21.ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΑΛΕΨΩ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΜΕ ΜΙΑ ΕΚΛΕΙΨΗ…
Το συμβούλιο ήταν σκέτη αποτυχία. Ο Σαμ έλεγε τόσες ασυναρτησίες, που πήρα τον Έμπρι και φύγαμε από το πρώτο λεπτό. Εκείνος- ο Σαμ- ήθελε να μείνω πίσω και να προστατέψω την Μπέλλα-και τον Έντουαρντ, ενίοτε. Φυσικά και δεν δέχτηκα. Δεν ήθελα να ήμουν δίπλα της και να την βλέπω να σαλιαρίζει με το βαμπίρ της. Αστραπιαία, μια σκέψη μπήκε στο μυαλό μου και με έκανε να γελάσω: Μπορεί να έκανα και κανένα μεγαλειώδη εμετό πάνω του! Αυτό θα είχε πολύ φάση! Για αυτό και μόνο άξιζε να την προστατέψω.Αν και, για να λέμε την αλήθεια, δεν θα μπορούσα να το αντέξω. Αποκλείεται να τα έβγαζα πέρα, δίπλα της. Η καρδιά μου θα χτυπούσε τόσο δυνατά, που θα χρειαζόταν να κάνω μεταμόσχευση, για να σταματήσει να με ενοχλεί το ενοχλητικό τικ τοκ της, κάθε φορά που έβλεπα εκείνη.Μπήκα στο σπίτι μαζί με τον Έμπρι και κοκάλωσα- πραγματικά κοκάλωσα, σαν να είχα κλειστεί μέσα σε ένα κομμάτι πάγου- όταν είδα εκείνη. Μου χαμογέλασε και ο θυμός μου εξατμίστηκε αστραπιαία.
«Μπέλλα!» αναφώνησα και βούλιαξα στον καναπέ δίπλα της.
«Γεια σου, Τζέικομπ.» μου απάντησε. «Τι κάνεις;»
«Τώρα που είσαι εδώ, είμαι μια χαρά.»Την αγκάλιασα σφιχτά και έκρυψα το πρόσωπό μου στον ώμο της. Όταν χωριστήκαμε, παρατήρησα ότι ήμασταν μόνοι. Μάλλον σκέφτηκαν ότι θα χρειαζόμασταν λίγο χρόνο μόνοι μας.
Την κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα ότι ήθελε να μου πει κάτι άκρως σημαντικό.
Με κοίταξε κι εκείνη και μετά χαμήλωσε το βλέμμα.
«Λοιπόν…» άρχισε. «Κοίτα, Τζέικομπ, δεν θέλω να πολεμήσεις. Δεν θέλω να πάθεις κάτι κακό, για μένα. Δεν θα σε αφήσω να σκοτωθείς! Όχι για μένα! Όχι έτσι! Δεν θα επιτρέψω-»
«Μισό λεπτό» διέκοψα «Πρώτον, δεν χρειάζομαι άδεια. Είμαι μεγάλο παιδί, ξέρω τι κάνω. Και δεύτερον, τι νόμιζες, δεσποινίς βρικόλακα; Ότι θα κάνω κάμπινγκ μαζί με σένα και 'κείνον; Ή το ότι δεν θα με πείραζε να σας βλέπω να σαλιαρίζετε μπροστά στα μούτρα μου;»
Με κοίταξε για ένα λεπτό, ξαφνιασμένη. Μετά, ξέσπασε σε γέλια.
«Ω, μα είσαι τόσο αστείος, Τζέικ!» είπε, ανάμεσα στα χαχανητά της.
«Τι είπα;» φώναξα, για να με ακούσει. Σταμάτησε να γελάει και με κοίταξε, χαμογελώντας.
«Πρώτον, άδεια χρειάζεσαι. Υποτίθεται είμαι μεγαλύτερή σου και ξέρω το καλό σου.»
«Υποτίθεται.» μουρμούρισα ειρωνικά. Σήκωσε το ένα της φρύδι, κοιτώντας με.
«Ναι, και δεύτερον;» είπα.
«Δεύτερον, δεν θα είσαι εσύ το μικρό τέρας μαζί μας, μικρέ ανώριμε. Αλλά ο Σεθ.»
Αυτός που γελούσε τώρα ήμουν εγώ.
«Χα, καλό. Λες κι ο Σεθ θα αντάλλαζε τη δόξα με το να κάνει την μπέιμπι σίτερ.»
«Εσύ θα το έκανες; Για μένα;»
Το σκέφτηκα για μια στιγμή. Τι θα έκανα, αλήθεια;
«Ναι. Θα έμενα πίσω. Αλλά-» σταμάτησα.
«Συνέχισε. Στο ορκίζομαι, δεν θα με πειράξει ότι κι αν πεις.»
Πήρα μια βαθιά ανάσα, πριν συνεχίσω.
«Αλλά αν ήμουν ο μόνος που θα σε προστάτευε. Αν η ζωή σου εξαρτιόταν από εμένα. Αν με αγαπούσες-»
«Μα σ'αγαπάω!» με διέκοψε.
«Αγάπη το λες εσύ αυτό; Πληγώνουμε ο ένας τον άλλον. Τι ωραία αγάπη!»
Είχα σηκωθεί και την κοιτούσα με ένταση. Βέβαια, δεν έφταιγε εκείνη. Έπρεπε να θυμίζω διαρκώς στον εαυτό μου ότι ο μόνος φταίχτης ήταν η βδέλλα της…
Ξημέρωσε. Η μέρα διαγραφόταν αιματική. Σκεφτόμουν όλη τη νύχτα κομμένα πόδια, χέρια, κεφάλια, σπασίματα σωμάτων…
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Μόλις έκλεινε το βλέφαρο, σκεφτόμουν εκείνη. Έτσι, έμεινα ξύπνιος, για να μην σκέφτομαι.
Ο Κουίλ ήταν κάτω απ'το παράθυρό μου με το ξημέρωμα.
«Τζέικ, έλα! Η μάχη θα αρχίσει σε λίγο!»
Ντύθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, μηχανικά, φορώντας ότι βρήκα μπροστά μου.
Πήδηξα απ'το παράθυρο και προσγειώθηκα απαλά στο δροσερό χορτάρι.
Φτάνοντας στο ξέφωτο συνάντησης, μεταμορφωθήκαμε. Οι υπόλοιποι ήταν ήδη εκεί, με την λυκίσια μορφή τους.
Καλημέρα! μας καλημέρισαν ο Σεθ, ο Έμπρι και οι υπόλοιποι.
Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα! Αναφώνησε ο Σεθ και με σκούντηξε απαλά στον ώμο.
Μην ενθουσιάζεσαι, μικρέ! Εσύ θα είσαι με την Μπέλλα και τον Έντουαρντ στο βουνό! Διέταξε ο Σαμ.
Και ο Τζέικ;
Εγώ έχω άλλη δουλειά. Απάντησα. Θα μεταφέρω την Μπέλλα, έως ότου η μυρωδιά της καλυφθεί από την δική μου.
Η ματιά του Σεθ έπεσαν στο χώμα, λυπημένα.
Κατάλαβα. Εγώ θα κάνω το "τηλέφωνο".
Τον σκούντηξα χαϊδευτικά στον ώμο, προσπαθώντας να τον παρηγορήσω.
Δεν πειράζει. Πάντα υπάρχει η επόμενη φορά.
Και του έκλεισα το μάτι συνομοτικά.
Έφτασα στο ξέφωτο όπου θα παρελάμβανα την Μπέλλα. Είχα μάθει ήδη ότι ο Έντουαρντ δεν θα πολεμούσε.
«Τι έγινε; Έπαθες κανένα τράβηγμα;» είπα, καθώς πλησίαζα.
«Πολύ αστείο, Τζέικομπ.» απάντησε και με σκούντηξε παιχνιδιάρικα στον ώμο.
«Που θα την πάω;»
«Θα την πας βορειοανατολικά. Κάπου εκεί θα μυρίσεις την μυρωδιά του Έντουαρντ.» μου απάντησε ο ξανθός, ο Τζάσπερ.
«Ωραία. Θα τα πούμε εκεί.»
Πήρα την Μπέλλα στην αγκαλιά μου και άρχισα να τρέχω.
Όταν φτάσαμε στο ξέφωτο, την άφησα απαλά στο έδαφος.
«Ευχαριστούμε, Τζέικομπ.» είπε ο Έντουαρντ. Πήρε το χέρι της και την οδήγησε στη σκηνή.
«Έντουαρντ, σε παρακαλώ.» είπε και τράβηξε το χέρι της απ'το δικό του. «Μας αφήνεις για λίγο μόνους;»
Δεν ξέρω τι θέλει. Μήπως ξέρεις εσύ; Ρώτησα, μέσα στο κεφάλι μου. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας ήταν στάνταρ για μας πια.
Κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Μετά κοίταξε την Μπέλλα.
«Εντάξει. Θα απομακρυνθώ λίγο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα είστε ανεξέλεγκτοι. Θυμάμαι τι έγινε την προηγούμενη φορά.»
Καθώς απομακρυνόταν, μου ψιθύρισε: Πρόσεχε.
Περπατήσαμε, ώσπου απομακρυνθήκαμε λίγο από την σκηνή.
«Λοιπόν; Τι θέλεις να μου πεις;» ρώτησα αργά.
Με αγκάλιασε με ένταση, σφιχτά και ψιθύρισε στο αυτί μου.
«Μην φύγεις. Σε ικετεύω. Μείνε ζωντανός για μένα. Για χάρη μου. Θα κάνω οτιδήποτε για να σε κρατήσω ζωντανό.»
Ύστερα, πλησίασε το πρόσωπό της κοντά στο δικό μου. Κι όσο πιο πολύ πλησίαζε, τόσο περισσότερο το ήθελα. Αλλά, μέσα μου ήξερα ότι έκανε λάθος.
Στο τέλος, λύγισα. Δεν τα κατάφερα με την αντίσταση. Την φίλησα με τόση ορμή, που εξέπληξα κι εμένα, τον ίδιο. Η ανταπόκριση, τόσο γλυκιά όσο η εκδίκηση, με έκανε να μην θέλω να φύγω από κοντά της. Τα χέρια της, τυλίχτηκαν γύρω απ'τον λαιμό μου. Τα δικά μου χέρια ήταν κολλημένα γύρω από την μέση της.
Τα χείλη μου απομακρύνθηκαν απο τα χείλη της και φίλησα τον λαιμό της. Τραβήχτηκα απότομα, ντροπιασμένος. Την κράτησα κοντά μου, προσπαθώντας να εκμεταλλευτώ τα δευτερόλεπτα που περίσσευαν.
«Σε έπεισα τώρα;» ψιθύρισε.
«Περίπου.» απάντησα.
«Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα. Μείνε για μένα.»
«Δεν μπορώ. Ακόμα και μετά από αυτό, δεν μπορώ. Αλλά αν, λέω τώρα αν, ήσουν δική μου, με όλη τη σημασία της λέξης, τότε μπορεί. Θα τα παρατούσα όλα, αρκεί να ήμουν μαζί σου και να με άφηνες να σ'αγαπώ.»
Απομακρύνθηκα από την αγκαλιά της, αλλά γρήγορα το μετάνιωσα.
Έτρεξε πίσω μου και δεν μπόρεσα να την αγνοήσω.
Την αγκάλιασα σφιχτά και της ψιθύρισα την απάντηση που ήθελε.
«Θα φύγω. Αλλά θα επιστρέψω. Το υπόσχομαι.» Μετά την κοίταξα στα μάτια και την φίλησα απαλά για τελευταία φορά.
«Σ'αγαπώ, να το θυμάσαι. Για πάντα.»
Έτρεξα όσο πιο γρήγορα στα δέντρα για να μεταμορφωθώ.
Η μάχη είχε ανάψει για τα καλά όταν έφτασα. Ευτυχώς κανείς δικός μας δεν είχε πληγωθεί. Με την μανία να την σώσω, έσκιζα και κομμάτιαζα τους νεογέννητους που ήθελαν το αίμα της. Δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο. Μόνο την εκδίκηση.
Η Μπέλλα ήταν ασφαλής. Ο Έντουαρντ ήταν διατεθειμένος να δώσει και την ζωή του για να την σώσει.
Ένας νεογέννητος είχε κρυφτεί. Δεν τον είχαμε δει. Η Λία, όρμησε.
Λία, όχι! Φώναξα μέσα στο κεφάλι μου. Ανόητη. Πεισματάρα.
Έτρεξα ανάμεσα σε εκείνη και τον νεογέννητο, πριν μπω στη θανάσιμη αγκαλιά του.
Καθώς με αγκάλιασε, τα κόκαλά μου υποχώρησαν από την υπερβολική δύναμη του νεογέννητου.
Το σώμα μου πονούσε. Τα κόκαλά μου είχαν σπάσει. Το ένιωθα. Ένας οξύς πόνος διαπερνούσε όλη τη δεξιά μεριά μου, εκεί που με έχει σφίξει ο νεογέννητος.
«Τζέικομπ! Ηλίθιε, γιατί μπήκες στη μέση; Τον είχα!» φώναξε η Λία.
«Για να σε σώσω, ανόητη!» απάντησα, αγριοκοιτάζοντας την.
Τα αδέρφια μου με σήκωσαν στα χέρια και με μετέφεραν στο σπίτι. Έκλεισα τα μάτια και παραδόθηκα στον πόνο.
Τα αδέρφια μου με σήκωσαν στα χέρια τους και με μετέφεραν στο σπίτι. Ο Έμπρι μαζί με την Ρεμπέκα ήταν δίπλα μου, κρατώντας μο το χέρι- αυτό που δεν πονούσε.
«Άξιζε τον κόπο, Έμπρι.» ψιθύρισα.
«Την έσωσα. Την κράτησα στην αγκαλιά μου. Της είπα ότι την αγαπώ. Με φίλησε. Όλα αυτά αξίζουν ότι περνάω αυτή τη στιγμή.»
Μου ανακάτωσε τα μαλλιά και χαμογέλασε.
«Το χιούμορ δεν σε εγκαταλείπει ούτε στις δύσκολες στιγμές, ε;»
Χαμογέλασα κι εγώ. «Ποτέ! Ο τολμών νικά, δεν το'ξερες;»
Φτάσαμε στο σπίτι και με έβαλαν προσεχτικά στο κρεβάτι μου.
Τότε, μπήκε στο δωμάτιο ο δόκτωρ Κάλεν. Κάθισε δίπλα μου και περιεργάστηκε τα τραύματά μου.
«Θα γίνεις καλά, Τζέικομπ. Απλώς πρέπει να ξανασπάσω τα κόκαλά σου.»
«Ορίστε;» τραύλισα.
«Τα κόκαλα σου έχουν κολλήσει στραβά. Πρέπει να τα ξανασπάσω, για να κολλήσουν σωστά μόνα τους.»
«Εν-τάξει.» απάντησα.
Έκλεισα τα μάτια μου, καθώς ο βρικόλακας έσπαζε τα οστά μου ένα προς ένα. Τότε ήρθε το πρώτο ουρλιαχτό…
Καθώς κοιμόμουν, άκουσα μια φωνή που ήθελα τόσο πολύ να ακούσω. Η Μπέλλα, η Μπέλλα μου, ήταν εδώ. Για μένα.
Μπήκε με αργά βήματα στο δωμάτιο και γονάτισε δίπλα μου.
«Συγνώμη.» ψιθύρισε.
«Μην είσαι χαζή. Δεν φταις εσύ. Εκείνος ο σιχαμένος αιμορουφήχτρας φταίει.»
Χάιδεψε τα μαλλιά μου, χαμογελώντας.
«Δεν έπρεπε να γίνει αυτό, το ξέρεις έτσι;»
«Ναι.» απάντησε. «Απλώς ήθελα να σε κάνω να μείνεις.»
«Αλλά δεν θα αλλάξεις γνώμη, ε;»
Με κοίταξε μελαγχολικά.
«Παντρευόμαστε, Τζέικ.»
Εντάξει. Κατά βάθος ήξερα ότι αυτό θα συνέβαινε, κάποτε. Εκείνη θα γινόταν μια βρικολακίνα και θα παντρευόταν έναν βρικόλακα. Το σκέφτηκα για μια στιγμή. Ήθελα να είναι ευτυχισμένη. Ήθελα όμως να είναι ευτυχισμένη μαζί μου.
Στάσου, Τζέικ! Αυτό είναι εγωιστικό! Ας είναι ευτυχισμένη με αυτόν, αφού αυτό θέλει.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε.
«Το πόσο εγωιστής είμαι. Το ότι θέλω εσένα, αλλά εσύ δεν νιώθεις το ίδιο. Το ότι θέλω να είσαι ευτυχισμένη, αλλά μόνο μαζί μου. Τις δυνατότητες που σου στερεί, ενώ εγώ μπορώ να στις προσφέρω. Να, αυτά τα ολίγα σκέφτομαι.»
«Δεν υπάρχει συναγωνισμός, αγαπημένε μου Τζέικομπ.»
«Α γεια σου! Δεν υπάρχει συναγωνισμός! Ο τύπος είναι ασυναγώνιστος. Τον αγαπάς και σ'αγαπάει. Αυτό δε μπορώ να καταλάβω. Μπορώ να παλέψω με τα σύννεφα, αλλά όχι με μια έκλειψη.»
«Δεν χρειάζεται να παλέψεις για τίποτα, Τζέικομπ. Σ'αγαπάω. Είσαι ακόμα ο καλύτερός μου φίλος και αυτό δεν αλλάζει.»
Προσπαθώντας να μην με πονέσει, με αγκάλιασε και με φίλησε στο μάγουλο.
«Πάντα θα είμαι φίλη σου. Η ανεύθυνη Μπέλλα μαζί σου. Εκτός κι όταν αλλάξω δεν θα με θες, γιατί θα βρομάω.»
Γέλασα σε αυτή τη σκέψη. «Ποτέ δεν θα γίνει αυτό.»
Την αγκάλιασα σφιχτά και συνέχισα το όνειρό μου: Να την κρατάω στην αγκαλιά μου, χωρίς να πονάω…
