To DroidePlane for their kind reviews.

To 815BrokenPencils for her inspiration.


Αλλότροπα

Κεφάλαιο 1

Ο τύραννος βασιλιάς εξοντώθηκε. Ο Έραγκον, με τη βοήθεια των Ελντουνάρι και των συντρόφων του κατάφερε να τον εξολοθρεύσει. Εσύ απόμεινες πληγωμένος πάνω στην κρύα πέτρα του πατώματος, να αιμορραγείς μέσα σε πόνους αβάσταγους. Ο Θορν – ο λατρεμένος, πολύπαθος Θορν – δίχως να σκέφτεται τις δικές του τις πληγές, σε σκουντά με το ματωμένο του μουσούδι. ‟Είμαι καλά" του λες κι ας μην νοιώθεις έτσι. Ύστερα είναι κι η Ναζουάντα, δεμένη στην όρθια πέτρινη πλάκα με δεσμά άθραυστα. Βλέπεις, πως παρόλο που ο Γκαλμπατόριξ χάθηκε, ο Έραγκον και οι δικοί του αδυνατούν να ανοίξουν τις αλυσίδες, που δένουν τους καρπούς της. Μονάχα εσύ μπορείς. Στηρίζεις το βάρος σου στον Θορν, σε βοηθά να σηκωθείς και πλησιάζεις. ‟Τραβήξου παραπέρα" απαιτείς κι ο Έραγκον ξαφνιασμένος υπακούει. Είσαι εσύ που λύνεις τα δεσμά της ψέλνοντας το Όνομα όλων των ονομάτων, κατανικώντας τη μαγεία του τυράννου. Κι είναι εκείνη, η Ναζουάντα, που περνά το δικό σου χέρι πάνω από τον ώμο της, στηρίζοντας το βάρος του πληγωμένου σου κορμιού προς την έξοδο.

Αργότερα επάνω στην ταράτσα της ακρόπολης, αφού γιατρέψεις τον Θορν και τον εαυτό σου αντλώντας τις δυνάμεις που χρειάζεσαι από τα νεαρά σου Ελντουνάρι, θα ανακουφίσεις και τις δικές της τις πληγές. Όλες αυτές, που εσύ υποχρεώθηκες να προκαλέσεις στο κορμί της. Δεν το αντέχεις να την κοιτάς στα μάτια – αυτά τα σκούρα, όμορφα, γεμάτα πόνο μάτια της – που τόσο θα ήθελες να επικεντρωθείς στα βάθη τους κρατώντας της τα χέρια. ‟Πρέπει να φύγουμε" της λες κι αφήνεις στα πόδια της μπροστά τις θήκες της σέλας σου, γεμάτες με τα Ελντουνάρι∙ τις καρδιές των δράκων που ο Γκαλμπατόριξ σε ανάγκασε να χρησιμοποιήσεις. ‟Για τον Έραγκον" προσθέτεις, σίγουρος ότι εκείνη θα τα παραδώσει. Η Ναζουάντα σου ζητά να μείνεις. ‟Ο πόλεμος τελείωσε" θα σου πει. Εσύ όμως ξέρεις, ότι για σένα η μάχη μόλις έχει αρχίσει. ‟Μόνο κακό μπορεί να σου προκαλέσει το αν έμενα κοντά σου" τονίζεις αποφασιστικά. ‟Κακό σ' εσένα και τους Βάρντεν." Κι αυτή καταλαβαίνει.

Καβαλάς τον Θορν και φεύγετε πετώντας, προτού κάποιο από τα ξωτικά αποφασίσει να σας σταματήσει. Δεν θα κοιτάξεις καν πίσω σου. Η πόλη που σε σκλάβωσε σε διώχνει γοργά μακριά της. Αποφεύγεις να ρίξεις μια ματιά στις μάχες, που τόπους-τόπους ακόμα μαίνονται στους δρόμους. Περνάς γοργά τα τείχη και κατευθύνεσαι προς το ποτάμι. Θα πρέπει να βρεις νερό, να ξεπλύνεις όσο αίμα μπορείς από πάνω σου… από τα χέρια σου… ας γινόταν και από την καρδιά σου. ‟Είμαστε επιτέλους ελεύθεροι" σου λέει ο Θορν κι εσύ λαχταράς να τον πιστέψεις. Ο τύραννος έχει χαθεί. Οι αλυσίδες που σε δένανε στη σκλαβιά της υπηρεσίας του έχουν σπάσει. Γιατί νοιώθεις ακόμα τόσο βαριά την καρδιά σου; ‟Είμαστε;" αναρωτιέσαι.

Ο Έραγκον και η Σαφίρα σας έχουν πάρει στο κυνήγι. Ζητάς από τον Θορν να προσγειωθεί στην ερημική όχθη του Ράμρ, μπροστά από μία θάλασσα τσουκνίδες, που σε χωρίζουν από την κοίτη του νερού. Εκεί τον περιμένεις να συναντηθείτε. Ζητάς να δώσεις ένα τέλος σ' αυτή την καταδίωξη. Δεν θα το αντέξεις, αν πρέπει και πάλι να τον πολεμήσεις. Τον αφήνεις να προσεδαφιστεί, να πλησιάσει, να μιλήσετε.

Όλες τις μέρες και τις νύχτες που θα ακολουθήσουν, δεν παύεις να αναρωτιέσαι, γιατί τον άφησες να σε πείσει να μην φύγεις; Γιατί να μην απομακρυνθείτε μόνοι προς τον βορρά, όπως σχεδίαζες; Εκείνοι, ο Έραγκον και η Σαφίρα, έχουν τους λόγους τους να σας κρατούν κοντά τους. Το ξέρουν ότι είσαι μάγος ισχυρός, τόσο που να μην σε εμπιστεύονται. Κι ο Θορν, μετά την συντριβή του Σρούικαν, είναι ο μοναδικός ζωντανός άλλος δράκος. Καταλαβαίνεις, πως δεν θέλουν να σας αφήσουν ανεξέλεγκτους σε περιοχή άγνωστη. Σας έταξαν δίκη δίκαιη σε χρόνο εύλογο, όταν ο κουρνιαχτός της μάχης καταλαγιάσει∙ όταν η φλόγα του μίσους εναντίων σας κρυώσει. Σας μίλησαν για αμνηστία κι εσύ δέχτηκες.

Υπόσχεσαι, ότι όταν αυτή η αμνηστία σας δοθεί, θα του διδάξεις το Όνομα των ονομάτων. Ο Θορν δεν αντιδρά. Ο Θορν το μόνο που προσδοκά, είναι να δει εσένα γαληνεμένο.

.*.

Ήρθε ο καιρός που θα κριθείτε για όσα εγκλήματα κατά των επαναστατών υποχρεωθήκατε να κάνετε κάτω από τη σατανική επιρροή του Γκαλμπατόριξ. Αυτοί που καλούνται να σας κρίνουν δεν είναι η Ναζουάντα και οι Βάρντεν, ούτε τα ξωτικά κι οι νάνοι. Είναι οι καρδιές των δράκων, μιας και τα Ελντουνάρι θεωρούνται οι πρεσβύτεροι των δρακοκαβαλάρηδων. Αν και πεπτωκότες, δεν παύετε να ανήκετε στην τάξη τους.

Τα Έλντουνάρι κρίνουν, ότι ο Θορν κι εσύ πρέπει να μείνετε απομονωμένοι ένα διάστημα και σε περιοχή συγκεκριμένη. Όχι φυλακισμένοι, μα ούτε και τελείως ελεύθεροι. Θα μπορείτε να πετάτε στον ουρανό και να κινείστε ελεύθεροι στη γη, φτάνει να μην απομακρυνθείτε από την περιοχή που οι καρδιές των δράκων θα ορίσουν. ‟Για πόσο χρόνο;" ρωτάς εσύ, όμως τα Ελντουνάρι αρνούνται να απαντήσουν. ‟Μέχρι να αλλάξουν οι καρδιές σας και να είστε έτοιμοι για τον έξω κόσμο" λένε.

Το συζητάτε με τον Θορν και συμφωνείτε. Θα υποταχθείτε στη θέλησή τους. Παρά το ότι επιθυμείτε τα ελεύθερα ταξίδια, κάτι που σας έλειψε με τον τύραννο βασιλιά, οι κίνδυνοι που σίγουρα θα βρείτε στον άγνωστο βορρά δεν παύουν να σας τρομάζουν. Το ξέρετε και οι δύο, ότι στα υπόλοιπα τα μέρη θα είστε έκπτωτοι. Οι κίνδυνοι από τα ξωτικά, τους νάνους, ακόμα και τους ανθρώπους θα σας ακολουθούν όπου κι αν είστε. Άλλωστε, δεν θα είναι αιώνιος ο περιορισμός σας.

Εσύ ειδικά επιθυμείς βαθύτατα να αλλάξει η καρδιά σου. Δεν τον αντέχεις άλλο πια τον πόνο, που κατοικεί εκεί μέσα∙ ούτε τις τύψεις για όσα εξαναγκάστηκες να κάνεις∙ ούτε τις μνήμες του βασανισμού σου. Είναι κι ο Θορν, που ξέρεις πως αποζητά όσο τίποτε άλλο την ησυχία και τη γαλήνη.

Βιάζεσαι να δεχτείς, σαν ανόητος που είσαι, αφού ακόμα δεν άκουσες τον τόπο της απομόνωσής σας. Τα Ελντουνάρι ορίζουν τόπο διαμονής σας τις περιοχές των ξωτικών, που βρίσκονται γύρω από την πρωτεύουσά τους Ελλεσμίρα, βαθιά μέσα στο Ντου-Γουελντενβάρντεν. Κατσάβραχα του Τελ'Ναΐρ λένε το μέρος. Δεν θα έχετε δικαίωμα να φύγετε από εκεί, ούτε να μπείτε στο βασίλειο του Μπρόντρικ. Κατσάβραχα του Τελ'Ναΐρ, λοιπόν. Εκεί που ζούσαν κάποτε ο Όρομις και ο χρυσός του δράκος Γκλέιντρ. Αυτοί που σκότωσες… που αναγκάστηκες να σκοτώσεις. Αυτοί… που θέλεις να ξεχάσεις όσο τίποτε άλλο. Η τέλεια για σένα τιμωρία!

.*.

Ο Έραγκον ισχυρίζεται, πως για μια απόφαση όπως αυτή, θα πρέπει να συμφωνήσουν και τα ξωτικά. Φροντίζει να έρθει σε επαφή με τη νέα βασίλισσά τους, να την ενημερώσει. Από το ύφος του καταλαβαίνεις πόσο αυτή δυσανασχέτησε. Ποιο ξωτικό θα ήθελε τον γιο του Μόρζαν να τριγυρνά κοντά τους; Η παρουσία σας γύρω από την πρωτεύουσά τους μόνο δυσφορία θα τους προκαλεί. Αρχίζεις να φοβάσαι, ότι έχεις πάρει τη λάθος απόφαση. Το υποσχέθηκες όμως στα Ελντουνάρι. Είναι κι ο Θορν, που συμφωνεί μαζί τους. Η συναίνεσή του σου δίνει ένα κάποιο θάρρος.

Η νέα βασίλισσα των ξωτικών, η Άρυα, φέρνει το θέμα της απαίτησης των Ελντουνάρι στο συμβούλιο των αρχόντων. Πιστεύεις ότι εκείνοι θα αρνηθούν, μιας και το μίσος τους για σένα είναι μεγάλο, άσβεστο κι αιώνιο όπως και οι ζωές τους. Αρχίζεις κάπως να ελπίζεις, ότι τα Ελντουνάρι θα ορίσουν άλλον τόπο. Τρομάζεις μετά με την ιδέα, μήπως ο τόπος αυτός είναι κοντά στους νάνους. Οι άρχοντες όμως των ξωτικών σας δέχονται. Θα βάλουν μοναχά έναν όρο. Εσύ κι ο δράκος σου δεν θα πατήσετε ποτέ μέσα στην Ελλεσμίρα.

Η συμφωνία κλείνει, όμως δεν σου ξεφεύγει, ότι ο Έραγκον έπεισε τα ξωτικά λέγοντάς τους, ότι καλύτερα να μένεις κάπου κοντά τους με τον Θορν. Μπορούν έτσι να σε ελέγχουν. Κι αν πας να τους ξεφύγεις, θα σε φυλακίσουν εν ανάγκη χρησιμοποιώντας τη μαγεία τους. Άμυαλος που είσαι Έραγκον! Ακόμα δεν σου έχω διδάξει το Όνομα των ονομάτων, εγώ όμως το ξέρω.

Ο Θορν σε παροτρύνει διαρκώς, να χαλαρώσεις με τις φοβίες σου. Δεν είναι μήπως φυσικό να σας φοβούνται μετά από όσα αναγκαστήκατε να κάνετε; Εσύ καλά καταλαβαίνεις, ότι σε υποπτεύονται. Δεν θέλουν να διέρχεσαι ανεξέλεγκτος τη χώρα σχεδιάζοντας διάφορα. Οι άνθρωποι της Ναζουάντα έχουν ανάγκη από ησυχία και ειρήνη, το ίδιο και όλα τα άλλα γένη. Το ίδιο όμως και εσύ. Το ίδιο και ο Θορν. ‟Ζώντας κοντά τους," λέει ο σύντροφος της καρδιάς σου και του νου ‟θα γαληνέψουμε. Αφού οι πρεσβύτεροι των δράκων πιστεύουν ότι αυτό είναι το καλύτερο για μας, εκείνοι ξέρουν."

Πόσο πολύ θέλεις να του κάνεις το χατίρι! Τα δέχεσαι όλα, τη νέα ‟γαλήνια" φυλακή σου για το καλό το δικό σου, του δράκου σου, της Αλαγαισίας. Διδάσκεις στον Έραγκον το Όνομα των ονομάτων ελπίζοντας να μην χρειαστεί να το χρησιμοποιήσει ποτέ, ανεβαίνεις στη σέλα του Θορν και παρέα πετάτε προς το Ντου-Γουελντενβάντεν.


(συνεχίζεται)