Όπου ο Έραγκον μαζί με τη Σαφίρα αναζητούν στον βορρά τον Μέρταγκ και τον κόκκινο δράκο του Θορν.


Βορράς

Κεφάλαιο 1

Ο Έραγκον σκεπάστηκε καλύτερα με τον βαρύ, ταξιδιωτικό του μανδύα. Το κρύο γύρω του ήταν τόσο περισσότερο αισθητό, όσο αυτός και η γαλάζια δράκαινα πετούσαν προς τα βόρεια, διασχίζοντας τις έρημες εκτάσεις της Αλαγαισίας. Η ζέστη από το σώμα της Σαφίρα μεταδιδόταν και στο δικό του το κορμί, αλλά δεν ήταν παρά μικρή βοήθεια στο χιονόνερο που πύκνωνε κάτω από τα μολυβένια σύννεφα του ουρανού. Ήταν ακόμα απομεσήμερο και η νύχτα έμοιαζε να σκεπάζει από τώρα τον κόσμο γύρω του.

"Σαφίρα, μήπως θα έπρεπε να βρεις ένα κατάλληλα καλυμμένο τόπο για να περάσουμε αυτή τη νύχτα; Είναι προφανές, ότι αφού μέχρι τώρα δεν έχουμε ανακαλύψει ίχνος από τους Μέρταγκ και Θορν, θα είναι μάλλον απίθανο να τα καταφέρουμε αφ' ότου θα έχει πέσει το σκοτάδι."

Ο Έραγκον άπλωσε τη διάνοιά του – πράγμα που συχνά πυκνά είχε κάνει αυτές τις τελευταίες ημέρες – χωρίς να αισθανθεί το παραμικρό από την παρουσία ενός άλλου δράκου και του καβαλάρη του. Ήταν προφανές πως, αν ο Μέρταγκ ήθελε να κρύψει την παρουσία του, τα είχε καλά καταφέρει.

"Ίσως έχουμε ακολουθήσει τη λάθος κατεύθυνση…" Η φωνή της Σαφίρα αντήχησε παγωμένη μέσα στο νου του καβαλάρη της. "Μπορεί αρχικά να μας είπαν ότι ο προορισμός τους ήταν ο βορράς, αλλά να άλλαξαν γνώμη. Ίσως ακόμα και να… μην τα κατάφεραν."

Ο Έραγκον έδιωξε την ενοχλητική σκέψη αρνούμενος ακόμα και να τη σχολιάσει. Ο Μέρταγκ δεν ήταν κάποιος από εκείνους που ίσως 'να μην τα κατάφερναν'. Όλες οι κινήσεις του ως τώρα είχαν πασίδηλα αποδείξει ακριβώς το αντίθετο.

Πριν από πέντε περίπου χρόνους, κατά την τελευταία τους συνάντηση στο λόφο πλάι στον ποταμό Ραμρ, είχε δηλώσει ότι θα ταξίδευαν μαζί με το Θορν στα μέρη του βορρά. Και λογικό ήταν, πως στα έρημα και παγωμένα μέρη που ο Έραγκον διέσχιζε τώρα στην πλάτη της Σαφίρα του, ο κόκκινος δράκος με τον καβαλάρη του θα ήσαν περισσότερο ασφαλείς από όποιο άλλο σημείο της Αλαγαισίας. Θα είχαν σίγουρα περάσει δυσκολίες στους έρημους αυτούς τόπους, αλλά για ένα πράγμα ο Έραγκον ήταν σίγουρος. Ο Μέρταγκ θα τα είχε καταφέρει.

Ο Έραγκον έδειξε προς μία κατεύθυνση στα βορειοδυτικά, προς τα εκεί όπου ένας γκρίζος, βραχώδης όγκος ξεχώριζε ανάμεσα από πυκνές ομίχλες, που είχαν αρχίσει να σηκώνονται από το έδαφος.

"Ίσως εκεί κάτω υπάρχει κάποια σπηλιά, ή καταφύγιο για μας ανάμεσα στα βράχια" είπε στη Σαφίρα του. "Μπορεί ακόμα, αν είμαστε τυχεροί, να βρούμε μια στάλα στεγνού εδάφους, για να ανάψουμε φωτιά."

Η σκέψη ότι ο αδελφός του είχε αναγκαστεί να επιβιώσει κάτω από τέτοιες συνθήκες, είχε αρχίσει εδώ και μέρες να τον ενοχλεί. Βρίσκονταν ήδη πολύ βορειότερα από την πόλη Σίουνον και ήταν ακόμα τα μέσα του φθινοπώρου. Τα μικρά χωριουδάκια και τα σκόρπια, ερημικά καλύβια των κυνηγών, που συναντούσαν όλο και πιο αραιά, είχαν από μέρες παντελώς εκλείψει. Εδώ και μία ολόκληρη εβδομάδα, δεν είχαν συναπαντηθεί με το παραμικρό ανθρώπινο ίχνος. Ο Έραγκον τύλιξε τον μανδύα σφιχτότερα γύρω του. Το ένστικτό του, αυτό που πάντοτε τον οδηγούσε, σιγοψιθύριζε στο αυτί του πως κόντευαν στον προορισμό τους. Αν ο Μέρταγκ είχε διαλέξει για κατοικία του τον μακρινό και κρύο βορρά, τότε πλησίαζαν.


"Μπρίσινγκρ!"

Μόλις η μαγική λέξη βγήκε από τα χείλη του Μέρταγκ, οι σπινθήρες της φωτιάς παιχνίδισαν ανάμεσα στα κομμένα κούτσουρα, τα μαζεμένα από τις παρυφές του μακρινού δάσους των ξωτικών. Σύντομα η μικρή αυτή λάμψη ζωήρεψε γλύφοντας το ξύλο και η ζεστασιά του τζακιού απλώθηκε στην κάμαρα. Ο Θορν τεντώθηκε στη γωνιά του και σύρθηκε απαλά στο πέτρινο πάτωμα, ώστε η μουσούδα του να φτάνει κοντύτερα στο τζάκι και τη ζέστη που αυτό ανέδυε. Ένα διαρκές γουργουρητό ευχαρίστησης αντήχησε μέσα στο δωμάτιο, που το μοναδικό του φως ήταν οι αναλαμπές της φωτιάς.

"Αποζητάς κι εσύ τη ζέστη, έτσι;" Ένα απαλό ξύσιμο στις μαλακές φολίδες του λαιμού του από το χέρι του καβαλάρη του και το γουργούρισμα του Θορν ακούστηκε δυνατότερο από πριν και πιο παρατεταμένο.

"Εμείς οι δράκοι έχουμε αποθηκευμένη μέσα στο κορμί μας τη ζεστασιά της ερήμου. Ποτέ δεν κρυώνουμε" δήλωσε ο δράκος τεμπέλικα, ανοιγοκλείνοντας στιγμιαία το μάτι του στο χρώμα του ζωηρού κινναβαρίτη.

"Το βλέπω!"

Η φωνή του καβαλάρη ακούστηκε περισσότερο ειρωνική απ' όσο ο δράκος θα επιθυμούσε, προκαλώντας ένα συννεφάκι καπνού δυσαρέσκειας, που αιωρήθηκε για λίγο πάνω από το κεφάλι του Μέρταγκ, καθώς αυτός μετέφερε τις γούνες και τα δέρματα –πρωτύτερα σωριασμένα σε μία άκρη της κάμαρας – για να καλύψει με αυτά το πέτρινο κάθισμά του στο πλάι του τζακιού. Οι μέρες του φθινοπώρου ήταν κρύες εδώ πάνω στο βορρά και άρχιζαν νωρίς.

Ο Μέρταγκ βολεύτηκε στο κάθισμά του και έκλεισε τα μάτια, αφήνοντας αρχικά τη σκέψη του να αναλογιστεί τα γεγονότα της μέρας που πέρασε, επίσης κι όσα έμελλαν να γίνουν εκείνη που θα ακολουθούσε. Εδώ και πολύ καιρό, η ακολουθία παρόμοιων γεγονότων είχε αντικαταστήσει τον θυμό, την οργή και το μίσος που ένιωθε μέσα του. Τα λίγα αρνητικά ψήγματα, που ύπουλα υπόβοσκαν στον εσωτερικό του κόσμο, σκεπάζονταν προσεκτικά με ενέργειες της ίδιας, ατέρμονης ρουτίνας. Είτε επρόκειτο για κινήσεις του σώματος, είτε για σκέψεις, εργασίες, μελέτες, αυτή η κατά γράμμα ρουτίνα στην οποία είχε προστρέξει εδώ και χρόνους, τον είχε βοηθήσει να περισώσει τον νου και την καρδιά του από τον αδυσώπητο χαμό που κάποτε απειλούσε να τον τυλίξει. Ασκήσεις του σώματος και του νου, κυνήγι, κατασκευαστικά έργα – όχι μονάχα χρησιμοποιώντας τη μαγεία του, αλλά και τα ίδια του τα χέρια – είχαν καλυτερεύσει τη ζωή του σ' αυτή την ερημιά. Άλλωστε, δεν ήταν τελείως μόνος…

Ο Μέρταγκ ήταν έτοιμος να βυθιστεί ξανά μέσα στη ρουτίνα και τις συνήθειες ενός κοινού απογεύματος, όταν…

Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Τα χέρια σφίχτηκαν σπασμωδικά στις γούνες που κάλυπταν το κάθισμα. Η ανάσα του έγινε ελαφρύτερη και πιο συχνή, καθώς οι παλμοί της καρδιάς του αυξάνονταν στο στήθος.

"Το νοιώθω και εγώ!" Ο Θορν σήκωσε το κεφάλι του και οσμίστηκε τον αέρα του δωματίου.

Ο δρακοκαβαλάρης σηκώθηκε απότομα και θηκάρωσε στη ζώνη του το σπαθί με το κόκκινο ρουμπίνι.

"Κάποιοι έρχονται για μας…"

"Και δεν είναι καν κάποιοι από τους δικούς μας ανθρώπους!"

"Γνωρίζω πολύ καλά ποιοι είναι, Θορν!"


Ο γκρίζος, ορεινός όγκος πλησίαζε, καθώς η Σαφίρα και ο καβαλάρης της ολοένα και κατέβαιναν πετώντας σε χαμηλότερο επίπεδο. Από αυτό το υψόμετρο ομίχλες πύκνωναν στην κορυφή κυλώντας στις κατωφέρειες των πλευρών των γυμνών βράχων, χώνονταν ανάμεσα στις σχισμές, σκεπάζοντας τα όποια ανοίγματα πιθανών να βρίσκονταν ανάμεσά τους.

"Εκεί κάτω!" Ο Έραγκον διηύθυνε την πτήση της Σαφίρα. "Αυτοί οι σκουρόχρωμοι βράχοι μοιάζουν με άνοιγμα εισόδου μιας σπηλιάς και φαίνονται αρκετά μεγάλοι, ώστε να χωρέσεις ανάμεσά τους."

Ακόμα και αν δεν ήταν το καταφύγιο που ήλπιζε ότι θα εύρισκαν για να προστατευθούν από το κρύο και το χιονόνερο, οι βράχοι έμοιαζαν αρκετοί να ανακόψουν τα παγωμένα ρεύματα του αέρα προσφέροντας ταυτόχρονα μια κάλυψη πάνω απ' τα κεφάλια τους. Το τοπίο φαινόταν εδώ και ώρα αφιλόξενο, χωρίς κάποιου είδους βλάστησης τριγύρω, που θα επέτρεπε την παρουσία αγριμιών ή μικρών ερπετών να επιβιώσουν ανάμεσα στις γκρίζες πέτρες. Ίσως εκεί να οφειλόταν η έλλειψη ζωής που ο Έραγκον είχε βιώσει τις τελευταίες ώρες μέσα στο νου του. Εκτός από τη γαλανή Σαφίρα του κανείς άλλος δεν φαινόταν να υπάρχει εκεί γύρω.

Η δράκαινα αγκύλωσε τα φτερά της σε μια καθοδική πορεία μαχόμενη επάξια με τη δύναμή τους την αντίσταση του ρεύματος του αέρα. Συνηθισμένη σε πολύωρες πτήσεις δεν ένιωθε καθόλου καταβεβλημένη, αλλά ο άγριος καιρός και τα δυνατά ρεύματα του ανέμου δεν ήταν ότι καλύτερο για τις λεπτές μεμβράνες των φτερών της. Οι γκρίζοι βράχοι ήσαν γυαλιστεροί και γλιστρούσαν από το χιονόνερο, που σχημάτιζε ένα λεπτό στρώμα πάγου μόλις επικαθόταν πάνω τους. Η Σαφίρα γαντζώθηκε με τα νύχια στη σκληρή επιφάνεια, καθώς προσγειώθηκε επιδέξια τυλίγοντας τα φτερά της. Βάδισε με προσοχή ανάμεσα στους κάθετους βράχους που, αποκολλημένοι από τον όγκο του βουνού, σχημάτιζαν μια φυσική αψίδα. Η οξυμένη όραση του Έραγκον, πάρα το υψόμετρο που πετούσαν και την απόσταση, δεν είχε προηγουμένως λαθέψει. Το σκούρο άνοιγμα μίας σπηλιάς ξεχώριζε τώρα πια καθαρά ανάμεσά τους και η Σαφίρα υπολόγισε γοργά, ότι, παρά το κάπως μικρό άνοιγμα, ο όγκος του σώματός της θα χωρούσε να περάσει πιο μέσα. Εδώ η δράκαινα και ο καβαλάρης της θα αναζητούσαν καταφύγιο για τις επόμενες ώρες. Το σούρουπο ήδη έπεφτε γοργά και οι καιρικές συνθήκες έμοιαζαν να επιδεινώνονται.

Ο Έραγκον απελευθέρωσε τα πόδια του από τα λουριά που τα στερέωναν πάνω στη σέλα. Γλίστρησε εξοικειωμένα στο ένα πλευρό της Σαφίρα και, χρησιμοποιώντας το πίσω της πόδι σαν σκαλοπάτι, πάτησε προσεκτικά στο γλιστερό, πέτρινο δάπεδο. Το άνοιγμα της σπηλιάς έφερε στιγμιαία στη μνήμη του ένα αντίστοιχο άνοιγμα, αυτό της σπηλιάς του βουνού του Χελγκράιντ. Τότε που με τον Ρόραν στο πλευρό του προσγειώθηκαν εκεί, για να αντιπαλέψουν τους βδελυρούς Ρά'ζακ. Ταχιά όμως απόστρεψε τη σκέψη του από αυτή την ανάμνηση. Ένα αγκάθι σούβλιζε την καρδιά του Έραγκον κάθε που η σκέψη του Ρόραν περνούσε από το νου του κάνοντας αισθητή την έλλειψη της συντροφικότητας και της φιλίας με αυτόν που λογάριαζε σαν αδελφό του. Ήξερε όμως καλά, πως ο Ρόραν ζούσε ευτυχισμένος μαζί με την οικογένειά του και τους υπόλοιπους κατοίκους του Κάρβαχωλ. Ο δρακοκαβαλάρης έστρεψε όλες τις αισθήσεις του στο σκοτεινό στόμιο της σπηλιάς, χωρίς να νοιώσει και πάλι ίχνος ζωής να έρχεται από μέσα. Βάδισε προσεκτικά πάνω στο γλιστερό βράχο προς τον προστατευμένο χώρο, με τη Σαφίρα να τον ακολουθεί.

Λίγη ώρα αργότερα, τα υγραμένα ρούχα του στέγνωναν απλωμένα τριγύρω από το τριζοβόλημα μιας μικρής φωτιάς, που η μαγεία του είχε ανάψει καίγοντας κάποια κατάλοιπα ροζιασμένων βρύων, που πιο πριν φύονταν τριγύρω από το άνοιγμα της εισόδου. Τα βρεμένα χόρτα πιότερο καπνό παρήγαγαν, παρά ζέστη και θαλπωρή, το λιγοστό τους όμως φως αρκούσε για να περάσουν παρήγορα μερικές ώρες της νύχτας. Ο Έραγκον γευμάτιζε με τα απομεινάρια από τα αποξηραμένα φρούτα, που είχε κουβαλήσει ως εδώ μαζί του μέσα στο σάκο του, ενώ η Σαφίρα – ξαπλωμένη παράμερα – έγλυφε επίμονα τα γυαλιστερά της νύχια.

"Αναρωτιέμαι, Σαφίρα, αν έχει κάποιο νόημα να συνεχίσουμε την αναζήτησή μας σ' αυτή την περιοχή" μοιράστηκε τις αμφιβολίες του μαζί της ο Έραγκον. "Ίσως ο Μέρταγκ και ο Θορν ζήτησαν καταφύγιο κοντύτερα στις παρυφές του δάσους των ξωτικών."

Η δράκαινα ρουθούνισε κάνοντας τη μικρή φλόγα να τρεμοπαίξει.

"Αμφιβάλω ότι ο Μέρταγκ θα ρίσκαρε την παρουσία τη δική του και του Θορν σε μία περιοχή, που πολύ καλά γνωρίζει πως είναι ανεπιθύμητος."

Όπως πάντα η δράκαινα είχε απόλυτο δίκιο. Το ένστικτό του καβαλάρη της εξ άλλου τον τραβούσε προς αυτή την κατεύθυνση, που εδώ και εβδομάδες είχε ακολουθήσει. Ο Έραγκον εμπιστευόταν αυτό το ένστικτο.


"Μέρταγκ!" Η φωνή του Θορν ακούστηκε ήρεμη, αλλά επιτακτική μέσα στο νου του καβαλάρη του. "Τι σκοπεύεις να κάνουμε μ' αυτούς τους δύο;"

Ο δρακοκαβαλάρης περπάτησε ως τη μέση της κάμαρας κι εκεί στάθηκε τελείως ακίνητος, τα μάτια του και πάλι κλειστά, πράγμα που τον βοηθούσε να αφουγκράζεται καλύτερα τον κόσμο γύρω του. Ναι, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Το ζευγάρι ερχόταν ιπτάμενο από τη νότιο δυτική μεριά της Αλαγαισίας – προφανώς ο τελευταίος σταθμός τους σε κατοικημένο μέρος θα υπήρξε η πόλη Σίουνον – και ολοένα πλησίαζε κατεβαίνοντας προς το μέρος τους. Τα σφιγμένα χείλη του Μέρταγκ συστράφηκαν σε έναν μορφασμό, που έμοιαζε κάπως με συγκρατημένα ειρωνικό χαμόγελο. Ο αδελφός του Έραγκον μαζί με το γαλάζιο δράκο του Σαφίρα πλησίαζαν όλο και περισσότερο

"Απολύτως τίποτε, Θορν" απάντησε στον κοκκινοφόλιδο δράκο του. "Αν ο Έραγκον και η Σαφίρα βρίσκονται στη γύρω περιοχή με σκοπό να προσπεράσουν, τότε ας τους αφήσουμε να συμπληρώσουν την περιπολία τους. Άλλωστε το χωριό των φυγάδων, το ίδιο και το δικό μας άσυλο, είναι καλυμμένα με μαγεία. Θα είναι δύσκολο να αποκαλυφθούν." Ο δρακοκαβαλάρης άνοιξε τα μάτια και στράφηκε προς τη μεριά του δράκου, που στο μεταξύ είχε σηκωθεί από το χουζούρι του και τώρα στεκόταν μπροστά στο πέτρινο τζάκι καθισμένος πάνω στα πίσω του πόδια. "Αν βέβαια έρχονται ειδικά για μας, τότε… τους περιμένουν κάποιες εκπλήξεις. Όπως και να χει, δεν σκοπεύουμε να προδώσουμε αυτό το μέρος για τίποτε και για κανέναν."

Ο Μέρταγκ πλησίασε ξανά τον δράκο παίρνοντας θέση κοντά στο πλευρό, πλάι στη διπλωμένη του φτερούγα. Παρά τη φαινομενική ηρεμία του ένιωθε την καρδιά του να φτεροκοπά μέσα στο στήθος. Γιατί ο Έραγκον εμφανιζόταν πέντε χρόνους μετά από την τελευταία τους συνάντηση; Ήταν τυχαίο το γεγονός, ή ερχόταν για τον ίδιο και τον Θορν; Ο δρακοκαβαλάρης θα στοιχημάτιζε γι' αυτό το δεύτερο.

"Προσγειώθηκαν, Μέρταγκ! Βρίσκονται ήδη μέσα στο βουνό." Η φωνή του δράκου ακούστηκε πιότερο εξημμένη, παρά αναστατωμένη.

"Το ξέρω, Θορν" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ μ' έναν στεναγμό απογοήτευσης. Θα ήταν ευτυχής η συγκυρία, αν ο αδελφός του προσπερνούσε κι εξαφανιζόταν έτσι απλά, το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε.

Ο δράκος τέντωσε τον μακρύ λαιμό του προς τα επάνω και για άλλη μια φορά οσμίστηκε άπληστα τον αέρα. Θα έλεγε κανείς ότι η παρουσία της γαλάζιας δράκαινας τόσο κοντά του τον ενθουσίαζε, γιατί ο καβαλάρης του διέκρινε ψήγματα αναστάτωσης και ελπίδας στη φωνή του.

"Και δεν θα κάνουμε κάτι γι' αυτό;"

Ο Μέρταγκ άγγιξε με την παλάμη του χεριού του το πλευρό του δράκου. "Ίσως είναι απλά περαστικοί από εδώ, Θορν. Ίσως εκείνο που αναζητούν δεν είμαστε εμείς, αλλά ένα άσυλο για να περάσουν τούτη τη νύχτα"δήλωσε, δίχως να πιστεύει και πολύ στα λόγια του.

"Δεν το πιστεύεις αυτό που μόλις είπες, εκλεκτέ μου, έτσι δεν είναι;"

Ο Μέρταγκ γέλασε χωρίς διάθεση. Ο δράκος γνώριζε την ψυχή του, όσο κανένας. "Όπως και να έχει, αν αύριο το πρωί συνεχίσουν την πορεία τους, όλα θα είναι εντάξει. Για να μας ανακαλύψουν στο σημείο που βρισκόμαστε, αν εμείς δεν το επιθυμούμε… λίγο δύσκολο, έως απίθανο."

Ο καβαλάρης του κόκκινου δράκου έριξε μια ματιά γύρω του. Ήταν μεγάλο το μέγεθος του πέτρινου δωματίου μέσα στο οποίο στέκονταν – και ήταν αυτό ένα μονάχα από τα πολλά που είχαν διαμορφώσει στην καρδιά αυτού του βουνού χρησιμοποιώντας τη μαγεία τους – παρ' όλα αυτά, τα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα του ήταν ελάχιστα. Η έλλειψη του ξύλου, τόσο πολύτιμου αγαθού στην περιοχή, ήταν αποτρεπτική για την κατασκευή πολλών επίπλων. Ο Μέρταγκ είχε κατασκευάσει τα απολύτως χρειώδη λαξεύοντας την πέτρα με μαγικά λόγια. Μονάχα οι γούνες και τα δέρματα των ζώων, που είχαν κυνηγηθεί κατά καιρούς και αποτελέσει τροφή για τον καβαλάρη ή τον δράκο, ήταν τα μόνα ζεστά αντικείμενα εκεί μέσα πέρα από τη φωτιά στο τζάκι.

Ο πρώτος καιρός είχε υπάρξει δύσκολος, παρ' όλα αυτά, είχαν καταφέρει να επιβιώσουν. Εκτός από το αφιλόξενα κρύο περιβάλλον ήταν και οι αντίξοες συνθήκες τροφοδότησής τους με τροφή, όπου για να την προμηθευτούν έπρεπε να ταξιδέψουν σε μεγάλες αποστάσεις. Ευτυχώς γι' αυτούς, υπήρχε τουλάχιστον νερό πολύ κοντά τους καθαρό και άφθονο. Παρ' όλα αυτά, ο Μέρταγκ κι ο Θορν, αφού πρώτα τριγύρισαν αρκετά τα πέριξ σημεία του βορρά, αποφάσισαν τελικά να εγκατασταθούν μόνιμα σ' αυτόν τον μακρινό τόπο. Η διαρκής αντιπαλότητα με τα άγρια στοιχεία της φύσης απέτρεπε το νου τους να γυρίζει συνεχώς σε όλους εκείνους τους δύσκολους μήνες, που είχαν μαζί βιώσει σκλάβοι του Γκαλμπατόριξ και υπηρέτες των συμφερόντων του. Απέφευγαν να σκέπτονται διαρκώς τον πόνο από τα σκληρά βασανιστήρια στα οποία είχαν υποβληθεί, τις ατιμίες που είχαν υποχρεωθεί να πράξουν και την κακία στην οποία είχαν εκτεθεί. Ο χρόνος έφερνε σιγά-σιγά τη λύτρωση στις δύο καρδιές τους, που ενίοτε πάλλονταν όπως μία. Ο χρόνος, μαζί και οι… πρόσφυγες.

Στην αρχή δεν επρόκειτο για τίποτε περισσότερο, από μια μικρή ομάδα. Οι πιο πολλοί απ' αυτούς στρατιώτες και αξιωματικοί, που είχαν υπηρετήσει πιστά τον Γκαλμπατόριξ. Σ' αυτούς ήρθαν αργότερα να προστεθούν κάποιοι αμετανόητοι αυλικοί του, ή δημόσιοι λειτουργοί του παλιού καθεστώτος. Κάποιοι έσερναν ξωπίσω τους οικογένειες, γέροντες γονείς, γυναίκες και παιδιά. Ο Μέρταγκ ήταν σίγουρος ότι η Ναζουάντα ποτέ δεν θα διέταζε αντίποινα για τον λαό της. Οι ντόπιοι όμως αρχηγοί των Βάρντεν είχαν ενίοτε άλλη άποψη. Αντίποινα είχαν υπάρξει, σε μικρή μεν κλίμακα, ο φόβος όμως των παλαιών ισχυρών της αυτοκρατορίας ήταν μεγάλος. Ο φόβος αυτός και οι περιορισμένες διώξεις είχαν οδηγήσει κάποιους να καταφύγουν προς τα ακατοίκητα μέρη του βορρά, αποζητώντας και αυτοί ότι ο Μέρταγκ κι ο Θορν είχαν ζητήσει. Ασφάλεια για τις ζωές τους και ένα μέρος να ζήσουν ήσυχα, μακριά από πιθανά αντίποινα και τη δυσφορία προς τα πρόσωπά τους των νέων ηγεμόνων.

Λίγο-λίγο ένα μικρό χωριό είχε διαμορφωθεί στους πρόποδες αυτών των γκρίζων βράχων. Η ίδια η πέτρα είχε αποτελέσει σπίτι τους κι ο Μέρταγκ μαζί με τον Θορν τους είχαν βοηθήσει να εγκατασταθούν εκεί όσο καλύτερα μπορούσαν. Η φλόγα του δράκου έλιωνε την πέτρα και η μαγεία του καβαλάρη του τη διαμόρφωνε σε χώρους διαμονής για τους κατατρεγμένους της Αλαγαισίας. Για τροφή έπρεπε να σχηματίζουν ομάδες κυνηγών που ταξίδευαν ως τις παρυφές του δάσους των ξωτικών, μεταφέροντας πίσω όσα ζώα είχαν καταφέρει να σκοτώσουν. Το κρέας, οι γούνες και τα δέρματα μοιράζονταν δίκαια ανάμεσα σε όλους τους κατοίκους του χωριού. Ο δράκος βοηθούσε στο κυνήγι και οι κάτοικοι είχαν αναγνωρίσει τον καβαλάρη του σαν άρχοντα και αρχηγό τους. Εδώ και πολύ καιρό, ο Μέρταγκ και ο Θορν δεν ήσαν πια μονάχοι.


(συνεχίζεται)