To DroidePlane for their kind reviews.
To 815BrokenPencils for her inspiration.
Αλλότροπα
Κεφάλαιο 4
Δεν το είχες προσέξει αρχικά, αλλά ο Θορν εξαφανίζεται συχνότερα μονάχος και δεν γυρνά προτού περάσουν ώρες. Δεν είχες προσέξει επίσης ότι, μετά από αυτές τις εξορμήσεις του, υπάρχει κάτι στις άκρες του μυαλού του, που αποφεύγει να το μοιραστεί μαζί σου. Όταν τον ρωτήσεις σχετικά, θα βρει καλές δικαιολογίες να σε καθησυχάσει. Όμως εσύ δεν πείθεσαι. Κάποιες φορές έχεις την αίσθηση, ότι υπάρχει ένα άλλο πλάσμα που συναντά. Νομίζεις πως ο Θορν στο δάσος γνώρισε κάποιο ζώο κι απέκτησε έναν καινούριο φίλο. Δεν βλέπεις τον λόγο να στο κρατάει μυστικό και του το λες. Εκείνος το αρνείται. Αποφασίζεις να του αφήσεις λιγάκι χώρο, να αναπτύξει την ατομικότητά του. Δεν είναι ανάγκη να είσαι μόνιμα προσκολλημένος πάνω του. Νοιώθεις πια αρκετή σιγουριά, ότι ο δεσμός που εσείς οι δύο μοιράζεστε είναι τόσο στέρεος, που δεν πρόκειται ποτέ να σπάσει.
Αρχίζει κι εσένα να σου αρέσει το να απομονώνεσαι για λίγες ώρες στον εαυτό σου. Η ησυχία γύρω σου σε γαληνεύει. Πηγαίνεις βαθιά μέσα στο δάσος κι εκεί αφήνεσαι στη γύρω φύση. Απλώνεις το μυαλό σου κι αντιλαμβάνεσαι τη ζωή να σφύζει γύρω σου. Μικρές υπάρξεις γεμίζουν τον κόσμο σου∙ έντομα και πουλιά και ζώα, ακόμα και πλάσματα που έρπουν πάνω στη γη και μέσα στο χώμα. Μέσα από τη φλούδα των μεγάλων δένδρων κυλούν αργά οι χυμοί τους. Αργοσαλεύουνε τα φύλλα και είναι σαν να μουρμουρίσουν το ένα στο άλλο αρχαία τραγούδια. Δεν έχει γύρω σου πια τόση ησυχία όση νόμιζες. Ακούγεται η σταλίδα της δροσιάς που στάζει. Ακούγεται ακόμα και η βελόνα του πεύκου που πέφτει. Ενθουσιάζεσαι όμως γνωρίζοντας τον κόσμο από μια νέα οπτική γωνία. Δεν είχες ποτέ πιο πριν χρησιμοποιήσει με παρόμοιο τρόπο τις δυνάμεις σου.
Αν δεν προσέξεις, μπορεί να γίνεις ως και ποιητής.
.*.
Δειλά-δειλά πλησιάζει μια κρύα άνοιξη. Το χιόνι λιώνει από τις κορυφές των βράχων, κατακρημνίζεται από τους κλώνους των αιωνόβιων πεύκων. Τα νερά του ρυακιού κυλούν πιο άγρια, πιο παγωμένα. Ο λαχανόκηπος είναι πιο λασπωμένος από ποτέ κι εσύ πάλι μεμψίμοιρα γκρινιάζεις. Τα χέρια σου παγώνουν πλένοντας τα χορταρικά. Το νερό για το ξύρισμα χρειάζεται πρώτα ζέσταμα. Όχι ότι δεν το ζέσταινες και τον χειμώνα. Απλά δεν σου είναι ευχάριστο να πλένεσαι με λιωμένο χιόνι. Τουλάχιστον ο ήλιος εμφανίζεται τακτικότερα και σε ζεσταίνει.
Ο Θορν εξαφανίζεται διαρκώς, χωρίς να σου λέει, πού πηγαίνει. Κάποια φορά, ενώ πετάτε μαζί πάνω από το δάσος, ξεκρίνεις σε μακρινή απόσταση ένα μεγάλο, πράσινο πουλί, που με το χρώμα του σε εντυπωσιάζει. Ζητάς από τον Θορν να το καταδιώξει. Θέλεις να το εξετάσεις από κοντά, να δεις το είδος που ανήκει. Ο Θορν δεν συμμερίζεται τη ζέση σου. Γυρνά τεμπέλικα επιστρέφοντας στους βράχους του Τελ'Ναΐρ, ζυγιάζοντας αργά τα φτερά του. ‟Η περιοχή του είναι πέρα από τη δικαιοδοσία μας" ισχυρίζεται και έχει κάποιο δίκιο. Παραξενεύεσαι όμως, επειδή αρνήθηκε να μοιραστεί μαζί σου την κοφτερή του όραση. Δεν έχει ξαναγίνει.
Σε προσγειώνει στο οροπέδιο αφήνοντάς σε γεμάτο απορία κι ο ίδιος πηγαίνει να ξαπλώσει στο συνηθισμένο του βαθούλωμα χωρίς κανένα σχόλιο. Σαν αντίδραση στην παράξενη συμπεριφορά, αποφασίζεις ότι αρκετά έχεις σκουριάσει κατά τους μήνες του χειμώνα. Ξεδιπλώνεις από τον μουσαμά τη θήκη του Ζάρ'ροκ κι αρχίζεις να ασκείσαι με το σπαθί επαναλαμβάνοντας γνωστές κινήσεις. Η απορία όμως μένει να υποβόσκει μέσα σου παρέα με υπόνοιες. Χωρίς να ξέρεις το γιατί, ο νους σου γεμίζει καχυποψία. Γιατί σου φάνηκε πρωτύτερα, ότι ο Θορν επίτηδες απομακρύνθηκε; Δεν έχει υπάρξει άλλη φορά, που ο σύντροφός κράτησε μυστικό από σένα. Να είναι μήπως το παράξενο πουλί ο φίλος του ο μυστηριώδης, που γνώρισε στο δάσος;
Σύντομα θα ξεχάσεις όλα τα σχετικά με το πουλί, γιατί διαπιστώνεις ότι έχεις άλλα, σοβαρότερα προβλήματα. Τα ξωτικά έχουν επιστρέψει. Αντιλαμβάνεσαι να σε παρατηρούν προσεκτικά, ακίνητα ανάμεσα στα δένδρα. Μοιάζουν ζωντανά αγάλματα, με πετρωμένα πρόσωπα. Τα βλέμματά τους όμως δεν χάνουν ούτε μία από τις κινήσεις σου. Να δεις που τώρα θα παραπονεθούν για το σπαθί σου. Φαίνεται, τους ενόχλησε το Ζάρ'ροκ σε κοινή θέα. Σου προκαλεί εκνευρισμό η παρουσία τους, αλλά επίμονα συνεχίζεις να ασκείσαι προσθέτοντας στις αρχικές και άλλες, πιο περίπλοκες κινήσεις. Επιδεικτικά, προβάλλεις ακόμα περισσότερο την κακόφημη λεπίδα σου στα μάτια τους. Συνεχίζεις μέχρι να νοιώσεις τους μύες των μπράτσων και της πλάτης σου ευχάριστα τεντωμένους.
Όταν κουράζεσαι και σταματάς, τα ξωτικά είναι ακόμα εκεί… σιωπηλά… ακίνητα. Καμώνεσαι πως δεν τα είδες κι εξαφανίζεσαι μέσα στο καλύβι. Ώρα να ετοιμάσεις την μπιζελόσουπα.
.*.
Κατά το ερχόμενο διάστημα προσθέτεις στο ημερήσιο πρόγραμμά σου όλο και περισσότερη εξάσκηση. Αν θέλεις να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, τον πρώτο καιρό, αμέσως μετά τη μονομαχία σου με τον Έραγκον, είχες αντιπαθήσει το σπαθί σου. Το αίμα σας στο πέτρινο δάπεδο της αίθουσας του θρόνου ήταν νωπό ακόμα. Την ίδια απέχθεια ένοιωθες γι' αυτό και κατά τους πρώτους μήνες της παραμονής σου στο οροπέδιο. Υπήρχε βέβαια πάντοτε εκεί για σένα η σιγουριά του Ζάρ'ροκ, μα μέσα από το θηκάρι. Αυτό το ίδιο απέφευγες και να το βλέπεις.
Τώρα αρχίζεις και πάλι να ευχαριστιέσαι την εξάσκηση. Θυμάσαι πιο συχνά τον Τόρνακ και τις διδαχές του, δίχως ο θάνατός του να σε καταθλίβει όσο άλλοτε. Ανακαλείς στη μνήμη σου ακόμα και τις αναμετρήσεις σας με τον Έραγκον. Τότε που, κατά το πρώτο διάστημα της γνωριμίας σας, ταξιδεύατε μαζί στις ερημιές της Αλαγαισίας. Όταν το Ζάρ'ροκ ήταν στο χέρι του ο αντίπαλός σου κι εσύ μαχόσουν με το παλιό σου το σπαθί.
Καμιά φορά απορείς, γιατί οι αναμνήσεις σου αυτές δεν προκαλούν τον προηγούμενο θυμό σου, ούτε το γνωστό σφίξιμο στο στομάχι. Εντάξει, καμιά φορά τα προκαλούν, αλλά πιο σπάνια.
Χωρίς να θέλεις να παραδεχτείς, ότι κάτι μέσα σου έχει αλλάξει, το σπαθί δεν σε απωθεί όσο άλλοτε. Πάψε όμως να ειρωνεύεσαι τον εαυτό σου, ότι σε λίγο θα αγαπήσεις κιόλας τη λεπίδα που κάποτε σου άνοιξε την πλάτη. Παραδέξου απλά, ότι σου αρέσει να το κατέχεις. Πάντα σου άρεσε. Ξιπάζεσαι με την κακή του φήμη. Δεν παύεις να βαυκαλίζεσαι, ότι όσο βρίσκεται στην κατοχή σου οι άλλοι σε φοβούνται και σε τρέμουν. Κάτι που ικανοποιεί υπέρμετρα τον εγωισμό σου.
.*.
Τα ξωτικά συνεχίζουν να έρχονται. Έχεις παρατηρήσει ότι πρόκειται για άτομα νεαρά, ακόμα και για τα δικά τους στάνταρ. Δύο μάλιστα ανάμεσά τους, είναι παιδιά ακόμα. Έχεις προσέξει ότι, εκτός από τις δικές σου κινήσεις της εξάσκησης, επικεντρώνονται περισσότερο στον Θορν. Όταν μοιράζεσαι την παρατήρηση αυτή μαζί του, καταλαβαίνεις πως κολακεύεται. Από τη μέρα αυτή και κάθε μέρα, τα ρουμπινένια μάτια του είναι στραμμένα προς το δάσος. Ξέρεις ότι καμώνεται κι αυτός πως δεν τους βλέπει, αλλά, όπως κάνεις και εσύ, η προσοχή του είναι διαρκώς στραμμένη πάνω τους∙ ιδίως στα δύο παιδιά. Δεν πρέπει να είναι πάνω από δεκατριών – δεκατεσσάρων χρόνων, σύμφωνα με τα ηλικιακά δεδομένα των ξωτικών, για τα οποία έχεις διαβάσει. Είναι και τα δυο τους εξαιρετικά όμορφα, με δέρμα που ακτινοβολεί ασημιές λάμψεις. Παράξενες μαγείες, σκέφτεσαι, καθώς συνεχίζεις να στριφογυρνάς με ξέφρενη ταχύτητα τριγύρω στο οροπέδιο κραδαίνοντας το Ζάρ'ροκ.
Κάποια φορά ο Θορν αποφασίζει να δει από κοντά τα ξωτικά. Το σώμα του είναι ογκώδες και δεν χωρά ανάμεσα στα δένδρα, ώστε να πάει αυτός κοντά τους. Θέλει από σένα να τους μιλήσεις, να τους καλέσεις εσύ σ' αυτόν. Δυσανασχετείς και σε απόλυτο βαθμό. Ώρες είναι τώρα, να παραγνωριστούμε με τα ξωτικά. Όμως διόλου δεν στέργεις, να αρνηθείς αυτή του την παράκληση. Πλησιάζεις προς το δάσος, στέκεσαι σε απόσταση και για πρώτη σου φορά τους απευθύνεις το λόγο. Φωνάζεις σχεδόν, ότι ο δράκος σου επιθυμεί να τους γνωρίσει από κοντά και τους καλείς να έρθουν. Δεν είσαι σίγουρος αν σας καταδεχτούν, πιστεύεις όμως ότι μπορεί να φοβηθούν την οργή ενός θυμωμένου Θορν, αν δεν συναινέσουν στην επιθυμία του.
Δεν χρειάζονται δεύτερη πρόσκληση από τη μεριά σου. Δειλά-δειλά οι νεαροί και οι νεαρές των ξωτικών πλησιάζουν∙ τα δύο παιδιά πρώτα απ' όλους. Χαιρετούν εσένα ευγενικά, μα τυπικά – ψυχρά, όπως σου φαίνεται – κατόπιν κατευθύνονται προς τον δράκο. Μπαίνουν σε μία σειρά, ο ένας μετά τον άλλο και τσακίζουν τις μέσες τους στις υποκλίσεις. Τα λόγια που λένε δεν παύουν να είναι στερεότυπα, όμως ο Θορν ευχαριστιέται. Ποτέ πιο πριν δεν είχε γίνει κοινωνός τέτοιας ευγένειας. Ζητάει να τους πεις, ότι θα ήθελε να συνομιλήσει απ' ευθείας μαζί τους. Τους δίνει την άδεια, να απευθυνθούν διανοητικά σ' αυτόν, αν συμφωνείς και εσύ. Εσύ δεν συμφωνείς, δεν θέλεις όμως και να τον κακοκαρδίσεις. Επαναλαμβάνεις στα ξωτικά το αίτημά του κι εκείνα ενθουσιάζονται.
Όλες οι επόμενες ώρες θα περάσουν με διανοητικές συνομιλίες του Θορν με τα μέλη του νεανικού πληθυσμού του δάσους. Ρωτούν τον δράκο σου τα μύρια όσα∙ για την υγεία, την όρεξή του, την καταγωγή του, τα χρόνια που έμεινε στο αυγό, τις προτιμήσεις, τα ταξίδια του, τη ζωή του στο οροπέδιο. Κατά την άποψή σου, η πάντα ευγενικά διατυπωμένη φιλοπεριέργειά τους, κρύβει αδιακρισία μεγάλη. Και ο καλόψυχος ο δράκος σου τους αποκρίνεται. Νοιώθεις χαζός να παρακολουθείς, όμως ο Θορν είναι κατευχαριστημένος κι αυτό για σένα μετράει πολύ.
Τέλος θα έρθει και η μοιραία ερώτηση, που σε αναστατώνει. Τόσο, μα τόσο αθώα και από χείλη παιδικά, εκφράζεται η απορία για τη ζωή του Θορν στην Ουρου'μπαίην, κοντά στον Γκαλμπατόριξ.
Θέλεις απότομα να διακόψεις την αφύσικη για σένα αυτή κατάσταση. Δεν έχεις συνηθίσει να μοιράζεσαι τις διανοητικές σου συζητήσεις με τον Θορν μαζί με άλλους. Πάντα οι συνομιλίες σας υπήρξαν ιδιωτικές. Εκτός απ' τη φορά εκείνη, που ο Θρον συνομίλησε με τον Έραγκον λίγες στιγμές. Είσαι έτοιμος να τους ξαποστείλεις με τρόπο απότομο, αυτούς με τα αθώα μάτια τους, το τυπικό τους ύφος και τα ευγενικά φερσίματά τους. Παιδική απορία ή όχι, αυτή η ερώτηση υπερβαίνει τα όποια πρωτόκολλα συμπεριφοράς έχουν διδαχθεί. Δεν το καταλαβαίνουν;
Είσαι έτοιμος να επέμβεις προς τον Θορν, όταν οι εικόνες ζοφερές περνούν πρώτα από τον δικό σου νου. Ο σύντροφός σου έχει αρχίσει να επιλέγει κάποιες από τις αρχικές αναμνήσεις της ζωής του. Οι αναμνήσεις του όμως αυτές, συμπεριλαμβάνουνε κι εσένα. Βλέπεις τον εαυτό σου πάλι στο κελί της φυλακής βασανισμένο, μα μέσα από τα μάτια του μικρού σου δράκου∙ μετά, κάποια από τα μαρτύρια που υπομείνατε μαζί. Δεν είναι πολλές αυτές οι εικόνες, μα είναι τέτοιες που σε εξουθενώνουν.
Ο Θορν προβάλλει ήδη τις εικόνες στην ομάδα των ξωτικών. Περνούν βιαστικά η μία μετά την άλλη από την συνείδησή τους. Αντιλαμβάνεσαι το σοκ από την έκφραση στα πρόσωπά τους, που δεν καταφέρνουν να κρύψουν. Άλλωστε, είναι τόσο νέοι όλοι τους. Τα ξωτικά, ιδίως τα δύο παιδιά, δείχνουν συγκλονισμένα. Σηκώνονται όλοι αμίλητοι και ένας-ένας σε πλησιάζει. Παρακολουθείς κατάπληκτος, να υποκλίνονται μπροστά σου. Πριν λίγες ώρες, όταν ήρθαν, είχαν αποφύγει να το κάνουν. Τώρα σου απευθύνει ο καθένας λίγα λόγια, που πραγματικά ακούγονται ευγενικά στ' αυτιά σου. Εκφράζουν τη βαθιά τους θλίψη, για την δυσχερή κατάσταση στην οποία βρέθηκες εσύ και ο δράκος σου. Βρίσκεις πως είναι η πρώτη φορά που νοιώθεις απ' το μέρος τους πραγματική ευγένεια. Μέχρι τώρα ο ψυχρός τους καθωσπρεπισμός έμοιαζε περισσότερο με προσβολή.
Για πρώτη φορά στη ζωή σου, νοιώθεις αποδεκτός από εχθρούς σου. Κι αυτό σε καταπλήσσει. Δεν ξέρεις τι είναι για σένα καλύτερο. Να σε μισούν τα ξωτικά και να σε φοβούνται ή μήπως να σε λυπούνται; Σιχαίνεσαι να ψάξεις για την απόκριση και κλείνεσαι στον εαυτό σου.
.*.
Αργότερα, μετά την αποχώρηση των ξωτικών, ο Θορν δεν απολογείται για τις εικόνες που μοιράστηκε. Ο Θορν δεν καταλαβαίνει, γιατί οι άλλοι να μην πρέπει να γνωρίζουν για τις κακοτυχίες σας. ‟Πώς θα καταλάβουν τι μας εξανάγκασε στις πράξεις μας, αν δεν γνωρίζουν τι μας συνέβη;" λέει. Πρέπει να παραδεχτείς, ότι έχει κάποιο δίκιο. Όμως εσύ εξακολουθείς να είσαι χολωμένος. Ακράδαντα πιστεύεις, ότι δεν έπρεπε να έχει μοιραστεί τέτοιες προσωπικές εικόνες με τρίτα πρόσωπα.
Μπαίνεις στο εσωτερικό της καλύβας και προσπαθείς να ξεχαστείς μέσα σε ένα παλιό χειρόγραφο. Στην άκρη του μυαλού σου όμως, αισθάνεσαι τον Θορν υπέρμετρα ανακουφισμένο. Κι αυτό για σένα μετράει κάπως. Ο δράκος σου χάρηκε με την επίσκεψη των ξωτικών. Η κατανόηση από μέρους τους για τα βάσανά σας, φαντάζει στο μυαλό του σαν επιδοκιμασία τεράστια. Σου φαίνεται ότι ο Θορν βρίσκεται μίλια μπροστά σου, στο να αλλάξει η καρδιά του.
Το ερχόμενο πρωινό που ανοίγεις την πόρτα της καλύβας, ανακαλύπτεις επάνω στο κατώφλι σου μια αλλαξιά από καινούρια ρούχα, που συνοδεύεται από ένα ευγενικά γραμμένο σημείωμα. Πρόκειται για δώρο προς εσένα από κάποιο ξωτικό, που μοιράστηκε χθες με τον Θορν τις ιστορίες του. Δέχεσαι το δώρισμα με συγκατάβαση και κάποια σχετική ανακούφιση. Τα ρούχα σου έχουν φθαρεί και σε πολλές μεριές χάσκουν κατατρυπημένα. Είναι η ίδια εκείνη φορεσιά, που φορούσες κατά τη μονομαχία σου με τον Έραγκον στην αίθουσα του θρόνου. Με τη βιασύνη που έφυγες από την Ουρου'μπαίην, δεν πρόλαβες να πάρεις μαζί σου άλλη. Αργότερα, ήσουν τόσο αγχωμένος, που δεν ενδιαφέρθηκες.
Κατά τα επόμενα πρωινά επάνω στο κατώφλι σου θα βρεθούν και άλλα καλούδια∙ ψωμί φρεσκοψημένο, που τόσο σου έχει λείψει∙ πίτες, ακόμα και γλυκίσματα. Τα δέχεσαι όλα με αγαλλίαση ψυχής. Καιρός να αλλάξει λιγάκι το μενού σου. Τα μπιζέλια και τα λάχανα μπορούν να περιμένουν.
Λίγες μέρες περνούν και τα ίδια ξωτικά εμφανίζονται και πάλι. Σε βρίσκουν αυτή τη φορά σκυμμένο στον λαχανόκηπο, να ξεβοτανίζεις. Η άνοιξη έρχεται βιαστική και τα φυτά σου έχουν γεμίσει τριγύρω αγριόχορτα. Πολύ ευγενικά προθυμοποιούνται να βοηθήσουν και η αγγαρεία τελειώνει σύντομα. Παρατηρείς τα επιδέξια δάχτυλά τους να χαϊδεύουν το χώμα, καθαρίζοντας τις μικρές μπιζελιές. Πολύ ευγενικά μετά, ζητούν πάλι την άδεια να περάσουν λίγο χρόνο με τον δράκο.
Ο Θορν τους επιτρέπει να τον πλησιάσουν και τα ξωτικά αρχίζουν να ψάλλουν όλα μαζί γι' αυτόν ένα τραγούδι. Οι στίχοι περιγράφουν τα παθήματά του στα χέρια του τυράννου βασιλιά, αλλά και τη γενναιότητα που επέδειξε κατά την πτώση του. Διατείνονται, ότι το έχουν συνθέσει τα ίδια. Ο Θορν ευχαριστιέται υπέρμετρα. Εσύ συγκινείσαι.
(συνεχίζεται)
