Βορράς
Κεφάλαιο 42
Όπου καθησυχασμοί παρηγορούν και απρόσμενες προσκλήσεις αλλάζουν τα μελλούμενα.
Ο Θορν προσγειώθηκε βαριά στην όχθη της μικρής λιμνούλας αποφεύγοντας τον συνωστισμό του ξέφωτου. ‟Όσο εσύ σκοπεύεις να συνομιλήσεις με τους ανθρώπους σου, εγώ θα πλατσουρίσω λιγάκι στα ρηχά" δήλωσε. ‟Τα φτερά μου κουράστηκαν από την πτήση και οι φολίδες μου χρειάζονται περιποίηση."
Παρά τη βαριά του διάθεση, ο Μέρταγκ δεν κατάφερε να μην χαμογελάσει με τα λόγια του Θορν. Άφησε τον σύντροφό του να διασκεδάσει στα ζεσταμένα από την ήλιο νερά της λιμνούλας και ο ίδιος κατευθύνθηκε προς το ξέφωτο αποφασισμένος, να αντιμετωπίσει την τελική του διαπραγμάτευση με τον Έραγκον. Φτάνοντας εκεί διαπίστωσε, ότι κατά την απουσία τους η βασίλισσα των ξωτικών και ο δράκος της είχαν αποχωρήσει. Ο Έραγκον και η Σαφίρα κάθονταν παράμερα, απασχολώντας το μέρος που ο ίδιος και ο Θορν συνήθιζαν να ξεκουράζονται και κατά την απουσία τους είχε παραμείνει κενός χώρος. Τα ξωτικά ήταν ήσυχα συναγμένα κάτω από τα μεγάλα δέντρα τους, ενώ οι άνθρωποι παρέμεναν μαζεμένοι σε μία ομάδα στο κέντρο του ξέφωτου. Ο Μέρταγκ παρατήρησε με αποστροφή του τον λόρδο Φιόρν, να τριγυρίζει την ξωτικιά αρχηγό Λιττόρεν με στάση δουλική κι επίμονη. Η μοναχοθυγατέρα του η Νολβέν δεν φαινόταν πουθενά ένα γύρω. Ο δρακοκαβαλάρης άπλωσε απρόθυμα τη διάνοιά του και αφέθηκε να αφουγκραστεί τις διαθέσεις όλων γύρω του. Ένοιωσε ξεκάθαρα την αγωνία των ανθρώπων, την πονηριά του λόρδου, ακόμα και τη σχετική δυσφορία των ξωτικών, που υποχρεώνονταν για τόσες μέρες να παραμένουν μακριά από τα πυκνά δάση τους, υπομένοντας την παρουσία ανεπιθύμητων εισβολέων στα εδάφη τους. Παρατήρησε ότι, ενώ η Σαφίρα πλάγιαζε πάνω στη γη με ύφος θλιμμένο και το μουσούδι χωμένο ανάμεσα στα μπροστινά της πόδια, το βλέμμα του Έραγκον ήταν στραμμένο πάνω του εξετάζοντάς τον προσεκτικά.
Ο Μέρταγκ κατευθύνθηκε προς το μέρος του με βήμα γοργό, πανέτοιμος για την αναμέτρησή τους. Γνώριζε πολύ καλά, πως ο Έραγκον συντασσόταν ολόψυχα με το σχέδιο των ξωτικών, να χωρίσουν τους ανθρώπους. Σκόπευαν να οδηγήσουν τους περισσότερους από αυτούς στο μελλοντικό σημείο διαμονής τους, φροντίζοντας να παραμείνουν εκεί κάτω από τη δική τους φύλαξη. Εντωμεταξύ, ο λόρδος Φιόρν και λίγοι από τους φρουρούς του, θα ταξίδευαν πίσω στο κρυμμένο χωριό του βορρά με τη συνοδεία του λόχου των ξωτικών. Ο ίδιος και ο Θορν μαζί με τον Έραγκον και τη Σαφίρα, θα αναχωρούσαν άμεσα για την μακρινή χώρα των δράκων. Ο Μέρταγκ όμως, ποτέ δεν θα συναινούσε σ' αυτό το σχέδιο. Είχε εκφράσει τις αμφιβολίες του στον Έραγκον και στη Ναζουάντα, καθώς και στην Άρυα και τα ξωτικά της.
‟Άρχοντα δρακοκαβαλάρη!"
Η φωνή πίσω του έκανε τον Μέρταγκ να στρέψει απότομα αντικρίζοντας τον νεαρό αξιωματικό του Γκίλ'ιντ, τον Γιάν Σβένσον. Ο άντρας, εγκαταλείποντας την ομάδα των κυνηγών, κατευθυνόταν προς το μέρος του με μεγάλα βήματα. Ο Μέρταγκ παραξενεύτηκε. Ο Γιάν δεν είχε ποτέ δοκιμάσει να απευθυνθεί απ' ευθείας προς αυτόν, αν και πάντοτε δειχνόταν υπέρμετρα ευγενικός απέναντι στον ίδιο και τον Θορν. Στάθηκε για λίγο, αναμένοντάς τον.
Ο Γιάν υποκλίθηκε μπροστά στον Μέρταγκ. ‟Άρχοντά μου, ίσως θα μπορούσε η χάρη σου, να διαθέσει μερικές στιγμές από τον χρόνο σου." Παρά την απαγόρευση του λόρδου Φιόρν να αναφέρει το παραμικρό από όσα είχε κρυφακούσει, κατά τις προηγούμενες ώρες ο νεαρός πολεμιστής είχε αποφασίσει να μιλήσει κατ' ευθείαν στον Μέρταγκ. Από τη στιγμή που ο λόρδος του είχε αποκαλύψει το σχέδιο των ξωτικών να τους απομακρύνουν από τον μοναδικό προστάτη τους, η καρδιά του Γιάν είχε βαρύνει. Χωρίς να έχει αποκαλύψει στους συντρόφους του το παραμικρό, ο νους του γύριζε σε εκείνους που περίμεναν πίσω στο βόρειο χωριό∙ γέροντες ανήμποροι, γυναίκες και παιδιά, που σίγουρα τώρα θα αγωνιούσαν περιμένοντας την επιστροφή των αντρών τους.
Ο Μέρταγκ ένευσε στον νεαρό να πλησιάσει. Αγγίζοντας απαλά τις άκρες του μυαλού του, κατάλαβε την υπέρτατη αγωνία του. Ήταν άλλωστε αναμενόμενο. Οι άνθρωποι δυσανασχετώντας είχαν υποχρεωθεί να παραμείνουν στο χώρο των ξωτικών για πολύ περισσότερο χρόνο από όσο αρχικά υπολόγιζαν. Επιπροσθέτως, η τροφή που είχαν συλλέξει έπρεπε να διατηρηθεί στο κρύο και τους πάγους των σπηλαίων του βορρά. Από την άλλη, οι ατέρμονες συζητήσεις μεταξύ των δρακοκαβαλάρηδων και του βασιλείου του Μπρόντρικ, σίγουρα δεν είχαν περάσει απαρατήρητες. Σίγουρα η καχυποψία περίσσευε και οι φήμες μεταξύ τους θα οργίαζαν.
‟Άρχοντά μου, έτυχε να ακούσω κάποιες διαδόσεις για την τύχη και το μέλλον μας, λόγια που με έχουν γεμίσει ανησυχία" δήλωσε ο Γιάν με ύφος αποφασιστικό. ‟Απευθύνομαι σ' εσένα, με την παράκληση να μας συντρέξεις."
Ο Μέρταγκ τον παρατήρησε για ελάχιστο χρόνο σκεπτικός. Τα λόγια του αξιωματικού είχαν εκφραστεί απλά και απέριττα. Η ματιά του δεν έδειχνε φόβο, παρά μία βαθύτατη αγωνία. Το αίτημά του δεν είχε εκφραστεί με απαίτηση, παρά με άμετρη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του. Ο Μέρταγκ ήταν σίγουρος, ότι ο αξιωματικός ήταν πανέτοιμος να δώσει ακόμα και τη ζωή του, για να υπερασπίσει τους συντρόφους του, τον άρχοντά του, τους κατοίκους του χωριού, ακόμα και αυτόν τον ίδιο. Μέσα του συγκινήθηκε. Όσο και αν ο Θορν είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στο ταξίδι με τον Έραγκον και τη Σαφίρα, όσο και αν ο ίδιος ο Μέρταγκ ενδόμυχα το επιθυμούσε, υπήρχαν ανάμεσα στους πρόσφυγες του βορρά κάποιοι, που ο Μέρταγκ θα μπορούσε να θεωρήσει φίλους και συντρόφους.
‟Δεν δύναμαι να γνωρίζω ποια ακριβώς είναι η φήμη που άκουσες, αξιωματικέ, θέλω όμως να σε βεβαιώσω, ότι τίποτε δεν πρόκειται να γίνει ενάντια στα συμφέροντα της μικρής κοινότητάς μας" αποκρίθηκε με τόνο αποφασισμένο, έτοιμος να καθησυχάσει τον νέον άντρα. Ταυτόχρονα η ματιά του παρακολούθησε τις κινήσεις του λόρδου Φιόρν, που εξακολουθούσε να τριγυρίζει τα ξωτικά, ενοχλώντας τη Λιττόρεν. Σίγουρα ο πονηρός αυτός υποτελής του Γκαλμπατόριξ είχε κάτι κρυφακούσει και οι υποψίες του το είχαν διασπείρει ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο Μέρταγκ κοίταξε τον Γιάν κατευθείαν στα μάτια. ‟Όπως είμαστε μέχρι τώρα, έτσι και θα συνεχίσουμε να είμαστε προστάτες αυτών που μας χρειάζονται" δήλωσε. ‟Γύρισε στη συντροφιά των δικών σου ήσυχος και μην επιτρέψεις στις φήμες να διαδίδονται."
Ο Γιάν υποκλίθηκε ξανά ανακουφισμένος, δίνοντας ολοφάνερα πίστη στα λόγια του δρακοκαβαλάρη. Η μέχρι τώρα συμπεριφορά του είχε πείσει, ότι ήταν υπέρμαχος των κατοίκων του βορρά. Δεν ήταν δυνατόν να ανταλλάξει την πίστη των ανθρώπων του στο πρόσωπό του, με κάποια υποτιθέμενη αμνηστία, που δεν θα κάλυπτε τους άλλους. Ο Γιάν επέστρεψε ανακουφισμένος στην ομάδα του. Ο άρχοντας Μέρταγκ συνέχιζε και θα συνέχιζε στο μέλλον να τους συντρέχει. Το είχε δει καθαρά μέσα στο βλέμμα του.
Ο Μέρταγκ πλησίασε τον Έραγκον που, καθισμένος στο πλευρό της Σαφίρα, τον παρατηρούσε. ‟Έφυγαν η Άρυα με τον Φίρνεν, ή πρόκειται να γυρίσουν σύντομα κοντά μας;"
Η γαλάζια δράκαινα γρύλισε γεμάτη πόνο και ο καβαλάρης της έξυσε παρηγορητικά τις λεπτές φολίδες της κάτω από τη μουσούδα. ‟Έφυγαν" αποκρίθηκε μονολεκτικά, δίχως να προσπαθήσει να κρύψει τη μελαγχολία, που χρωμάτιζε τη φωνή του.
Ο Μέρταγκ κάθισε πλάι τους. Σταύρωσε τα πόδια μπροστά του ακουμπώντας πάνω τους αγκώνες, σκύβοντας προς τη μεριά του αδελφού του. Ο Έραγκον φαινόταν καταβεβλημένος, το σύνηθες ζωηρό και φιλοπερίεργο ύφος του να έχει καταπέσει. Θλίψη και κακοκεφιά ήταν ολοφάνερα πάνω του, τόσο όσο και στη δράκαινα. ‟Λυπάμαι" εξέφρασε και αυτός μονολεκτικά τη συμπάθειά του.
Το βλέμμα του Έραγκον στράφηκε πάνω του εξεταστικό. ‟Πού είχατε πάει;"
Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά. Είχε επιστρέψει αποφασισμένος να αναζητήσει τον Έραγκον, να λύσει μια και καλή τη μοναδική διαφορά τους. Ήταν μάλιστα ξεκάθαρος στο να επιμείνει στην άποψή του και να μην κάνει τον παραμικρότερο συμβιβασμό. Βλέποντας όμως τη δράκαινα και τον αδελφό του τόσο θλιμμένους, σκέφτηκε να αποφύγει να τους βαρύνει περισσότερο. ‟Ο Θορν κι εγώ θέλαμε να βρεθούμε για λίγο μόνοι. Να πετάξουμε μακριά από το δάσος. Η απόφαση να σας ακολουθήσουμε έχει ληφθεί, αλλά ίσως δεν είναι κατάλληλη η ώρα, για να συζητήσουμε για τις λεπτομέρειες.
Ο Έραγκον ανασήκωσε τους ώμους. ‟Δεν βλέπω ποια ώρα θα ήταν η πιο κατάλληλη" παρατήρησε. ‟Αν έχεις να προσθέσεις κάτι στα όσα συμφωνήθηκαν, επιβάλλεται να γίνει τώρα. Τα ξωτικά βιάζονται, να μεταφέρουν τους ανθρώπους μακριά από τα δάση τους."
Ο Μέρταγκ ένευσε, πως αντιλαμβανόταν. ‟Θα πρέπει να σου επαναλάβω, αδελφέ, ότι οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν ερήμην της ομάδας των ανθρώπων. Οι ίδιοι μάλιστα τίποτε δεν γνωρίζουν για το σχέδια της μετεγκατάστασής τους νοτιότερα."
Ο Έραγκον τον κοίταξε έντονα. ‟Γνωρίζεις πολύ καλά, ότι ο λόγος που δεν έχουμε αναφέρει σ' αυτούς τίποτε μέχρι τώρα, είναι γιατί αποφύγαμε να τους δώσουμε μάταιες ελπίδες. Δεν ήταν σίγουρο, ότι οι σύμβουλοι της Ναζουάντα θα συγκατατίθεντο σε ένα τέτοιο σχέδιο. Όσο και η ίδια να ήθελε να βοηθήσει, έπρεπε να συμφωνήσουν και οι υπόλοιποι."
‟Τα ξέρω αυτά κι ήταν η κοινή μας γνώμη, ότι έπρεπε να γίνει έτσι. Όμως οι άνθρωποί μου αγωνιούν. Έχοντας μείνει στα χέρια των ξωτικών για τόσες μέρες, η μοίρα τους φαντάζει δυσοίωνη στα μάτια τους. Θα πρέπει να ενημερωθούν."
Ο Έραγκον αναστέναξε συμφωνώντας. ‟Ας γίνει. Μπορείς να τους μιλήσεις για τα σχέδιά μας. Ή μήπως προτιμάς να το κάνω εγώ;"
Ο Μέρταγκ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. ‟Πριν τους μιλήσω σχετικά με το σχέδιο της μετεγκατάστασής τους, θα πρέπει να επιμείνω, ότι εγώ και ο Θορν θα τους συνοδέψουμε πίσω στο χωριό του βουνού. Όλους μαζί! Όπως όλους τους οδηγήσαμε μέχρι εδώ."
Ο Έραγκον προσπάθησε να αντιλέξει, αλλά ο Μέρταγκ με μία αποφασιστική κίνηση του χεριού του τον διέκοψε. ‟Ξέρεις ότι ο Θορν κι εγώ, ιδίως ο Θορν, επιθυμούμε να σας ακολουθήσουμε στη γη των δράκων. Αυτό όμως δεν πρόκειται να συμβεί, προτού τακτοποιήσουμε τους ανθρώπους μας. Καταλαβαίνω ότι βιαζόσαστε να φύγετε, έχοντας πάντα τους δικούς σας λόγους. Όμως κι εμείς, δεν θα δεχτούμε να διαχωρίσουμε αυτούς τους ανθρώπους. Ούτε να μην ακολουθήσουμε τον λόρδο Φιόρν πίσω στο βουνό μας. Το έχουμε δηλώσει και παλαιότερα, πως δεν συναινούμε στο σχέδιο αυτό των ξωτικών. Εμείς θα πρέπει να πείσουμε και τους υπόλοιπους, ότι κανείς τους δεν θα κινδυνεύσει."
Ο Έραγκον αναστέναξε με καρτερικότητα. Είχε ακούσει ξανά τις αμφιβολίες του Μέρταγκ.
Για πρώτη φορά εδώ και ώρα η Σαφίρα σήκωσε το κεφάλι από τη γη στυλώνοντας το ένα της μάτι στον Μέρταγκ. ‟Οι αποφάσεις των ξωτικών έχουν ήδη ληφθεί, Μέρταγκ-αδελφέ-του-εκλεκτού-μου. Γιατί θα πρέπει να αλλάζουν κάθε φορά, που αλλάζεις κι εσύ διάθεση;"
Το χέρι του Έραγκον χάιδεψε τρυφερά το πλευρό της δράκαινας αποτρέποντάς την να συνεχίσει. ‟Καταλαβαίνουμε, Μέρταγκ, ότι θα προτιμούσες να επιστρέψεις στο φρούριο του βουνού μαζί τους. Ίσως να έχεις κι εσύ τους λόγους σου, για να το κάνεις," – ο Έραγκον δεν είχε ξεχάσει ούτε στιγμή το ματωμένο κουρέλι, που κρυβόταν μέσα στο πέτρινο σεντούκι στην κάμαρα του αδελφού του – ‟όμως η Σαφίρα κι εγώ λείπουμε καιρό από τη γη μας. Αν ακολουθούσαμε το δικό σου σχέδιο, θα καθυστερούσαμε ακόμα περισσότερο."
Ο Μέρταγκ, προτιμώντας να παραβλέψει τα λόγια της Σαφίρα, ανασήκωσε απλά τους ώμους. ‟Θα είναι για λίγο μόνο διάστημα. Μέχρι να γυρίσουμε ως το βουνό, να πείσω τους ανθρώπους μου, μετά να τους οδηγήσουμε όλους μαζί στο νέο τους χώρο. Δεν θα ήθελα να τους πιέσω να δεχθούν κάτι, που ίσως δεν θα θέλουν. Τα ξωτικά, ίσως τους εξεβίαζαν και τους ανάγκαζαν."
‟Μα, θα είναι μαζί τους ο Φιόρν, να τους καθοδηγήσει" διαφώνησε ο Έραγκον. ‟Δεν έχεις στο λόρδο εμπιστοσύνη;" Η ματιά που του έριξε ο Μέρταγκ τον βεβαίωσε, ότι μονάχα εμπιστοσύνη δεν ενέπνεε ο παλιός αυλικός του Γκαλμπατόριξ.
‟Εσύ θα μπορούσες να πείσεις εύκολα τα ξωτικά, να συναινέσουν" επέμεινε ο Μέρταγκ.
Ο Έραγκον κατέβασε κουρασμένος το κεφάλι. Ένοιωθε τόσο καταβεβλημένος από τον αποχωρισμό του με την Άρυα και το συναισθηματικό κενό μέσα του ολοένα να μεγαλώνει. Η Σαφίρα του ήταν παρόμοια δυστυχής, ώστε να βοηθήσει. ‟Καταλαβαίνω."
‟Έραγκον!" Η Σαφίρα τινάχτηκε θυμωμένη ξύνοντας με τα νύχια της το χώμα. ‟Γιατί θα πρέπει πάντοτε ο γιος του Μόρζαν να καθορίζει τις αποφάσεις και τις πράξεις μας;"
‟Σε παρακαλώ, Σαφίρα. Δεν έχει νόημα τούτη η αντιπαράθεση. Το θέλουμε κι οι δύο να μας ακολουθήσουν ο Μέρταγκ και ο Θορν στη γη των δράκων. Το κρίνουμε αναγκαίο! Το βόρειο χωριό των ανθρώπων ήταν ένα αστάθμητος παράγοντας σ' ετούτο το ταξίδι μας. Ας μην χάνουμε άδικα περισσότερο τον χρόνο μας."
Χωρίς να περιμένει την απόκριση της δράκαινας, ο Έραγκον στύλωσε τα μάτια στον αδελφό του. ‟Εμείς προτιθέμεθα να πείσουμε τα ξωτικά. Εσείς όμως θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε όλη την επιρροή σας, ώστε να πείσετε τους ανθρώπους να συμφωνήσουν." Το ύφος του δεν επιδεχόταν αντίρρηση καμία. Το γρύλισμα της Σαφίρα δίπλα του συνέτεινε στη βαρύτητα των λόγων του.
Ο Μέρταγκ ένευσε καταφατικά. Καταλάβαινε πολύ καλά, τη χάρη που του γινόταν. Ο Έραγκον και η Σαφίρα, αλλά ούτε τα ξωτικά θα δέχονταν ποτέ να φτάσουν στο βόρειο χωριό των ανθρώπων μετά από όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις, για να αντιμετωπίσουν εκεί την άρνησή τους. ‟Θα τους πείσω" δήλωσε.
‟Θα φύγει…"
Από τη στιγμή που η Νολβέν άκουσε τη συνομιλία του πατέρα της με τον Γιάν Σβένσον, η καρδιά της είχε παγώσει. Η γνώση, ότι ο Μέρταγκ μαζί με τον δράκο του θα έφευγαν μακριά της, την αποκάρδιωνε. Δίχως να περιμένει τη γυναίκα της συνοδείας της να ξυπνήσει, μόλις οι δύο άντρες χωρίστηκαν κι απομακρύνθηκαν, η Νολβέν σηκώθηκε και ντύθηκε βιαστικά. Το φως της νέας μέρας που ερχόταν δεν είχε φέξει ακόμα στον ουράνιο θόλο πάνω τους και οι σκιές της νύχτας βράδυναν στις παρυφές του ξέφωτου. Χωρίς να προσέξει κανείς τις κινήσεις της, η κοπέλα χώθηκε ανάμεσα στα δέντρα του δάσους μη αντέχοντας τον κόσμο, θέλοντας να μείνει μόνη.
Αφού πρώτα φρόντισε να απομακρυνθεί αρκετά από την ομάδα των ανθρώπων, αλλά και των ξωτικών, η Νολβέν άφησε τα δάκρυα ελεύθερα να κυλίσουν από τα ωραία της μάτια επάνω στα χλωμά μάγουλά της. Ο δρακοκαβαλάρης, ο άρχοντάς της, ο … αγαπημένος της; Ναι, ο τόσο μα τόσο αγαπημένος της, ο πολυαγαπημένος της Μέρταγκ, θα έφευγε. Θα καβαλούσε τον κόκκινο δράκο του και μαζί θα πετούσαν μακριά της. Όχι για να ξαναγυρίσει σύντομα και πάλι, όπως όλες τις προηγούμενες φορές είχε κάνει, αλλά για να χαθεί για πάντα απ' τη ζωή της. Για πάντα! Φρόντιζε μάλιστα – αυτός, που τόσο στενά τους είχε συντρέξει στους δύσκολους χρόνους της ζωής τους – να τους εγκαταστήσει κάπου μακριά του. Ακόμα και αν κάποτε γυρνούσαν μαζί με τον δράκο του στο βόρειο βουνό τους, οι άνθρωποί του … η Νολβέν, δεν θα ζούσαν πια κοντά τους. Ποτέ! Θα ήταν μακριά του για πάντα! Δεν θα τον έβλεπε ξανά ποτέ! ΠΟΤΕ!
Η σκέψη αυτής της τελευταίας λέξης απομυζούσε κάθε ικμάδα ζωής από μέσα της, κάθε ψήγμα χαράς που είχε απομείνει. Η καρδιά της κοπέλας βούλιαζε σ' ένα βάραθρο με άπατα βάθη κι η ίδια σπάραζε στο κλάμα. Δεν υπήρχε μέλλον πια γι' αυτήν! Δεν υπήρχε ζωή μακριά του! Ούτε καν η σκέψη της μητέρας και του πατέρα της, ούτε και η πιθανή καλυτέρευση των συνθηκών ζωής των κατοίκων του χωριού μπορούσε να προσφέρει κάποια παρηγοριά στο μαρτύριο που την κατέθλιβε. Πώς ήταν δυνατόν από δω και πέρα, να ξημέρωναν γι' αυτήν οι μέρες, όταν αυτός θα έλειπε; Πώς γίνεται ο ήλιος να συνέχιζε την πορεία του λάμποντας επάνω στο στερέωμα, αλλά το βλέμμα του αγαπημένου, να μην πέφτει ποτέ επάνω της; Πώς θα έφεγγαν τα αστέρια στον θόλου του ουρανού τις νύχτες, χωρίς η Νολβέν να μπορεί να δει το φως μέσα στα δικά του τα μάτια; Ούτε η βροχή θα πότιζε πια τη γη, ούτε οι αχτίδες του ήλιου θα ζέσταιναν, ούτε ο άνεμος θα λύγιζε τα ψηλά χορτάρια, αν αυτός θα έφευγε. Όλα ήταν θάνατος! ΘΑΝΑΤΟΣ! Θάνατος για τη Νολβέν! Κι η ίδια ήταν ήδη πεθαμένη. Η καρδιά της δεν θα τον άντεχε αυτόν τον αποχωρισμό. Όλα θα τέλειωναν!
Οι ώρες περνούσαν και το κλάμα της κοπέλας δεν σταματούσε. Ο πόνος που ένοιωθε ήταν βαθύτατος, της ξέσχιζε το στήθος. Αγκάλιαζε σφιχτά τους κορμούς των δέντρων ικετεύοντας, προσπαθώντας να βρει παρηγοριά σ' αυτό το αγκάλιασμα. Λες και ήταν ο δρακοκαβαλάρης ο ακίνητος κορμός που αγκάλιαζε κι εκείνη τον ικέτευε να μην φύγει. Αχ, να γινόταν να σπρώξει τον εαυτό της μέσα στη φλούδα! Να γίνει ένα με τον ξυλώδη κορμό! Να μπορούσε να βρει εκεί την ανακούφιση! Να μην αισθάνεται πια… να μην ακούει… να μην βλέπει… να μην καταλαβαίνει… Να μην υπάρχει κατά τη φρικτή αυτή στιγμή, που εκείνος θα έφευγε.
Το μεσημέρι κόντευε να φτάσει, όταν τα τρεμάμενα βήματά της οδήγησαν και πάλι τη Νολβέν προς τη λιμνούλα, από την αντίθετη κατεύθυνση μ' αυτήν του ξέφωτου. Αχ, ας ήταν τα νερά τόσο βαθιά στο μέρος τούτο, ώστε να πέσει μέσα, να πνιγεί στα άπατα βάθη! Ας βούλιαζε το άθλιο κουφάρι της στον μαύρο πυθμένα κι ας το κρατούσαν εκεί για πάντα τα μούσκλα και οι λειχήνες. Ποτέ να μην τη δει ξανά το φως του ήλιου κι η τελευταία της ανάσα να χαθεί με το όνομά του.
Ήταν πολύ πρωί, όταν ο Θορν άφησε τον καβαλάρη του κοντά στις παρυφές του ξέφωτου, να κανονίσει μαζί με τα ξωτικά και με τον αδελφό του τις τύχες των δίποδων-στρογγυλά-αυτιά κατοίκων του βορρά. Ο ίδιος, με κουρασμένα τα φτερά του απ' το πολύωρο πέταγμα και σκονισμένες τις φολίδες, στράφηκε προς τον ρηχό νερόλακκο να ξαποστάσει. Στις άκρες της μικρής λιμνούλας συνήθιζαν η Σαφίρα και ο Φίρνεν να πλαγιάζουν πλατσουρίζοντας κι ο Θορν, μη θέλοντας να ενοχλήσει, κρατιόταν επιδεικτικά μακριά τους. Πλησίαζε καμιά φορά προσεκτικά, ρουφούσε βιαστικά δυο ρουφηξιές νερό και διακριτικά απομακρυνόταν. Σήμερα όμως οι όχθες ήταν αδειανές, να τις χαρεί όλες δικές του.
Ο κόκκινος δράκος χώθηκε μέσα στα δροσερά νερά μέχρι τη μέση, κατόπιν σύρθηκε με την κοιλιά βαθύτερα αναστατώνοντας τη λάσπη του πυθμένα. Τύλιξε γύρω απ' το σώμα τα φτερά του, περιστράφηκε γοργά βουλιάζοντας την πλάτη μέσα στο παχύρευστο μίγμα και ξύθηκε όπου ένοιωθε φαγούρα. Κυλίστηκε βαθύτερα παίζοντας με το υγρό που τον μισοσκέπαζε, χώνοντας το κεφάλι κάτω απ' την επιφάνεια και φυσώντας απ' τα ρουθούνια του νερό. Φαντάστηκε πόσο αστείος θα έδειχνε στα μάτια του Μέρταγκ, αν ο καβαλάρης του τον έβλεπε και γουργούρισε απαλά, καθόλου μεγαλοπρεπής, μα ευχαριστημένος. Αστείος πράγματι, ξαπλωμένος ανάσκελα μέσα στη λιμνούλα, έχοντας τη μεγάλη του κοιλιά εκτεθειμένη προς στα ουράνια, τα πόδια σηκωμένα πάνω και τα ρουθούνια του να εκσφενδονίζουν το νερό κατά τις όχθες! Ο Μέρταγκ θα γελούσε. Κι ο Μέρταγκ χρειαζόταν να γελάει πότε-πότε.
Ο Θορν γύρισε στο ένα του πλευρό, δίχως να βιαστεί να ξεβγάλει απ' τις φολίδες του τη λάσπη. Ποτέ οι δυο τους, ο καβαλάρης του κι αυτός, δεν είχαν κατορθώσει να διασκεδάσουν. Απ' τη στιγμή που εκκολάφθηκε, τα βάσανα και τα μαρτύρια που πέρασαν σαν σκλάβοι ήταν τόσα, που δικαιούνταν να έχουν κάθε μέρα και ώρα το μερίδιό τους στη χαρά. Ακόμα και όταν λευτερώθηκαν, η ζωή συνέχισε να είναι δύσκολη και για τους δυο τους. Από τώρα όμως και στο εξής, αυτό επρόκειτο ν' αλλάξει! Ο Θορν θα φρόντιζε γι' αυτό.
Ξάφνου, η γαλαζοφόλιδη Σαφίρα πρόβαλε ανάμεσα από τα καλάμια πλησιάζοντας την όχθη με βήματα βαριά. Ο Θορν σήκωσε για λίγο το μουσούδι παρατηρώντας την. Η δράκαινα φαινόταν λυπημένη και δίκαιο ήταν, αφού ο σύντροφος της καρδιάς της και της φωλιάς την είχε αφήσει. Ο κόκκινος δράκος τέντωσε τον μακρύ λαιμό του καλώντας την κοντά του, να πλατσουρίσουνε παρέα στη λιμνούλα. Εκείνη σωριάστηκε δύσθυμα επάνω στα χαλίκια, περιορίζοντας να βρέξει μονάχα τις πατούσες με τα χοντρά της νύχια, κατόπιν αρχίνισε να γλείφεται με την αγκαθωτή της γλώσσα.
Νοιώθοντας απ' το πρωί μια σκανδαλιάρικη διάθεση να τον τυλίγει, ο Θορν αποφάσισε να παίξει με τη Σαφίρα, θέλοντας να την διασκεδάσει και να την παρηγορήσει. Ξεκίνησε και πάλι να κατρακυλά μπρος-πίσω ανάμεσα στην κοίτη και την όχθη, φυσώντας προς τα ουράνια τους πίδακες νερού από τα ρουθούνια. Παρά τις γελοιότητές του όμως, η δράκαινα συνέχιζε να παραμένει έξω από το νερό βαριά από τη θλίψη.
‟Έλα κι εσύ μαζί μου στη λιμνούλα" πρότεινε ο Θορν, με όσο πιο χαρούμενο ύφος μπορούσε να διαθέσει πεταρίζοντας τα φτερά του, εξακοντίζοντας ένα θερμό πίδακα νερού προς τη μεριά της.
‟Δεν θέλω σήμερα" του δήλωσε η Σαφίρα εκνευρισμένη. ‟Η καρδιά μου είναι βαριά από θλίψη, το ίδιο είναι και του καβαλάρη μου."
Ο Θορν σηκώθηκε στα πίσω πόδια παρατηρώντας την, η παιχνιδιάρικη διάθεσή του πάντα ζωντανή να διανθίζει τον τόνο της φωνής του. ‟Έλα! Ο χρόνος που έχουμε μπροστά μας είναι απέραντος, μα η διασκέδαση στη λιμνούλα λίγη. Εσύ κι ο καβαλάρης σου θα έχετε χρόνους και χρόνους για να τους ζήσετε μαζί με αυτούς που αγαπάτε."
Η σχεδόν παιδιάστικη φωνή του δράκου παρακίνησε τη Σαφίρα, ώστε να σηκώσει αυτή το κεφάλι παρατηρώντας τον. Έπαιζε τώρα σαν νεοσσός που μόλις εκκολάφθηκε αναπηδώντας ένα γύρω με τα βαριά του πόδια, τσαλαβουτώντας με τα φτερά του κι εκσφενδονίζοντας νερό από τα ρουθούνια. Πόσο μεγάλο ήταν το κακό αλήθεια, πόσος ο πόνος, που αυτός και ο καβαλάρης του είχαν βιώσει στα χέρια του τυράννου. Τα βάσανά τους δεν είχαν τελειωμό. Όμως, να τον τώρα, κεφάτος και χαρωπός έπαιζε ευτυχισμένος. Η χαλαρή του διάθεση στάλαξε λίγο βάλσαμο μέσα στην καρδιά της. Ο Θορν είχε δίκιο. Ο καβαλάρης της και αυτή θα είχαν χρόνους και χρόνους μπροστά τους, ώστε να ξανασμίξουν με αυτούς που αγαπούσαν. Μπορεί κάποτε να ερχόταν και η ώρα που θα ένωναν για πάντα τις ζωές τους. Η ίδια όφειλε να συντρέξει τον καβαλάρη της και όχι να επιβαρύνει το συναίσθημά του. Μέρος από το κέφι του Θορν παρέσυρε και τη Σαφίρα, ώστε να μπει μαζί του στη λιμνούλα βρέχοντας την πλάτη και τα φτερά της. Κάποια μάλιστα στιγμή βούτηξε μέσα το κεφάλι κολυμπώντας κάτω απ' το νερό στο πιο βαθύ σημείο. Ενθουσιασμένος ο Θορν την ακολούθησε.
Το βάρος από την καρδιά της Σαφίρα, άρχισε να ελαφρώνει. Σήκωσε πάνω απ' το νερό το μεγαλόπρεπο κεφάλι κι ακούμπησε το μουσούδι της σ' αυτό του Θορν. ‟Πήρες μεγάλο βάρος μέσα από την καρδιά μου" του είπε. ‟Αυτό θα στο χρωστάω!"
Όταν οι δύο δράκοι βαρέθηκαν να παίζουν, πλάγιασαν πλάι-πλάι στην όχθη της λιμνούλας με τα φτερά μισάνοιχτα, για να στεγνώνουν οι μεμβράνες. Ο ήλιος έστελνε θερμές ακτίνες πάνω στα γιγάντια κορμιά τους, κάνοντας τις φολίδες τους να λάμπουν. Τα λευκά τους κέρατα και νύχια γυάλιζαν στο φως κι οι ίδιοι χαλάρωναν στη ζέστη.
Απ' την απέναντι όχθη της λιμνούλας πρόβαλε η δίποδη-στρογγυλά αυτιά κόρη του λόρδου, αυτή που άνθρωποι και ξωτικά αποκαλούσανε Νολβέν. Ερχόμενη μέσα απ' το δάσος οδήγησε τα βήματά της προς την όχθη τρεκλίζοντας από τη θλίψη κι εκεί σωριάστηκε. Από τα μάτια της έρεαν τα δάκρυα ποτάμι και τα μάγουλά της ήσαν χλωμά. Οι δύο δράκοι τέντωσαν τους λαιμούς τους περιέργεια γεμάτοι παρατηρώντας την. Ο Θορν μύρισε προς τη μεριά της τον αέρα, η Σαφίρα κρέμασε την αγκαθωτή της γλώσσα γευόμενη την μυρωδιά του πόνου.
Τα δάκρυα στα βαριά ματόκλαδά της και η θλίψη είχαν εμποδίσει τη Νολβέν να αντιληφθεί την παρουσία των δράκων. Τα γόνατά της λύγισαν κι αυτή σωριάστηκε στην όχθη του νερού απελπισμένη. Μόλις όμως πρόσεξε τον Θορν και τη Σαφίρα, να έχουν στρέψει την προσοχή προς τη μεριά της, απότομα τινάχτηκε ολόρθη, ξαφνιασμένη. ‟Συγνώμη, μεγαλόπρεποι άρχοντές μου, που σας ενόχλησα" απολογήθηκε κάνοντας μια υπόκλιση προς τη μεριά τους. ‟Όταν κατευθυνόμουν προς τα εδώ, δεν γνώριζα ότι βρισκόσαστε στη λίμνη." Ταυτόχρονα σκούπισε τα δάκρυα απ' τα μάγουλά της με την ανάστροφη της παλάμης.
Ο Θορν σηκώθηκε αργά κατευθυνόμενος προς τη μεριά της. ‟Μπορώ να δω τι υπάρχει στην καρδιά σου" δήλωσε με σοβαρότητα.
Τρομαγμένη από τη βαριά φωνή που ένοιωσε πρώτη φορά ν' αγγίζει το μυαλό της, η κοπέλα πισωπάτησε αναστατωμένη. Κοιτάζοντας τριγύρω της, να βρει βοήθεια, ετοιμάστηκε να τρέξει όσο πιο μακριά μπορούσε.
‟Μην φεύγεις" απαίτησε ο κόκκινος δράκος κρατώντας αρκετή απόσταση, μη θέλοντας να την φοβίσει περισσότερο. ‟Δεν κινδυνεύεις."
‟Δεν έχεις τίποτε να φοβηθείς από εμάς, μικρούλα" πρόσθεσε και η Σαφίρα. ‟Κανένας από μας δεν θέλει να σε βλάψει."
‟Μπορώ να βλέπω την καρδιά σου" επανέλαβε ο Θορν. ‟Έχεις αισθήματα βαθιά κρυμμένα για τον καβαλάρη μου."
‟Σας βεβαιώνω… μεγάλοι δράκοι… πως…" τραύλισε η Νολβέν, χωρίς να μπορεί να συνεχίσει. Πώς ήταν δυνατόν να ξέρει ο δράκος, ότι αυτή…
‟Πονάς, γιατί έμαθες ότι αυτός … εμείς θα φύγουμε μακριά" επέμεινε ο Θορν με τη μελωδική φωνή του. ‟Δεν πρέπει όμως να γεμίζει άλλο η καρδιά σου πόνο. Σε τούτο το ταξίδι μας πρέπει να σου ζητήσω να έρθεις κι εσύ μαζί μας, για το καλό του καβαλάρη μου και το δικό σου."
Ο δράκος πλησίασε περισσότερο και στάθηκε μεγαλόπρεπος μπροστά της, κοιτάζοντάς την με τα λαμπερά του μάτια. Τι είχε απαιτήσει η μελωδική φωνή του; Η Νολβέν να ταξιδέψει μαζί του και με τον καβαλάρη του; Το κορίτσι τα έχασε. Η φωνή πνίγηκε στο λαιμό της. Ένα βαθύ συναίσθημα την κατέκλισε ζαλίζοντάς την, συναίσθημα που δεν μπορούσε να πει αν είναι δικό της ή του δράκου. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Πώς θα μπορούσε η Νολβέν να ταξιδέψει με το κόκκινο ζευγάρι στη γη των δράκων;
‟Μεγάλε δράκε… πώς είναι δυνατόν;… πώς θα μπορούσα;… πώς θα εγκατέλειπα μητέρα και πατέρα;… και ο άρχοντάς μου… πώς θα γινόταν να με αποδεχτεί να έρθω;… Σίγουρα θα αρνηθεί, αν το ζητήσω…" Το κουράγιο εγκατέλειψε τη Νολβέν κι αυτή για μια ακόμα φορά σωριάστηκε επάνω στα χαλίκια της όχθης, κοιτάζοντας προς τη μεριά του κόκκινου δράκου με δέος.
Ο Θορν έσκυψε πάνω της τεντώνοντας προς αυτήν τον μακρύ λαιμό του. ‟Ο καβαλάρης μου είναι υποχρεωμένος να δεχτεί ό,τι του ζητήσω. Αν είναι αυτή η θέλησή μου, σίγουρα δεν θα μου αρνηθεί τη χάρη."
Πλησίασε κοντά τους και η Σαφίρα και έγλυψε με τη γλώσσα τη Νολβέν στο πλάι του λαιμού της. ‟Αν ο Μέρταγκ δεν εγκρίνει τον ερχομό σου," πρόσθεσε και αυτή μιλώντας πάντα στο μυαλό της κόρης ‟ο δικός μου ο καβαλάρης σίγουρα θα σε δεχόταν. Είσαι δική μας προσκαλεσμένη και όχι των εκλεκτών μας."
Ο Νολβέν απόμεινε να τους κοιτάζει σαν χαμένη, η απορημένη της ματιά να στρέφεται πότε στον Θορν και πότε στη Σαφίρα. ‟Μα…"
‟Τέλος! Κανονίστηκε" δήλωσε ο κόκκινος δράκος. ‟Θα πετάξουμε μαζί σ' αυτό μας το ταξίδι."
Η Σαφίρα σκούντησε το κορίτσι με το μουσούδι της, κάνοντάς την να σηκωθεί απ την όχθη. ‟Μπορώ να διαβάζω την καρδιά σου κι εκεί βλέπω ότι για σένα υπάρχουνε προοπτικές στη γη των δράκων" συμπλήρωσε.
Ο Θορν την έσπρωξε ελαφρά, να προχωρήσει πρώτη. ‟Πηγαίνουμε τώρα να ανακοινώσουμε τις αποφάσεις μας σε όλους."
