To DroidePlane for their kind reviews.
To 815BrokenPencils for her inspiration.
Αλλότροπα
Κεφάλαιο 5
Ο καιρός περνά. Ο Θορν συνεχίζει τα πολύωρα κυνήγια του, εξακολουθώντας να μην μοιράζεται μαζί σου τις μοναχικές περιπέτειές του. Θέλεις να πιστεύεις, ότι προτιμά να κρατά για τον εαυτό του τα επιτεύγματά του με τα θηράματα, γιατί καταλαβαίνει ότι εσύ στερείσαι καταναγκαστικά το κρέας. Είναι τόσο ευαισθητοποιημένος προς εσένα, που συμμερίζεται την δύσκολή σου κατάσταση. Ο Θορν είναι για σένα πάντα το στήριγμά σου, η απαντοχή και η ελπίδα σου.
Έχεις πια συνηθίσει τον εσωτερικό χώρο της καλύβας. Έβγαλες εκεί μέσα τις πιο κρύες μέρες και νύχτες του χειμώνα. Εξακολουθείς βέβαια να νοιώθεις σαν απρόσκλητος επισκέπτης. Τα βιβλία και τα χειρόγραφα είναι πάντα ‟δικά του", το ίδιο και τα σκεύη, το τραπέζι, το σκαμνί και όλα τα αντικείμενα. Παρά το ότι νοιώθεις έτσι, τα χρησιμοποιείς ανελλιπώς. Τα μόνα που δεν έχεις ακόμα ακουμπήσει – ούτε και πρόκειται – είναι το κρεβάτι και τα ρούχα του. Η παρουσία του αρχαίου καβαλάρη είναι ακόμα αισθητή εκεί μέσα, δεν σε επηρεάζει όμως πια αρνητικά. Τουλάχιστον όχι πάντα. Διαβάζοντας τα χειρόγραφά του, είναι σαν να τον έχεις κι εσύ λίγο γνωρίσει.
Το πρόβλημά σου κατά την τελευταία περίοδο, είναι άλλο. Οι σκέψεις σου στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς τη Ναζουάντα. Την ονειρεύεσαι κάποιες φορές, συνήθως σε εφιάλτες. Ξυπνάς κάθιδρος μέσα στη νύχτα, με την εντύπωση ότι εκείνη ίσως κινδυνεύει. Ησυχάζεις μετά, μιας και καλά το ξέρεις, ότι ο Έραγκον βρίσκεται κοντά της. Στριφογυρνάς για λίγο στα στρωσίδια σου πάνω στο πάτωμα. Προσπαθείς να μην τη σκέπτεσαι άλλο. Προσπαθείς πάρα πολύ. Αν προσπαθήσεις περισσότερο, ίσως τα καταφέρεις. Αν δεν τα καταφέρεις, ίσως να συνηθίσεις να καμώνεσαι ότι τα κατάφερες. Αυτό μπορείς να το κάνεις. Να συνηθίσεις. Έχεις πια μάθει, ότι σε όλα συνηθίζει κανείς. Συνήθισες τη μπιζελόσουπα. Συνήθισες ως και την παρουσία των ξωτικών, που επισκέπτονται τον Θορν.
Ο Θορν γυρίζει από το κυνήγι και σου ζητά να πετάξετε ξανά μαζί. Με μεγάλη σου χαρά δέχεσαι και τον συντροφεύεις. Την ώρα που κυκλώνετε τους γκρεμνούς του Τελ'Ναΐρ όλο ψηλότερα κι ο κόσμος κάτω σας μικραίνει, ο σύντροφός σου σού εκμυστηρεύεται ότι ο Έραγκον δεν μένει πια εδώ. Μαζί με τη Σαφίρα και τα Ελντουνάρι, έχει εγκαταλείψει την Αλαγαισία προς άγνωστη κατεύθυνση. Σοκάρεσαι από το γεγονός τόσο πολύ, που δεν σκέφτεσαι αμέσως να τον ρωτήσεις, πώς το ξέρει. Ήλπιζες πως τα Ελντουνάρι θα αποφάσιζαν σύντομα το τέλος του περιορισμού σας. Η λαχτάρα να ξεφύγετε από τη μοναξιά των βράχων του Τελ'Ναΐρ είναι μεγάλη∙ η λαχτάρα να ταξιδέψετε σε ξένους τόπους μεγαλύτερη.
Κατόπιν ο νους σου μοιραία πετά προς τη Ναζουάντα. Αν έφυγαν ο Έραγκον και η Σαφίρα από κοντά της, τότε ίσως αυτή αλήθεια κινδυνεύει. Πώς μπόρεσε ο Έραγκον να κάνει κάτι τέτοιο;
Ο Θορν αντιλαμβάνεται τους φόβους σου. ‟Η δύο-πόδια-σκούρο-δέρμα είναι καλά" σου λέει. Εκεί απάνω αρχίζεις κάτι να υποπτεύεσαι. ‟Εσύ πώς τα έμαθες όλα τούτα;" ρωτάς. Τα άκουσε από τα ξωτικά, διατείνεται. Εσύ γιατί δεν τα έχεις ακούσει; Πού, άραγε, βρισκόσουν όταν αυτά συζητούνταν; Αποφασίζεις να περνάς περισσότερο χρόνο με τον δράκο σου. Πολύ απόσταση του άφησες, να αναπτύξει αυτός την ατομικότητά του κι εσύ τη δική σου.
.*.
Η ρουτίνα συνεχίζεται απρόσκοπτη. Έχεις διαβάσει τα περισσότερα βιβλία και όλα τα χειρόγραφα του γέροντα δασκάλου και είναι σαν να τον έχεις κι εσύ γνωρίσει. Εμμέσως βέβαια. Η μετάνοια που νοιώθεις για την πράξη σου είναι αληθινή και βαθιά. Δεν νοιώθεις τύψεις τόσο γιατί αθέλητα τον σκότωσες. Περισσότερο ντρέπεσαι, γιατί τον καταράστηκες πιο πριν επάνω στην οργή σου. Έχεις πια καταλάβει, ότι αν ο Όρομις κι ο Γκλέιντρ μπορούσαν, θα σας διεκδικούσαν από τον Γκαλμπατόριξ. Όμως ήταν και οι δύο τους βαθιά λαβωμένοι, σακάτηδες. Όπως, κατά κάποιον τρόπο, ήσουν κι εσύ. Εκείνος ο μόνιμος θυμός σου, η αιώνια οργή που σε πλημύριζε για τις κακοτυχίες σου, η μάνητα για τα μαρτύρια που σας έκαναν, σε εμπόδισε να δεις τη δική τους αναπηρία. Ειλικρινά λυπάσαι, αλλά είναι αργά για να διορθώσεις τις πράξεις που ήδη έγιναν.
Ο Θορν προσπαθεί να σου δώσει κουράγιο. Και ο ίδιος λυπάται, γιατί κατά τη διάρκεια της μάχης του με τον πρεσβύτερο Γκλέιντρ φρόντιζε να τον πληγώνει διαρκώς από την ανάπηρη, αριστερή πλευρά του. Όμως δεν ντρέπεται όπως εσύ και σε παρακινεί να πάψεις να νοιώθεις αυτό το αρνητικό συναίσθημα της ενοχής. Ο Θορν πιστεύει, ότι στον κόσμο των άγριων πλασμάτων, όπως είναι οι δράκοι, έτσι πρέπει να γίνεται. Μήπως και ο Γκλέιντρ από τη μεριά του, δεν του έκοψε με τα δόντια τρία πόδια από την άκρη της ουράς του; Μήπως δεν έμεινε κι ο ίδιος, κατά κάποιον τρόπο, ανάπηρος; Ο Θορν όμως φέρει με υπερηφάνεια την αναπηρία του. Πολέμησε με κάποιον δράκο μεγαλύτερο στο μέγεθος, στα χρόνια, στις εμπειρίες και επέζησε. Θα το ξανάκανε, αν χρειαζόταν.
.*.
Κάποιο πρωινό, αντί για τα χαρίσματα των ξωτικών, εμφανίζεται ένας νέος στα χρόνια εκπρόσωπος του είδους τους. Κατονομάζει τον εαυτό του με περηφάνια και διατείνεται πως είναι συγγενής του Βάνιρ, του εκπροσώπου των ξωτικών στην αυλή της Ναζουάντα. Σε ρωτά ευγενικά αν έχεις γνωριστεί μαζί του. Του λες, πως δεν τον ξέρεις. Σε προσκαλεί κατόπιν, να τον αντιμετωπίσεις με το σπαθί σου. Αυτή είναι και η αιτία, που βρίσκεται στο οροπέδιο.
Δέχεσαι. Καλοί είναι οι φανταστικοί εχθροί που τόσο καιρό μάχεσαι, ακόμα καλύτερο ένα ζωντανό πρόσωπο. Η μονομαχία σας λαμβάνει χώρα στο πλάτωμα του οροπεδίου. Παρά το ότι ο ξωτικός σε κούρασε, περνάς το πιο ευχάριστο πρωινό σου εδώ και πολύ καιρό. Κατόπιν κάθεστε για λίγο μπροστά στο καλύβι και συζητάτε για τους κανόνες της ξιφομαχίας. Δεν παραλείπεις να τον κεράσεις μια κούπα από τη μπιζελόσουπα.
Αν δεν υπήρχε η απαγόρευση για σένα, να πλησιάσεις τα εδάφη της Ελλεσμίρα, υπάρχουν και άλλοι ξωτικοί που θα τους άρεσε να διασταυρώσουν τα ξίφη τους μαζί σου. Έτσι σου λέει πριν φύγει κι εσύ μένεις να απορείς.
Δυο μέρες μετά, ο ξωτικός ξανάρχεται. Αρχίζει μάλιστα να συχνάζει στο Τελ'Ναΐρ, να ξιφομαχείτε, να κουβεντιάζετε. Δεν σου είναι όμως δυσάρεστη η παρουσία του. Παρά το ότι σου αρέσει να θεωρείς τον εαυτό σου αυτάρκη και μοναχικό, χαίρεσαι να έχεις κάποιον με τα ίδια ενδιαφέροντα, να συζητάτε. Κρίμα, που δεν μπορείτε να μιλήσετε και για κυνήγι.
Το επόμενο διάστημα και άλλα ξωτικά παρουσιάζονται για την ίδια αιτία. Όπως μαθαίνεις, έχεις αποκτήσει τη φήμη ισχυρού ξιφομάχου. Οι περισσότεροι νέοι και νέες των ξωτικών επιδιώκουν να αναμετρηθούν μαζί σου. Για λίγο καιρό η καθημερινότητά σου γεμίζει ξωτικά, αρσενικά ή θηλυκά. Κάποια από αυτά έρχονται μονάχα μια φορά, άλλα περισσότερες.
Ο Θορν χαίρεται, που ο καβαλάρης του αποκτά την αρμόζουσα κοινωνικότητα. Εσύ πάλι πιστεύεις, ότι τα ξωτικά στοχεύουν στο να επαίρονται, ότι νικούν έναν δρακοκαβαλάρη. Ο Θορν όμως έχει άλλη άποψη. Τα ξωτικά, λέει, το θεωρούν τιμή τους, που ένας δρακοκαβαλάρης δέχεται να αναμετρηθεί μαζί τους. Επιμένει, ότι είσαι τόσο επιδέξιος ξιφομάχος, που, ακόμα και όταν χάνεις στις αναμετρήσεις σας, τους έχεις πρώτα υπέρμετρα δυσκολέψει. Άλλωστε δεν χάνεις πάντα.
Ο Θορν προτείνει, να προκαλέσεις τα ξωτικά και σε αγώνα τοξοβολίας. Σου αρέσει η ιδέα αυτή και την κάνεις πράξη. Η αλήθεια είναι, ότι στο τόξο είσαι ασυναγώνιστος. Ακόμα και τα ξωτικά το παραδέχονται, κάποιοι με δυσφορία, άλλοι με θαυμασμό. Κρατάς τον θαυμασμό τους, δίχως να νοιάζεσαι για τη δυσφορία τους. Έτσι και αλλιώς η αξία σου έχει ανεβεί στα μάτια τους.
Ο Θορν επιμένει, ότι ανάμεσα στους νέους των ξωτικών έχεις αρχίσει να γίνεσαι αποδεκτός. Τα δύο παιδιά της Ελλεσμίρα, Ντουσάν και Αλάνα ονομάζονται, έχουν γίνει από τους πλέον συχνότερους επισκέπτες σας. Ο Θορν πιστεύει, ότι είναι δύο πλάσματα γεμάτα χάρες. Εσύ δεν έχεις άποψη.
.*.
Η ζωή στο οροπέδιο συνεχίζεται με τις ίδιες δραστηριότητες. Ενίοτε βαριέσαι, αλλά όχι πάντα. Ο χρόνος που περνάτε μόνοι με τον Θορν λογίζεται πολύτιμος στην καρδιά σου και τον νου. Αναρωτιέσαι, αν μήνες πριν είχες προτιμήσει το ταξίδι στον βορρά, θα είχατε τη δυνατότητα να έρθετε τόσο κοντά εσύ κι ο δράκος σου; Μήπως οι κίνδυνοι και οι κακουχίες έπλητταν τον ψυχισμό σας; Θα είχατε καταφέρει, να βρείτε ηρεμία και γαλήνη; Αφού όμως φοβήθηκες τότε να δοκιμάσεις το ταξίδι, δεν γίνεται τώρα να δώσεις απόκριση στις αμφιβολίες σου.
Μεμψιμοιρείς ολοένα και λιγότερο για το χέρι της μοίρας που σε άγγιξε προσφέροντάς σου απλόχερα τις κακοτυχίες που βίωσες. Καλά καταλαβαίνεις, ότι αν δεν είχες ποτέ βρεθεί στη δεινή θέση που βρέθηκες, στα χέρια του βασιλιά στην Ουρου'μπαίην, δεν θα είχες πλησιάσει ποτέ το κόκκινο αυγό. Ούτε θα είχε εκκολαφθεί για σένα ο Θορν, να ενωθείτε.
Επιτέλους, παραδέχεσαι ότι δεν είναι κι άσχημα να ζείτε στους βράχους και το δάσος. Ιδίως μετά το τέλος του καλοκαιριού, όταν στο οροπέδιο απλώθηκε ένα γλυκό φθινόπωρο.
Κοντεύει σχεδόν χρόνος από τη στιγμή που προσεδαφίστηκες στους βράχους του Τελ'Ναΐρ. Ένας ολόκληρος χρόνος, που σε άδειασε και σε γέμισε. Άδειασες απ' τον υπέρμετρο θυμό και την οργή σου και γέμισες από κατανόηση και αγάπη για τον δράκο σου. Όχι ότι δεν αγάπησες τον Θορν από την ώρα που εκκολάφθηκε. Όμως τώρα πια δεν νοιώθεις εκείνη την αδήριτη ανάγκη να είσαι ψυχικά προσκολλημένος πάνω του, σαν να του ήσουν βάρος. Τι είχες προσφέρει εσύ στον Θορν τον καιρό που ζούσατε στην Ουρου'μπαίην και ο βασιλιάς σας εξουσίαζε; Μονάχα πόνο, δάκρυα και λύπες. ‟Και θυμό, οργή, μάνητα," προσθέτεις. ‟Σκλαβιά, κακοφημία, το μίσος των άλλων, τον φόβο και την αποστροφή για τα έργα σας." Κανένας δεν σας εκτιμούσε, ούτε και σας σεβόταν. Ήταν ο Θορν πάντοτε η μόνη πηγή παρηγοριάς για σένα. Εσύ τον γέμιζες μόνο προβλήματα. Μήπως δεν σου ερχόταν ώρες-ώρες, να γκρεμίσεις τα βουνά και να πλημμυρίσεις τις θάλασσες με αίμα;
Ο καλόκαρδος ο δράκος σου σε σκουντά με το μουσούδι και σε παροτρύνει να μην σκέφτεσαι πια έτσι, ούτε να αναμοχλεύεις το παρελθόν. Οι ζωές σας έχουν αλλάξει ζώντας στο οροπέδιο και όχι μονάχα με τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι εσύ, λέει. Σε δέχεται στη ράχη του και μαζί πετάτε τριγύρω από τα γκρεμίσματα του Τελ'Ναΐρ. Όλες οι προηγούμενες δυσάρεστες σκέψεις σου νεκρώνουν. Η καρδιά σου γαληνεύει. Στο δάσος ένα γύρω χρυσίζουν τα κιτρινισμένα φύλλα. Μια ζωοδότρα υγρασία επικάθεται επάνω σε κλάδους και πευκοβελόνες. Χάνεις τον εαυτό σου, γίνεσαι ένα με τον Θορν και μαζί πετάτε όλο και πιο ψηλά, αφήνοντας πίσω σας τη γη.
(συνεχίζεται)
