ακουμπώντας το μάγουλό μου, είπε: «Πάντα θα είσαι ο δικός μου Τζέικομπ.»

«Κι εσύ. Πάντα θα είσαι η Μπέλλα μου.» απάντησα. «Απλώς, λιγότερο εύθραυστη.»

Έφυγα γρήγορα, πριν καταλάβει τον πόνο μου. Αυτά μπορεί να ήταν τα τελευταία λεπτά που διακαιόμουν, κι εγώ τα πετούσα στα σκουπίδια. Μόλις μπήκα στο δάσος, μεταμορφώθηκα και άρχισα να τρέχω, ώσπου βρέθηκα δίπλα στα αδέρφια μου.

Καλημέρα,Τζέικομπ. Οχτώ φωνές- πλην της Λία, που ξίνισε τα μούτρα της όταν με είδε- με καλημέρισαν. Ο Σαμ άρχισε να με πληροφορεί για τα τελευταία γεγονότα.

Θα πάμε στα βουνά, να κυνηγήσουμε. Πρέπει να ήμαστε δυνατοί στην μάχη. Επίσης, εσύ κι ο Σεθ αύριο δεν θα προλαβαίνετε να κυνηγήσετε.

Εγώ;Κι ο Σεθ;Τι πράγμα;Δεν είχα καταλάβει. Γιατί εγώ κι ο Σεθ δεν μπορούσαμε να κυνηγήσουμε;

Γιατί θα βρισκόμαστε στο βουνό,μαζί με τον Έντουαρντ και την Μπέλλα,συνέχισε τη φράση του Σαμ ο Σεθ.

Όλοι τον κοιτάξαμε παραξενεμένα. Τι;Ο Έντουαρντ μου το είπε.

Και από πότε έχεις παρτίδες με τις βδέλλες,μικρέ; ρώτησε η Λία. Το μυαλό της ποτέ δεν ήταν καλοπροαίρετο.

Τι να κάνουμε;Κάποιοι λύκοι είναι συμπαθητικοί,Λία. Πέταξα την φαρμακερή μου σκέψη προς εκείνη, με την ελπίδα να την κάνω να τσαντιστεί. Γιατί η Λία δεν συμπαθούσε την Μπέλλα. ήξερε ότι θα πεθάνει για αυτό, κάθε φορά που κάναμε βάρδια μαζί, σκεφτόταν αυτό το θλιβερό γεγονός και με έκανε τόσο τούρμπο, που ήθελα να της ξεσκίσω τον λαιμό.

Αουτς! Αυτό πόνεσε! Κρίμα, Τζέικομπ, πολύ κρίμα. Το χιούμορ σου δεν θα βελτιωθεί ποτέ.

Τουλάχιστον, εγώ έχω χιούμορ.

Σταματήστεπια! Κάποιος που δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα φώναζε, έβγαλε μια τόσο δυνατή κραυγή από μέσα του, που με τρόμαξε.

Ο μικρούλης Σεθ είχε αγριέψει τόσο πολύ με όλους, που οι τρίχες της γούνας του ήταν ορθωμένες.

Σταματήστε πια! Βαρέθηκα να σας ακούω να μαλώνετε! Νομίζετε ότι εγώ δεν έχω προβλήματα;

Ωχου, μην πετάγεσαι στη μέση, Σεθ! Προσπαθώ να κάνω έναν αξιοπρεπή καυγά εδώ πέρα!

Σκάσε,Λία!Εννιά φωνές της είπαν να σκάσει. Χα, επιτέλους, λίγη δικαιοσύνη!

Εντάξει,σκάω!Απομακρύνθηκε, με το μουτρωμένο λυκίσιο πρόσωπό της να με κοιτάζει βλοσυρά. Την αγνόησα επιδεικτικά και ακολούθησα τους άλλους στο κυνήγι…

Το μεσημέρι επέστρεψα σπίτι με τον Έμπρι. Ήλπιζα η Ρεμπέκα να είχε μαγειρέψει κάτι νόστιμο γιατί τα ελάφια που έφαγα δεν με χόρτασαν αρκετά. Γελούσαμε καθώς μπήκαμε σπίτι. Συζητούσαμε για τον στρατό που θα εξολοθρεύαμε. Αλλά το γέλιο μού κόπηκε μαχαίρι, όταν ο Έμπρι πήγε να αγκαλιάσει την Ρεμπέκα. Εκείνη, με κοίταξε γεμάτη συμπόνια και απομακρύνθηκε από τον Έμπρι, για να με παρηγορήσει.

«Λυπάμαι. Δεν αλλάζει γνώμη, ε;»

«Όχι.» απάντησα τελικά.

Εκείνη τη στιγμή, ο Σεθ, ήρθε τρέχοντας για να μου δώσει κάτι. Ένα γράμμα από τον Έντουαρντ:

Πρέπει να συναντηθούμε. Απόψε. Είναι επείγον. Αφορά την μάχη. Πες στον Σαμ ότι σας χρειαζόμαστε.

Φιλικά, Έντουαρντ Κάλεν.

«Ευχαριστώ, Σεθ.» είπα. «Έμπρι, ξεκόλλα από την Ρέμπ. Πρέπει να φύγουμε.»

«Ορίστε;» ρώτησαν και οι δυο μαζί. «Ακόμα δεν ήρθαμε και θα φύγουμε;»

«Πρέπει. Πρέπει να συναντηθούμε με την αγέλη. Τώρα. Θα επιστρέψουμε γρήγορα.» είπα ξεφυσώντας. Τους βαρέθηκα πια τους ερωτευμένους. Γιατί δεν έκαναν σαν κανονικοί άνθρωποι;

Τρέξαμε στο δάσος και συναντήσαμε τον Σαμ, που ήδη ήξερε τα νέα. Τον πλησίασα αργά και αναρωτιόμουν τι θα γινόταν στο σπίτι των Κάλεν απόψε…