22.ΚΑΘΩΣ ΕΤΡΕΧΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ…

Το τρέξιμο με εκτόνωνε. Μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου έτσι. Η σκέψη μου, όμως, παραστρατούσε. Τα μάτια της, το πρόσωπό της ήταν χαραγμένα στο μυαλό μου, δεν μπορούσα να ξεχάσω την αίσθηση των χειλιών της πάνω στα δικά μου. Θυμήθηκα τον χτύπο της καρδιάς μου, καθώς την φιλούσα. Γιατί δεν μπορούσε ο πόνος να σταματήσει;

Σταμάτησα και κοίταξα γύρω μου. Είχα φύγει πια από της Ουάσιγκτον, προφανώς. Μια ταμπέλα δίπλα μου με πληροφόρησε ότι βρισκόμουν στον Καναδά. Δεν έκανε κρύο, αλλά εγώ αναρίγησα στην σκέψη του πόσο μακριά της βρισκόμουν.

Τζέικ; Τζέικ, που είσαι; Ο Μπίλι ανησυχεί. Γύρνα πίσω.

Καθώς οι σκέψεις του Έμπρι έμπαιναν στο νοητικό μου πεδίο, προσπάθησα να μην σκεφτώ την αντίδρασή της όταν θα μάθαινε ότι είχα φύγει.

Δεν με νοιάζει, απάντησα. Θέλω να μείνω μόνος μου.

Που βρίσκεσαι; Ο Σαμ είναι έξαλλος. Πρέπει να επιστρέψεις τώρα!

Όχι! Θέλω να μείνω μόνος μου, Έμπρι. Πες στον Μπίλι και την Ρέμπ ότι είμαι καλά. Θα γυρίσω σύντομα… αν ηρεμήσω.

Μεταμορφώθηκα ξανά. Μόνο τότε πρόσεξα ότι βρισκόμουν μέσα σε ένα δάσος.

Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μου συνέβαινε. Γιατί, αναρωτιόμουν, γιατί δεν μπορούσε να είναι μαζί μου; Την αγαπούσα περισσότερο κι από την ίδια μου τη ζωή, αλλά εκείνη, προφανώς, δεν ενδιαφερόταν για το πώς νιώθω εγώ. Μακάρι να εξαφανιζόμουν. Δεν θα γυρνούσα πίσω, μέχρι να την μεταμόρφωνε, μέχρι τα αισθήματά μου να νέκρωναν.

Δεν με ένοιαζε. Δεν θα επέστρεφα.

Εντάξει, θα επέστρεφα κάποτε. Εάν και όποτε έφευγαν εκείνοι από την πόλη.

Θα ήθελα όμως να την δω για μια τελευταία φορά. Μακάρι αν μπορούσα, αλλά δεν είχα το κουράγιο να την δω. Με άσπρο φόρεμα, με μια βέρα στο δεξί της χέρι. Θα θύμωνα ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα το έβαζα στα πόδια.

Το υπέροχο πρόσωπό της τρύπωσε στο πρόσωπό μου, τα ζεστά της μάτια με κοίταζαν κατάματα. Θα επέστρεφα αμέσως. Μεταμορφώθηκα και άρχισα να τρέχω ξανά.

Το βράδυ είχα φτάσει στο σπίτι. Έμεινα απ'έξω για να μεταμορφωθώ και μπήκα μέσα.

Ο Μπίλι βρισκόταν στο παράθυρο, προσπαθώντας με δει να έρχομαι. Η Ρεμπέκα έκλαιγε βουβά στην αγκαλιά του Έμπρι, ο οποίος της χάιδευε την πλάτη, προσπαθώντας να την παρηγορήσει.

Μόλις μπήκα, τρία ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω μου. Η Ρεμπέκα και ο Μπίλυ με κοίταξαν θυμωμένα. Μόνο ο Έμπρι δεν ήταν θυμωμένος. Η έκφρασή του άλλαξε μόλις με είδε. Μου χαμογέλασε αμυδρά. Δεν μπορούσα να μην του το ανταποδώσω.

«Γεια.» είπα, καθώς έμπαινα μέσα. Πήγα στο δωμάτιό μου, χωρίς να κοιτάξω πίσω μου. Δεν είχα καμία όρεξη να μαλώσω με κανέναν.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου, κοιτάζοντας το ταβάνι. Η ημερομηνία του γάμου της πλησίαζε. Εκείνη θα παντρευόταν, κι εγώ δεν θα έκανα τίποτα. Αλλά όχι, δεν θα του έκανα την χάρη. Εντάξει, μπορεί να μην του χαλούσα τον γάμο, αλλά θα ήθελα να την δω για μια τελευταία φορά. Φόρεσα γρήγορα το άσπρο μου πουκάμισο, βρήκα από το παράθυρο και άρχισα να τρέχω.