To DroidePlane for their kind reviews.
To 815BrokenPencils for her inspiration.
Αλλότροπα
Κεφάλαιο 2
Προσγειώνεσαι με βαριά την καρδιά στο οροπέδιο του Τελ'Ναΐρ, κοντά στην καλύβα όπου έζησαν εκείνοι, που το χέρι και το δόντι σας έχουν σκοτώσει. Εκείνοι που, το επόμενο διάστημα μετά τον φόνο, οι καρδιές σας είχαν τόσο μάταια λαχταρήσει να είχαν γνωρίσει. Νοιώθεις όμως ακόμα θυμό για το τότε. Θυμάσαι που είχες καταραστεί τον γέρο ξωτικό, γιατί είχε κρυφτεί μαζί με τον δράκο του στην ασφάλεια του δάσους αφήνοντας εσένα και τον Θορν σκλάβους στα νύχια του Γκαλμπατόριξ.
Ο Θορν έχει όμως δει την αγάπη του Έραγκον για τον δάσκαλό του μέσα από τις μνήμες της Σαφίρα. Όλον τον χρόνο που εσύ ξόδευες αναμασώντας την αγωνία σου για την ετυμηγορία των Έλντουνάρι, ο Θορν δεν έχανε άδικα τον καιρό του. Ερχόταν σε διανοητική επαφή με τη Σαφίρα. Μπαίνει τώρα στον κόπο, να σε ενημερώσει για τα συναισθήματα του Έραγκον προς τον Όρομις αφήνοντάς σε μετά να ξεμπλέξεις τα μπερδεμένα τα δικά σου. Βρίσκεσαι ανάμεσα σ' εκείνη την παλιά σου την οργή και τη λαχτάρα σου, να είχες διδαχθεί κι εσύ από τον πρεσβύτερο. Δεν ξέρεις ποιο απ' τα δύο σου προκαλεί πόνο λιγότερο. Στιγμή δεν θα πάψεις να λες στον εαυτό σου, ότι εκείνος που σκλάβωσε τότε το κορμί σου ήταν ο Γκαλμπατόριξ. Αυτός ήταν που σκότωσε το αρχαίο ζευγάρι και όχι το δικό σου χέρι. Ο πόνος όμως δεν καταλαγιάζει, ούτε οι τύψεις.
Θα χρειαστεί να επαναλάβεις την ίδια δικαιολογία πολλές φορές ακόμα, όσο θα ζείτε στο οροπέδιο.
.*.
Δεν πρόλαβες να κατεβείς από τη σέλα και μια ομάδα ξωτικών εμφανίζεται ανάμεσα από τα δένδρα. Μαζί είναι και η βασίλισσά τους. Σας περιμένουν να πλησιάσετε. Σας φέρονται ψυχρά κι απόμακρα, ευγενικά όμως πάντοτε. Σας βεβαιώνουν, ότι τίποτε δεν θα πρέπει να φοβάστε από τη μαγεία τους, αν κι εσύ δεν χρησιμοποιήσεις τη δική σου εναντίων τους. Δεν μένει άλλο, παρά να υποσχεθείς στην αρχαία γλώσσα και ανταλλάσσετε πάραυτα τους όρκους.
Στον δράκο σου επιτρέπεται να κυνηγά μονάχα για τροφή, όμως μακριά από τα εδάφη της Ελλεσμίρα. Δεν θέλουν να μολυνθεί το ‟άγιο" χώμα τους με αίμα. Σε σένα θα παραχωρήσουνε τροφή, για όσο διάστημα χρειαστεί να παραμείνεις στην επικράτειά τους. Ο Θορν θα δεχτεί αγόγγυστα την απαγόρευση. Εσύ ευχαριστείς ψυχρά, αλλά αρνείσαι. Δεν σου χρειάζεται τροφή των ξωτικών. Προτιμάς να είσαι αυτάρκης. Τίποτε δεν θα χρειαστείς από τα ξωτικά, έτσι τους λες, μονάχα την ελευθερία και τη μοναξιά σου. Εκείνοι το σέβονται και αποχωρούν. Παρατηρείς τις σκιές τους να χάνονται γοργά ανάμεσα στα δένδρα. Επιτέλους, είστε μόνοι!
.*.
Ο Θορν τριγυρίζει μυρίζοντας τους βράχους. Βρίσκει, πως ακόμα εκεί παραμένει η μυρωδιά του αρχαίου αρσενικού και της Σαφίρα. Τέλος κουλουριάζεται κοντά στην καλύβα που υπάρχει στις παρυφές του δάσους και, κουρασμένος καθώς είναι από το ταξίδι, κοιμάται βαθιά. Θα πρέπει να έχει κοιμηθεί στο ίδιο εκείνο το σημείο, όπου ο χρυσαφένιος δράκος κούρνιαζε. Μπορείς να δεις εκεί το σχετικό βαθούλωμα του εδάφους, διαμορφωμένο από τα χρόνια που πλάγιαζε πάνω του μεγάλο βάρος. Παρατηρείς ένα γύρω καψαλισμένες πέτρες από τις φλόγινες ανάσες.
Εσύ μένεις μονάχος, μόλις ο νους του Θορν κλείνει στο όνειρο. Κοιτάζεις την αρχαία καλύβα, τραγουδισμένη ανάμεσα σε τρία πεύκα και σκέφτεσαι, ότι δεν υπάρχει περίπτωση καμία να μπεις μέσα. Μέσα εκεί υπάρχουν ακόμα προσωπικά αντικείμενα αυτού που το σπαθί σου σκότωσε. Όλα αυτά που ο γέροντας χρησιμοποιούσε∙ τα ρούχα, το κρεβάτι, τα στρωσίδια, τα σκεύη της κουζίνας, τα βιβλία του… όλα δικά σου. Νοιώθεις όμως, πως αν μπεις μέσα εκεί για να τα χρησιμοποιήσεις, αυτή θα είναι και η πραγματική φυλακή σου. Αποφασίζεις να ζεις και να κοιμάσαι έξω. Καλή είναι και η ύπαιθρος.
Πλαγιάζεις στο πλευρό του Θορν και προσπαθείς να αφήσεις πίσω σου την αγωνία και την κούρασή σου. Επικεντρώνεσαι στον κόσμο γύρω σου. Ο ουρανός είναι ασυννέφιαστος από πάνω σου κι απλώνεται απέραντος. Το σούρουπο έχει πέσει και τόπους-τόπους ξεκρίνεις λαμπερά άστρα. Το δάσος γύρω είναι πυκνό και όμορφο, γεμάτο θάμνους με καρπούς. Τα ξωτικά εξαφανισμένα. Κάπου κοντά ακούς γάργαρο να κυλά ένα ρυάκι. Τι άλλο θέλεις;
Παραδίνεσαι στον κελαρυστό ήχο που γεμίζει τ' αυτιά σου κι αφήνεσαι να σε νανουρίσει.
.*.
Ξυπνάς μόλις χαράξει η νέα μέρα. Σβήνεις τη δίψα σου από το ρυάκι και χορταίνεις την πείνα σου τρώγοντας βατόμουρα και ρίζες. Αντιλαμβάνεσαι κάπου κοντά τα ξωτικά, να παρακολουθούνε με καχυποψία. Δεν πρόκειται να τους κάνεις την τιμή να τους καλέσεις για να πλησιάσουν. Ας κάτσουν από μακριά να βλέπουν ένα δράκο να ξυπνάει.
Ο Θορν τεντώνεται, χασμουριέται κι αρχίζει να καθαρίζει τις φολίδες και τα νύχια του. Τον αφήνεις στην πρωινή του ησυχία προσπαθώντας να μην σκέπτεσαι το μετά. Αν προσπαθήσεις πιο πολύ, ίσως ο νους σου να κενώσει και πάψεις και να θυμάσαι. Βαδίζεις, σαν αργόσχολος που είσαι, μέχρι την άκρη του γκρεμνού κι εκεί αφήνεσαι για ώρα, να κοιτάς το τίποτα. Δεν υπάρχει άλλωστε κάτι να δεις. Μια πράσινη κουβέρτα σκεπάζει όλον τον κόσμο, μιας και το δάσος των ξωτικών απλώνεται παντού από κάτω σου. Έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι στην κορυφή του κόσμου.
Ο Θορν βρίσκεται πλάι σου παρακινώντας σε για να πετάξετε παρέα. Προσφέρει το πόδι του για σκαλοπάτι κι εσύ ανεβαίνεις. Ξαπλώνεις πάνω στη ράχη του ακουμπώντας το μάγουλό σου στις πλατιές φολίδες του σβέρκου του προσέχοντας τα κέρατά του. Εκείνος ανοίγει διάπλατα τα φτερά του και πηδά στο κενό. Σε παίρνει μακριά από τους βράχους, μακριά από την καλύβα που μέσα της δεν θέλεις να μπεις, μακριά από την καχυποψία των ξωτικών. Πετάτε μαζί προς το γαλάζιο του ουρανού. Θα φτάσετε τόσο ψηλά, όσο ο αέρας να γίνει αραιός κι η ανάσα σου να δυσκολέψει. Σύννεφα δεν υπάρχουν να κρυφτείτε πίσω απ' τους συμπυκνωμένους υδρατμούς. Ο ήλιος ολόλαμπρος φωτίζει κάνοντας τις φολίδες του αγαπημένου Θορν να λάμψουν. Τα μάτια σου πονούν και σου κόβεται η ανάσα. Μια ζάλη νοιώθεις, που σε συνεπαίρνει. Κλείνεις τα μάτια κι αφήνεσαι μονάχα στις αισθήσεις. Μπράβο σου! Κατάφερες για λίγο να κλείσεις την πόρτα του νου στις μνήμες.
Ξαφνικά ανακαλύπτεις, ότι πετάτε πάνω από την πράσινη κουβέρτα του δάσους. Ο Θορν έχει κατέβει χαμηλά πάνω από τα δένδρα. Θα φτάσετε τόσο μακριά, μέχρι να μην σας επιτρέπετε άλλο. Η διάνοια του Γκιλντέριεν του Σοφού, του φύλακα του δάσους που σας επέτρεψε την είσοδο, σας αποτρέπει να πάτε πάρα πέρα.
Αντιλαμβάνεσαι τα ισχυρά μάγια, που σας εμποδίζουν να βγείτε από τον χώρο που σας ορίστηκε. Μπαίνεις σε μεγάλο πειρασμό, να χρησιμοποιήσεις το Όνομα των ονομάτων. Όμως προτιμάς να αποφύγεις τη ρήξη με τα ξωτικά από την πρώτη σου μέρα στους γκρεμνούς. Πειθήνια ο Θορν παίρνει στροφή, γυρίζοντάς σας προς τους βράχους του Τελ'Ναΐρ. Ήρθε η ώρα να προσγειωθείς ξανά στη γη. Ν' αντιμετωπίσεις την καλύβα την τραγουδισμένη από τη φλούδα των τριών πεύκων. Να σκεφτείς όλα όσα περιέχει… αυτόν που του ανήκαν…
Θα περάσουν πολλές μέρες κι εσύ ακόμα αποφεύγεις να μπεις μέσα.
.*.
Οι μέρες και οι νύχτες συνεχίζονται με παρόμοια ρουτίνα. Πετάτε κάθε μέρα με τον Θορν μέχρι τα όρια που σας τέθηκαν. Πρόκειται για τεράστιο κύκλο γύρω απ' τα βράχια και αν αποφασίζατε να καλύψετε ολόκληρη την απόσταση σε μία εξόρμηση, δεν θα σας φαινόταν και μικρή. Παρ' όλα αυτά, νοιώθεις μονίμως περιορισμένος. Δεν έχεις αποφασίσει αν έκανες καλά, να δεχτείς τα όρια που σου έχουν θέσει. Ίσως… αν ταξιδεύατε προς τον βορρά…
Ο Θορν κυνηγά για την τροφή του και κάποια μέρα σου προσφέρει το καλύτερο κομμάτι. Ο καιρός έχει αρκετά ψυχράνει. Οι ωμές ρίζες δεν σε χορταίνουν και τα μούρα τελειώνουν. Έχεις χάσει πολύ βάρος και η αίσθηση της πείνας διαρκώς σε βασανίζει. Δεν θέλεις βέβαια να προσβάλεις τα ξωτικά τρώγοντας κρέας, όμως ενδίδεις. Πετάτε όσο μακρύτερα από την Ελλεσμίρα σας επιτρέπεται κι εκεί ανάβεις μια φωτιά και ψήνεις. Αφού χορτάσει η πείνα σου, τυλίγεις όσο φαγητό περίσσεψε σε φύλλα και το παίρνεις μαζί σου. Θα έχεις και για την άλλη μέρα.
Την επομένη, μία ομάδα ξωτικών εμφανίζεται στο οροπέδιο. Σε πετυχαίνουν στο ρυάκι, την ώρα που προσπαθείς να απαλλαγείς από τα γένια σου. Νοιώθεις γελοίος, μιας και δεν βρίσκεσαι και στην καλύτερη ευπρέπειά σου. Εκεί θα σου εκφράσουν την αποδοκιμασία τους για το ατόπημά σου. Δεν λες τίποτε, περιορίζεσαι να τους αγριοκοιτάξεις μόνο. Σε εκνευρίζει το ότι νοιώθουν υποχρεωμένοι να ελέγχουν όλες τις κινήσεις και τα έργα σου. Δεν σου υποσχέθηκαν μοναξιά κι ελευθερία; Το ψήσιμο του κρέατος έγινε μακριά από τα χώματα της Ελλεσμίρα. Το ζώο το είχε σκοτώσει για τροφή του ο δράκος. Μήπως τους έχει σκανδαλίσει το κομμάτι που έφερες μαζί σου;
Αφού πρώτα σε έχουν επιπλήξει, τα ξωτικά δηλώνουν, ότι αντιλαμβάνονται πως κάτι πρέπει να τρως. Σε έχουν δει να τρέφεσαι με φύλλα και με φλούδες δένδρων. Σε φέρνουν σε αμηχανία οι παρατηρήσεις τους. Δεν το περίμενες. Νοιώθεις διπλά γελοίος, κάτι που απεχθάνεσαι.
Τα ξωτικά έχουν μαζί τους σπόρους τραγουδισμένους. Μιας κι έχεις αρνηθεί την προσφορά του φαγητού τους, προτείνουν, να τους φυτέψεις. Ίσως, εάν δημιουργούσες έναν μικρό λαχανόκηπο πίσω από την καλύβα, κοντά στο δάσος, να ήσουν πράγματι αυτάρκης. Αυτάρκεια αυτοί δεν θεωρούν το να τρέφεσαι με σάρκες ζώων.
Ξέρεις πως έχουν δίκιο και γι' αυτό εκνευρίζεσαι ακόμα περισσότερο μαζί τους. Κρατιέσαι όμως και δεν αντιμιλάς. Κοντεύεις βέβαια να εκραγείς, όταν εκφράζουν την αθώα απορία, γιατί δεν χρησιμοποιείς το εσωτερικό της καλύβας που σου διέθεσαν; Ο καιρός στο οροπέδιο έχει ψυχράνει. Μπόρες και καταιγίδες κατακρημνίζονται επάνω στο κεφάλι σου. Ο άνεμος λυσσομανά στο οροπέδιο κι εσύ εξακολουθείς να κοιμάσαι έξω.
Τι να τους εξηγήσεις τώρα;
.*.
Φυτεύεις τον λαχανόκηπο το ίδιο απόγευμα. Το ερχόμενο πρωί με έκπληξη διαπιστώνεις, ότι οι τραγουδισμένοι σπόροι φύτρωσαν μέσα στη νύχτα. Θαύμα! Μέχρι το μεσημέρι μικρά φυτά έχουν ξεπροβάλει από το χώμα. Μέχρι το βράδυ, θα έχεις καταφέρεις να φας καμιά σαλάτα. Ο Θορν πλησιάζει προσεκτικά μυρίζοντας το ‟θαύμα". Οι πρασινάδες καθόλου δεν του αρέσουν και σου το δηλώνει. Εσύ όμως χαίρεσαι, μιας και τώρα τουλάχιστον θα έχεις τη στοιχειώδη τροφή, να μην πεθαίνεις απ' την πείνα.
Κατά τις επόμενες ημέρες γίνεσαι κηπουρός και το μενού σου αλλάζει. Στήνεις μια πυροστιά στο πίσω μέρος της καλύβας και μαγειρεύεις. Μπιζέλια βραστά, μπιζέλια ψητά, μπιζέλια γιαχνιστά, μπιζέλια με μανιτάρια του δάσους, μπιζελόσουπα. Ένα από τα ξωτικά εμφανίζεται ξανά, μονάχα για να σε ρωτήσει αν χρειάζεσαι κάτι άλλο. Φέρεσαι ευγενικά λέγοντας ένα νέτο-σκέτο ‟όχι" και δεν το ξαποστέλνεις. Απλά το αγνοείς, μέχρι να φύγει. Καλά θα κάνουν, να σε αφήσουν στην ησυχία σου. Δεν τους χρειάζεσαι.
Οι καθημερινές σας πτήσεις με τον Θορν συνεχίζονται απρόσκοπτα. Αν ίσως μπεις στον κόπο του να φανταστείς, ότι δεν κάνετε μεγάλους κύκλους γύρω απ' τα βράχια, νοιώσεις καλύτερα. Αν φανταστείς ακόμα, πως έχετε ταξιδέψει προς τον παγωμένο βορρά, μπορεί να αρχίσει να σου αρέσει και ο καιρός στο οροπέδιο. Το κρύο έχει γίνει τσουχτερό τις νύχτες. Βρέχει αρκετά κι ο άνεμος φυσά διαβολεμένα. Ο Θορν προτείνει να αφήσεις τα πείσματα κατά μέρος και να δοκιμάσεις να μπεις μέσα στο καλύβι. Δεν έχει νόημα να ξεπαγιάζεις εδώ έξω, όταν μπορείς να βρεις λιγάκι θαλπωρή. Ακόμα σθεναρά αρνείσαι. Υπάρχουν καταστάσεις, σκέφτεσαι, που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις.
Για δικαιολογία θα του πεις, πως επιθυμία σου είναι να βρίσκεσαι διαρκώς μαζί του, μέρα και νύχτα. Τυλίγεται καταχαρούμενος τριγύρω σου κι εσύ σχεδόν δακρύζεις, γιατί τα συναισθήματα που νοιώθει είναι γι' αυτόν καινούρια. Πότε πιο πριν στην Ουρου'μπαίην είχε ο Θορν νοιώσει χαρά;
Περνούν ακόμα δύο νύχτες και ο καιρός χειροτερεύει ακόμα περισσότερο. Τα ουράνια πάνω σας έχουν ανοίξει, η καταιγίδα λυσσομανά κι ο άνεμος απειλεί να σχίσει τις μεμβράνες των φτερών του Θορν, που ευσπλαχνικά έχει απλώσει γύρω σου, για να σε προστατέψει. ‟Στους δράκους" λέει, ‟αρέσουν οι βροχές. Τέτοιος αέρας όμως, πρέπει να αποφεύγεται." Πολύ σωστά! Τον βοηθάς για να διπλώσει τα φτερά του. Μετά τον οδηγείς κοντά στις παρυφές του δάσους, μήπως καταλαγιάζει εκεί λιγάκι η ένταση του ανέμου. Σκέφτεσαι να χρησιμοποιήσεις τη μαγεία σου, για να δημιουργήσεις κάποιο θόλο αδιαπέραστο από πάνω σας. Ο Θορν σε αποτρέπει. Η θύελλα είναι ισχυρή και θα κρατήσει ώρες. Η ενέργεια που θα ξοδευτεί ίσως να είναι επικίνδυνη για σένα. Δεν έχεις πια δικά σου Ελντουνάρι, σου θυμίζει, για να αντλείς από τη δύναμή τους. Σου έρχεται να επικαλεστείς υπερφυσικές δυνάμεις, όμως δεν θέλεις ούτε να σκεφτείς, πως, μοιραία, εσύ ο ίδιος θα συγκρίνεις τον εαυτό σου με τον Γκαλμπατόριξ. Ούτε όμως στο καλύβι πρόκειται να μπεις. Ξέρεις καλά, πως εκεί μέσα θα πρέπει να αντιμετωπίσεις το έγκλημά σου. Ο Θορν υπόσχεται, να σε ζεστάνει.
Ο αγαπημένος ο Θορν, ο υπέροχος δράκος, ο αδελφός της ψυχής σου! Δεν θέλει ούτε σαν σκέψη να περνά από το νου σου το όνομα του Γκαλμπατόριξ, πόσο μάλλον η θητεία σας κοντά του. Απεχθάνεται το ότι εσύ αναμασάς διαρκώς το ‟έγκλημα". Δεν φταίτε άλλωστε εσείς για τον θάνατο του αρχαίου ζευγαριού, σου λέει. Διαρκώς σε παροτρύνει να μην τους σκέφτεσαι. Αν είναι δυνατόν! Εδώ που ζείτε; Τουλάχιστον, οι σκληρές συνθήκες της ζωής σου σε αποτρέπουν, από το να ανακαλείς στη μνήμη σου τη Ναζουάντα. Κάτι είναι κι αυτό.
Περνάτε τη νύχτα σφιχτά αγκαλιασμένοι, ένα κουβάρι μπλεγμένο σάρκες και φολίδες, ελπίζοντας να καταλαγιάσει κάποια στιγμή η λαίλαπα. Κάπου μέσα σ' αυτές τις ώρες ορκίζεσαι στον εαυτό σου, να πάψεις να ταλαιπωρείς τον δράκο σου. Να μην βαραίνει άλλο η όμορφη καρδιά του εξ αιτίας σου. Καλά καταλαβαίνεις ότι, όσο η έγνοια του είναι σ' εσένα, δεν ξεκουράζεται.
Το ερχόμενο πρωινό, καταπαγωμένος, βρεγμένος ως το κόκκαλο και τρέμοντας, αναγκάζεσαι να μπεις μέσα στο καλύβι.
(συνεχίζεται)
