To DroidePlane for their kind reviews.
To 815BrokenPencils for her inspiration.
Αλλότροπα
Κεφάλαιο 3
Όλα στο εσωτερικό της καλύβας είναι όπως ‟εκείνος" τα άφησε φεύγοντας.
Στο πρώτο που θα πέσει η ματιά σου, είναι το τακτοποιημένο κρεβάτι του. Μια ήδη χρησιμοποιημένη φορεσιά του βρίσκεται νοικοκυρεμένα απλωμένη επάνω στα κλινοσκεπάσματα. Σου φαίνεται, ότι ξεκρίνεις ως και το βαθούλωμα του κεφαλιού του επάνω στο μαξιλάρι, αλλά ίσως να είναι ιδέα σου. Γυρνάς απότομα την πλάτη στα στρωσίδια του. Δεν θέλεις να κοιτάζεις άλλο. Είσαι ικανός, αν ψάξεις και καλύτερα, να βρεις και κάποια τρίχα από τα μακριά, λευκά μαλλιά του.
Επικεντρώνεις την προσοχή σου στους γύρω τοίχους της καλύβας. Υπάρχουν κάμποσα ράφια γεμάτα με κυλινδρικούς παπύρους και πανόδετα βιβλία, τόσα που εντυπωσιάζεσαι. Κάποια αυθόρμητη, μικρή φωνίτσα μέσα σου κραυγάζει ενθουσιασμένη. Βρήκες τι πρόκειται να κάνεις όλο το ερχόμενο διάστημα. Τις ώρες που δεν πετάτε με τον Θορν, όταν δεν κάνεις τον κηπουρό ή τον μάγειρα, μπορείς να τα διαβάσεις. Όλα! Ο Θορν ενθουσιάζεται μαζί σου. Βρίσκεις πως είναι τόσο αγνή η ψυχή του, που και οι μικρότερες χαρές σου τον επηρεάζουν. Σου προκαλεί συγκίνηση η αντίδρασή του. Επηρεασμένος από την ψυχική διάθεση του δράκου, γεμάτος έξαψη για την απρόσμενη ανακάλυψη πλησιάζεις τις βιβλιοθήκες και αφήνεσαι να χαϊδέψεις με τα ακροδάχτυλα τις πλάτες των βιβλίων. Κατόπιν σκέφτεσαι ότι είσαι ο επόμενος που τα αγγίζει μετά το χέρι ‟εκείνου" και ο ενθουσιασμός σου κόβεται απότομα. Πρώτα σκότωσες τον γέροντα και τώρα θεωρείς πως πρέπει να απολαύσεις σαν δικά σου όσα του ανήκαν. Υπέροχη κατάσταση!
Ο Θορν θα σε μαλώσει. Τονίζει, πως πρέπει να σταματήσεις επιτέλους να σκέφτεσαι έτσι. Αντιλαμβάνεσαι πως έχει δίκιο. Μπορεί να σου είναι δύσκολο, πρέπει όμως να ελέγξεις πια τον εαυτό σου. Δεν πρέπει να του στερείς τις μικρές χαρές που δικαιούται. Δεν είχες το δικαίωμα να του μειώσεις τον ενθουσιασμό, που μόλις ένοιωσε. Θυμώνεις με τον εαυτό σου και του υπόσχεσαι, ότι θα προσπαθήσεις περισσότερο.
Κατόπιν η ματιά σου γυρίζει προς το τραπέζι του. Εκεί επάνω υπάρχει ύλη γραφική. Το μελάνι που χρησιμοποιούσε… οι πένες με τις οποίες έγραφε… κάποιος πάπυρος στερεωμένος ανοιχτός, με επάνω του σημάδια της γραφής απ' το δικό του χέρι. ‟Όμορφα γράμματα έκανε", θα σκεφτείς λαχταρώντας να διαβάσεις περισσότερα από τα χειρόγραφά του. Μα δεν θα σπάσεις τότε. Θα είναι μια κούπα του χρησιμοποιημένη. Μια κούπα παραδίπλα ξεχασμένη, το αντικείμενο που θα σε βγάλει από τα καλοφορμαρισμένα όριά σου. Μια κούπα απλή, τραγουδισμένη από τη φλούδα δένδρου. Μια κούπα που άδειασε, ίσως βιαστικά, προτού εκείνος εγκαταλείψει την καλύβα. Μια κούπα, που άδειασε, όπως και η ζωή του. Και είναι το δικό σου χέρι, που του την πήρε.
Βρίσκεσαι ξαφνικά στα γόνατα. Το μέτωπό σου ακουμπά επάνω στο σκονισμένο πάτωμα της καλύβας. Δεν το είχες καταλάβει μέχρι λίγο πριν, από τα μάτια σου όμως κυλούν εδώ και ώρα ποταμός τα δάκρυα. Η καρδιά σου πάλλεται από τον πόνο και νοιώθεις πως θα σπάσει. Ένα μεγάλο ‟Γιατί;" σε πνίγει. Γιατί εσύ; Γιατί στο έκαναν αυτό; Γιατί να μην δοθεί και σ' εσένα μια ευκαιρία να τον γνωρίσεις; Γιατί να μην προλάβετε, να διδαχθείτε από εκείνους;
‟Τον γνώρισες!" θα σου απαντήσει μέσα σου η ωμή φωνή του κυνισμού σου. ‟Τον γνώρισες… Τον καταράστηκες… Του πήρες τη χιλιόχρονη ζωή!" Κι έπειτα… η συνηθισμένη σ' εσένα πια ίδια δικαιολογία, ‟Δεν ήμουν εγώ." ‟ΔΕΝ ΉΜΟΥΝ ΕΓΏ!" σπαράζεις, καθώς καταρρέεις πάνω στο πάτωμα.
Η κραυγή που βγαίνει από τον λαιμό σου, ίσως να ακούστηκε ως την Ελλεσμίρα. Έξω από το καλύβι ο Θορν αναστατώνεται και ουρλιάζει κι αυτός, απαιτώντας σε να πας κοντά του. Μέσα στην αγωνία σου ξέρεις τι θέλει και τι πρόκειται να κάνει. Θέλει να τυλιχτεί τριγύρω σου, για να σε προστατέψει. Από τι; Από τον εαυτό σου; Ίσως ξεκίνησε ήδη να γκρεμίζει το καλύβι, γιατί προσπαθεί να χώσει το κεφάλι του μέσα από το άνοιγμα του παραθύρου. ‟Είμαι καλά" θα τον καθησυχάσεις, μα είναι ψέμα. Βρίσκεσαι ξαπλωμένος ένα κουβάρι στο πάτωμα, με τα χέρια διπλωμένα γύρω απ' το σώμα σου, να κλαίς σαν το μικρό παιδί. Ο πόνος σου ξεσχίζει το στήθος. Σου φαίνεται ότι τα σπλάχνα κομματιάζονται. Έχεις την αίσθηση πως γύρισες ξανά στην Ουρου'μπαίην. Πως βρίσκεσαι δεμένος μέσα στο ίδιο κελί, που ο Γκαλμπατόριξ διέταξε τον βασανισμό σου. Ήταν τόσο μεγάλος ο πόνος που ένοιωθες τότε, σε σύγκριση με τώρα; Δεν είσαι σίγουρος.
Θα επανέλθεις ώρα μετά. Ο Θορν κατάφερε να χώσει το μουσούδι του μέσα απ' την πόρτα και σε σκουντά. Η αγωνία του για σένα είναι μεγάλη. ‟Είμαι καλύτερα" του λες, δίχως αυτή τη φορά να είναι ψέμα. Νομίζεις ότι κάτι μέσα σου έχει σπάσει. Ταυτόχρονα όμως διαπιστώνεις πως είναι ευεργετικό το σπάσιμο. Μια έκδηλη ανακούφιση ξεχύνεται στο νου και την καρδιά σου. Σηκώνεσαι από το πάτωμα, βγαίνεις από το καλύβι, τον αγκαλιάζεις. ‟Είμαι καλά!"
Τελικά αυτό που έσπασε μέσα σου δεν είναι άλλο απ' τον θυμό και την πικρία που ένοιωθες για τον γέροντα. Σαν κάτι τώρα να έχει αλλάξει. Αν με το κλάμα φεύγουν κομμάτια αγωνίας, τότε να κλαίς συχνότερα.
Αργότερα θυμώνεις πάλι με τον εαυτό σου, που αφέθηκες να κλάψεις σαν μωρό παιδί. Μάλιστα, δεν θυμάσαι να έχεις κλάψει ποτέ. Ούτε όταν οι δίδυμοι σε βασάνιζαν. Ούτε όταν ο Γκαλμπατόριξ τρυπούσε το μυαλό σου κι έκλεβε όλες τις αναμνήσεις σου. Ούτε ακόμα κι όταν υποχρεώθηκες εσύ να βασανίσεις τη Ναζουάντα. Μόνο θυμό θυμάσαι, θυμό… θυμό… θυμό απέραντο. ‟Ίσως γι' αυτό σωρεύεις μέσα σου οργή" παρατηρεί ο Θορν. Μπορεί να έχει δίκιο. Ίσως χρειάζεται κάπου-κάπου κάποιο ξέσπασμα.
.*.
Αργότερα, σαν έχεις κάπως ηρεμήσει, μετά τη βόλτα με τον Θορν, θα μεταφέρεις μέσα στο καλύβι όλα σου τα υπάρχοντα. Όλα εκτός από ένα. Τυλίγεις καλά με αδιάβροχο μουσαμά τη θήκη του Ζάρ'ροκ κι αφήνεις το σπαθί ακουμπισμένο στο πλαϊνό της εξώπορτας. Δεν έχει θέση στο καλύβι.
Θα χρησιμοποιήσεις την εστία του για το μαγείρεμα του φαγητού σου και το τραπέζι του. Όχι όμως το κρεβάτι που κοιμόταν. Αυτό, θα το αφήσεις όπως ήταν. Αποφεύγεις μάλιστα και να κοιτάζεις προς τα εκεί. Σαν έρθει η νύχτα, θα απλώσεις τα δικά σου τα στρωσίδια στον χώρο δίπλα απ' το τραπέζι. Δυσκολεύεσαι αρχικά να κοιμηθείς, στο τέλος όμως έρχεται ο ύπνος. Είναι παράξενο, αλλά, παρά τη διαρκή αίσθηση της παρουσίας του, δεν έχεις εφιάλτες.
Πάει καιρός που δεν κοιμήθηκες ξέχωρα από τον Θορν, πλαγιάζετε μαζί αγκαλιασμένοι. Τώρα όμως χρειάζεται να το κάνεις. Μέσα στο καλύβι υπάρχει ζέστη. Δίνεις στον εαυτό σου την υπόσχεση, ότι μονάχα νύχτες καταιγίδας θα χρησιμοποιείς το εσωτερικό του για τον ύπνο. Τις άλλες, θα κοιμάσαι έξω μαζί με τον δράκο σου. Σου φαίνεται παράξενο, που ο Όρομις δεν είχε τραγουδήσει χώρο μεγαλύτερο, για τον ίδιο και τον σύντροφό του. Θυμάσαι όμως, ότι ο Γκλέιντρ ήταν γιγαντιαίων διαστάσεων, πουθενά δεν θα χωρούσε. Ακόμα πιο παράξενο σου φαίνεται το ότι, αν και ακόμα μέσα σου νοιώθεις ντροπή και πόνο για τη συμμετοχή σου στον χαμό τους, μπορείς να σκέφτεσαι τα ονόματά τους.
Όλα εκεί μέσα διατηρούν τη μυρωδιά του ξωτικού δασκάλου, μα οι μέρες που περνάνε σε κάνουν να τη συνηθίσεις. Ο Θορν διατείνεται, ότι όλο το οροπέδιο έχει την ίδια μυρωδιά, τη μυρωδιά του αρχαίου δράκου. Αυτόν δεν τον πειράζει, εσένα όμως; Αρχίζεις να διαβάζεις τα βιβλία του Όρομις… τα χειρόγραφά του… Οι μελέτες του σου προσφέρουν γνώσεις, που πριν δεν κάτεχες. Ίσως τελικά να καταφέρεις ακόμα κι έτσι, να διδαχθείς από εκείνον κάτι.
Μέσα σου υπάρχουν ανάμικτοι βαθμοί ικανοποίησης και δυσφορίας. Οι ανάγκες όμως των καιρών σε κάνουν σιγά-σιγά να προσαρμόζεσαι. ‟Κάπου θα υπάρχει κάποιο μνημείο με τα υπολείμματά τους" μουρμουράς στον Θορν. Φαντάζεσαι, ότι τα ξωτικά θα το έχουν φροντίσει. Γιατί αναρωτιέσαι; Σκέφτεσαι μήπως να πας, για να αποτίσεις φόρο τιμής και σεβασμού στον τάφο τους;
.*.
Ο χρόνος κυλά. Ο χειμώνας μπαίνει βαρύς στο οροπέδιο. Οι βράχοι του Τελ'Ναΐρ ντύνονται χιόνι και πάγο. Το δάσος γύρω σου και κάτω από τους γκρεμνούς μοιάζει σαν καλυμμένο με λευκή κουβέρτα. Νοιώθεις ωραία όταν πετάτε με τον Θορν. Ιδίως όταν σχίζονται από πάνω σας τα σύννεφα και ξεπροβάλει για λίγο ο ήλιος. Μετά τον καθημερινό σας κύκλο, περνάτε ώρες πολλές μαζί καθισμένοι έξω από το καλύβι. Αγναντεύετε τους βράχους και τις κορυφές των δένδρων. Οι άνεμοι και οι καταιγίδες έχουν κοπάσει. Τριγύρω σας επικρατεί γαλήνη. Κάποιες φορές στοχάζεστε το παρελθόν. Φτάνετε ακόμα και να μιλάτε για κάποιο μέλλον. Κάθεσαι άπραγος για ώρες, χωρίς αυτό να σε ενοχλεί πια. Ποτέ δεν το περίμενες, ότι θα εύρισκες τόσο ενδιαφέρον στο να μην κάνεις τίποτα.
Τις ώρες που ο δράκος βγαίνει να κυνηγήσει, εσύ διαβάζεις τα βιβλία και τα χειρόγραφα του Όρομις. Ό,τι καινούριο μαθαίνεις, το μοιράζεστε μετά με τον Θορν. Μικρές χαρές περνούν μια βόλτα μέσα από τις καρδιές σας. Νοιώθεις πως είσαστε μαζί, ακόμα και όταν είστε χώρια. Από την άλλη, συγκεντρωμένος στις μελέτες σου κοροϊδεύεις κάπως τον εαυτό σου. Μπορείς ακόμα να μην σκέφτεσαι τη Ναζουάντα.
Ευτυχώς για σένα, ο μικρός σου λαχανόκηπος δημιουργήθηκε από τραγουδισμένους σπόρους. Παρά το κρύο και το χιόνι, εξακολουθεί να σου παράγει την τροφή σου. Δεν δυσανασχετείς σαν την αρχή, ότι τρέφεσαι συνεχώς με τα ίδια και τα ίδια. Σου έχει όμως λείψει το ψωμί. Το τελευταίο διάστημα τα ξωτικά δεν φαίνονται πουθενά. Σε έχουν επιτέλους αφήσει στην ησυχία σου.
(συνεχίζεται)
