Μέρος δεύτερο
Είχα την πλάτη μου γυρισμένη προς εκείνη γιατί ακόμα και τώρα προσπαθούσα να βρω τον τρόπο να αντιμετωπίσω την κατάσταση.
Γύρισα τελικά, πολύ αργά και τα μάτια μου σάρωσαν με ταχύτητα το ολόγυμνο κορμί της. Είχε αφήσει ακριβώς δίπλα στα δικά μου ρούχα μία πετσέτα και ήταν έτοιμη να βουτήξει μέσα στο νερό και να συναντήσει το δικό μου σώμα. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα την Μπέλλα έτσι.
Το ασημένιο φεγγάρι την έλουζε από πάνω έως κάτω και παρόλο που το φως ήταν έντονο, μου ήταν αδύνατον να δω αν τα μάγουλα της είχαν πάρει εκείνο το απαλό ροζ χρώμα που την πρόδιδε για τα αισθήματα της. Αν ήμουν άνθρωπος αυτή τη στιγμή ίσως να έπαιρναν και τα δικά μου μάγουλα ένα τέτοιο χρώμα. Δεν ήταν ακριβώς ντροπή αυτό που αισθανόμουν, κάθε άλλο. Ήταν τα αισθήματα που θα ένιωθε ένας δεκαεφτάχρονος όταν θα αντίκριζε για πρώτη φορά ολόγυμνο το κορίτσι που αγαπούσε. Ήταν τα αισθήματα που θα ένιωθα αν αυτή ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου μου με την Μπέλλα την εποχή που εγώ ήμουν άνθρωπος…
Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως δεν ήμουν έτσι κι αλλιώς ικανός να της κάνω κακό. Την αγαπούσα και δεν θα το επέτρεπα. Θα ήμουν κάτι περισσότερο από προσεχτικός.
Έφτασε δίπλα μου πιο γρήγορα απ' όσο φανταζόμουν, πιο αργά απ' όσο είχα ανάγκη. Το χέρι της με άγγιξε απαλά καθώς ήμουν ακόμα γυρισμένος και δεν την κοιτούσα.
-"Είναι πολύ όμορφα…" Την άκουσα που ψιθύρισε και κοίταξε ολόγυρα της, τον ουρανό, τη θάλασσα, το φεγγάρι.
-"Είναι μία χαρά." Αυτά ήταν τα μοναδικά λόγια που μπορούσα να ξεστομίσω. Γύρισα αργά προς το μέρος της και την κοίταξα βαθιά στα μάτια. Το σοκολατένιο βλέμμα της ήταν γεμάτο ζεστασιά και ελπίδα. Τα δάχτυλα μας μπλέχτηκαν κάτω από το νερό και μία γλυκιά αίσθηση αγαλλίασης απλώθηκε σε όλο μου το κορμί.
-"Δεν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω την λέξη ομορφιά" συνέχισα "Όχι με εσένα να στέκεσαι εδώ για σύγκριση." Ήμουν τόσο συνεπαρμένος από την ίδια τη στιγμή που δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από τη Μπέλλα εκεί το οποίο θα μπορούσε να μου φανεί όμορφο.
Σήκωσε το χέρι της και το ακούμπησε απαλά ακριβώς εκεί που βρισκόταν η σταματημένη μου καρδιά. Η αντίδραση μου ήταν αυθόρμητη στο άγγιγμα της. Αναστέναξα ελαφρά.
-"Υποσχέθηκα ότι θα προσπαθούσαμε." Είπα. Έπρεπε να την προειδοποιήσω με κάθε τρόπο. "Αν… αν κάνω κάτι λάθος, αν σε πονέσω πρέπει να μου το πεις αμέσως." Έτρεμα από το φόβο μου ότι εκείνη δεν θα με σταματούσε ποτέ αν χρειαζόταν. Είχε πειστεί απόλυτα ότι μπορούσαμε να τα καταφέρουμε. Εγώ αμφέβαλα πάρα πολύ γιαυτό. Δεν είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου.
Η ματιά της συναντήθηκε με τη δικιά μου και την είδα που κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Έδειχνε να συμφωνεί και ευχήθηκα να το εννοούσε.
Με πλησίασε λίγο ακόμα και ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος μου.
-«Μη φοβάσαι.» Ψιθύρισε. «Είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε μαζί.»
Το πίστευε τόσο πολύ που έπρεπε να προσπαθήσω να εκπληρώσω την επιθυμία της. Όφειλα να πραγματοποιήσω κάθε της όνειρο. Την τύλιξα στην αγκαλιά μου και την κράτησα σφιχτά.
-«Για πάντα.» Συμφώνησα και την τράβηξα λίγο πιο βαθιά έτσι ώστε το νερό να μας σκεπάζει και τους δύο ολοκληρωτικά. Ήλπιζα πως το νερό θα τη ζέσταινε και έτσι θα ήταν πιο εύκολο να είναι κοντά μου χωρίς να κρυώνει.
Είχε κολλήσει το σώμα της πάνω στο δικό μου, έδεσε τα χέρια της γύρω από τον αυχένα μου σαν να ήθελε να μείνει για πάντα εκεί.
Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα επιθυμία. Μία επιθυμία που η αλήθεια είναι πως δεν την είχα βιώσει ποτέ σε ολόκληρη την ύπαρξη μου μέχρι τη μέρα που γνώρισα τη Μπέλλα.
Από την στιγμή που είχα μεταμορφωθεί, όλα τα ανθρώπινα ένστικτα μου πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Είναι δύσκολο να το εξηγήσω αλλά ουσιαστικά με είχαν κυριεύσει σε μεγαλύτερο βαθμό άλλα ένστικτα. Βέβαια μέσα μου υπήρχαν ακόμα ενδιαφέροντα και επιθυμίες τα οποία όμως είχαν να κάνουν περισσότερο με πρακτικά πράγματα.
Για να είμαι ειλικρινής δεν πίστευα πως θα γνώριζα ποτέ κάποια ώστε να την αγαπήσω με αυτό το μοναδικό τρόπο που αγαπούσε ο Κάρλαιλ την Έσμε για παράδειγμα.
Το είχα δει να συμβαίνει στα μέλη της οικογενείας μου αλλά δεν μπορούσα να το κατανοήσω. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά όταν κατάλαβα ότι αγαπούσα τη Μπέλλα. Και ήταν στ' αλήθεια πολύ δύσκολο να αποδεχτώ αυτό το συναίσθημα.
Άλλο τόσο περίεργο μου φάνηκε όταν άρχισε να με κυριεύει μία ιδιαίτερη και πρωτόγνωρη επιθυμία γιαυτή η οποία εκτός από ψυχική ήταν και σωματική. Το ακόμα χειρότερο ήταν πως δυσκολευόμουν απίστευτα τις περισσότερες φορές να ελέγξω και αυτά μου τα ένστικτα. Δεν μου έφτανε η λαχτάρα για το αίμα της -που η μυρωδιά του με τρέλαινε κάθε φορά που την πλησίαζα- αλλά είχα πλέον να αντιμετωπίσω και μία ακατανίκητη επιθυμία την οποία δεν είχα ξανανιώσει ποτέ για κανέναν άλλο άνθρωπο ή πλάσμα ώστε να ξέρω πώς να το χειριστώ.
Και η Μπέλλα το έκανε όλο και πιο δύσκολο.
Ακούμπησα τα χείλη μου πάνω στα δικά της και τη φίλησα με όσο περισσότερο πάθος θα μπορούσε να αντέξει η θνητότητα της. Πολύ φοβάμαι ότι αν άφηνα τον εαυτό μου εντελώς ελεύθερο έστω και για ένα φιλί, η Μπέλλα δεν θα μπορούσε να αντέξει ούτε για μερικά δευτερόλεπτα.
Ίσα που πέρασα τη γλώσσα μου πάνω από τα λεπτά της χείλη και εκείνη ανταποκρινόταν με έναν τρόπο που ήταν οπωσδήποτε επικίνδυνος.
Τα δάχτυλα μου ταξίδεψαν κατά μήκος του απαλού της δέρματος. Ήταν τόσο ζεστή και μαλακιά. Ακόμα και αυτή τη στιγμή ένιωθα τόσα πολλά και πολύπλοκα συναισθήματα που ουσιαστικά είναι αδύνατον να τα εξηγήσω.
Μπορούσα τώρα να καταλάβω πολύ καλά γιατί μέσα στους αιώνες τα πλάσματα του είδους μου επέλεγαν πολλές φορές να έρθουν σε σεξουαλική επαφή με ανθρώπους. Φυσικά η ιστορία τελείωνε με ένα καλό φαγοπότι για επιδόρπιο. Και μόνο που το σκέφτηκα ανατρίχιασα.
Ήμουν πλέον αρκετά δυνατός για να ελέγξω τον εαυτό μου και δεν φοβόμουν πως θα έκανα κακό στη Μπέλλα. Αλλά πλέον ακόμα και η μυρωδιά της με έκανε να την επιθυμώ περισσότερο απ' όσο θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ κατ' αυτό τον τρόπο.
Μόλις ξεπερνούσα το ένα εμπόδιο, ξαφνικά ερχόταν μπροστά μου ένα άλλο, ακόμα πιο δύσκολο για να το περάσω.
Είχα σεβαστεί την Μπέλλα απόλυτα όλο τον καιρό που τη γνώριζα και αυτό δεν είχε να κάνει μόνο με τον έλεγχο μου αλλά και με τη φιλοσοφία μου. Την εποχή που εγώ είχα γεννηθεί αυτά τα πράγματα είχαν μεγάλη σημασία και έτσι ήταν ο τρόπος που σκεφτόμουν. Παραδέχομαι ότι πολλές φορές είχε σχεδόν καταφέρει να με φτάσει στα όρια μου αλλά δεν θα συγχωρούσα τον εαυτό μου αν καταπατούσα έτσι εύκολα τις αξίες μου. Και αυτό περισσότερο για τη Μπέλλα την ίδια και ας μην ήταν εκείνη σε θέση να το καταλάβει. Για εμένα είχε σημασία.
Έτσι, δεν είχα ποτέ τολμήσει να την αγγίξω περισσότερο απ' όσο έπρεπε ή κάπου που δεν θα μου επέτρεπε η συνείδηση μου.
Πολύ δειλά τώρα άπλωσα το χέρι μου και κάλυψα απαλά το μαργαριταρένιο της στήθος. Φανταζόμουν ότι δεν ήταν δυνατόν να συμβεί αλλά ένιωσα μέσα μου, όλο μου το σώμα να παίρνει φωτιά. Εκείνη αναστέναξε απαλά και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου.
Φοβόμουν τόσο πολύ τις αντιδράσεις της όπως φοβόμουν και τις δικές μου. Ορκίζομαι ότι αυτό ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχα κάνει ποτέ σε όλη μου την ύπαρξη. Το μόνο που μπορούσα να συγκρίνω μαζί του ήταν τότε στην αίθουσα του μπαλέτου που δοκίμασα το αίμα της και προσπαθούσα να σταματήσω πριν να είναι πολύ αργά…
Τα δάχτυλα της βρέθηκαν μέσα στις τούφες των μαλλιών μου και στριφογύριζαν γύρω από αυτά. Έγειρα το πρόσωπο μου στη βάση του αυχένα της και εναπόθεσα επάνω του τα χείλη μου.
Μπορούσα να ακούσω ολοκάθαρα τον δυνατό χτύπο της καρδιά της. Αυτός ο ήχος ήταν ικανός να με τρελάνει με τις διακυμάνσεις του. Ήταν πολύ εγωιστικό αλλά το γεγονός πως με ήθελε κι εκείνη με αυτό τον τρόπο όσο την ήθελα κι εγώ ανέβαζε την επιθυμία μου ακόμα πιο ψηλά.
Και τότε, ξαφνικά, συνέβη κάτι που δεν το είχα προβλέψει. Κανονικά θα έπρεπε να ξέρω καλύτερα πως η Μπέλλα ήταν ικανή να παίρνει πρωτοβουλίες αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα αντιδρούσε σε μία τέτοια κατάσταση.
Με τα χέρια της ακόμα κουλουριασμένα γύρω από τον λαιμό μου, ανασήκωσε γρήγορα το σώμα της μέσα στο νερό και τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση μου.
Για μία στιγμή πάγωσα και δεν ήξερα τι να κάνω και πώς να φερθώ. Ήταν πολύ αργά για να τη σταματήσω. Έπρεπε να βρω τον τρόπο να ελέγξω τον εαυτό μου.
Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να συγκεντρωθώ πριν κάνω κάτι που θα το μετάνιωνα μετά. Τα χέρια μου ταξίδεψαν αυθόρμητα στην ραχοκοκαλιά της και ξαφνικά βρέθηκαν στο τελείωμα της.
Παραδέχομαι ότι είχα ονειρευτεί πολλές φορές -με ανοιχτά μάτια φυσικά- πως ήμασταν οι δυό μας κατ' αυτό τον τρόπο αγκαλιασμένοι. Αλλά τα όνειρα μου ωχριούσαν μπροστά στην πραγματικότητα που ζούσα.
Ένα απαλό σύριγμα ξέφυγε μέσα από τα χείλη μου. Έβαλα όλες μου τις δυνάμεις για να μην την τρομάξω. Με έκανε να νιώθω όπως όταν κυνηγούσα αλλά με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο.
Τα χέρια της κατέβηκαν στο πρόσωπο μου και με άγγιξαν απαλά. Αυτό με έκανε να χαλαρώσω κάπως και με βοήθησε να συγκεντρωθώ καλύτερα.
Πήρα μία μεγάλη δόση αέρα και ας μη τη χρειαζόμουν. Ήταν απαραίτητο για να μπορέσω να βάλω λίγη λογική σε όλο αυτό.
Έριξα πάλι τα πεινασμένα μου χείλη επάνω της. Φίλησα τον λαιμό της, τα μάγουλα της, την άκρη της μύτης της, το σαγόνι της, τα βλέφαρα της…
Αυτό δεν ήταν μόνο πόθος. Δεν ήταν μόνο η ικανοποίηση μίας απλής ανάγκης. Ήταν μαγεία…
Τα δικά της χείλη ακούμπησαν πάνω στο στέρνο μου και ένιωσα την καυτή της γλώσσα πάνω στο δέρμα μου. Ένιωθα πως δεν υπήρχε άλλο περιθώριο σε αυτή την τρελή εξερεύνηση. Έπρεπε να δώσω ένα τέλος πριν χάσω ολοκληρωτικά το μυαλό μου.
Μία ενστικτώδη αίσθηση με παρέσυρε και την άρπαξα στην αγκαλιά μου. Πέταξα στην κυριολεξία μέσα στο νερό και πριν το καταλάβω κι εγώ ο ίδιος είχαμε βρεθεί στο λευκό δωμάτιο, πάνω στο τεράστιο κρεβάτι.
Την ακούμπησα απαλά στα ολοκαίνουρια, σατέν σεντόνια. Ήλπιζα πως δεν θα κρύωνε γιατί έκανε αρκετή ζέστη σε αυτό το μέρος για τα ανθρώπινα δεδομένα.
Στην πραγματικότητα συγκρατούσα με δυσκολία τα ένστικτα μου από το να ριχτώ με μανία επάνω της και να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο. Αυτό ήταν απαγορευτικό.
Άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε ικετευτικά. Αναδεύτηκε στα σεντόνια και έτεινε τα χέρια της προς εμένα. Με παρακαλούσε σιωπηλά.
Για άλλη μία φορά προσπάθησα να κρατήσω τις ισορροπίες. Ξάπλωσα κοντά της και την έφερα στην αγκαλιά μου. Ήταν κάτι που το είχα κάνει ξανά τόσες πολλές φορές. Καμία άλλη φορά δεν ήμουν αποφασισμένος για κάτι τέτοιο όμως. Καμία άλλη φορά δεν φοβόμουν τόσο πολύ τον ίδιο μου τον εαυτό.
Δεν ήξερα πώς να το κάνω αυτό, δεν είχα ιδέα. Και η Μπέλλα είχε αφήσει σε εμένα την πρωτοβουλία. Με εμπιστευόταν αν και εγώ αμφέβαλλα ότι μπορούσα να τα καταφέρω.
Όπως και για εκείνη, αυτή ήταν και για εμένα η πρώτη φορά. Και δεν ένιωθα καθόλου ντροπή γιαυτό. Το αντίθετο. Ένιωθα ευτυχία, ολοκλήρωση και πληρότητα. Ήμουν ευτυχισμένος που η πρώτη φορά στην ζωή μου, στην ύπαρξη μου ήταν με κάποια που αγαπούσα αληθινά.
Έγειρα πάνω από το κορμί της ενώ κατέβαλλα υπερβολική προσπάθεια ώστε να στηρίζω απόλυτα το σώμα μου για να μη πέφτει το βάρος μου επάνω της.
Τη φίλησα πάλι, ξανά και ξανά. Θα μπορούσα να μείνω εκεί μαζί της, μία ολόκληρη νύχτα μόνο για να την έχω στην αγκαλιά μου και να τη γεμίζω φιλιά. Ολόκληρη η αιωνιότητα δεν ήταν αρκετή για να δείξω στην Μπέλλα πόσο την αγαπούσα. Ότι κι αν έκανα όσο και αν προσπαθούσα θα ήταν πάντα λίγο.
Τα χείλη της άνοιξαν και με καλοδέχτηκαν. Τώρα το φιλί μας ήταν πιο βαθύ, πιο αισθησιακό. Κι εγώ προσπαθούσα ακόμα πιο πολύ για να μη χάσω τον έλεγχο και χώσω κατά λάθος τα δόντια μου σε κάποιο ευαίσθητο σημείο της από τη λαχτάρα μου γιαυτή.
Έσυρα τα δάχτυλα μου κατά μήκος του κορμιού της και χάιδεψα απαλά όλα εκείνα τα σημεία που τόσο πολύ ήθελα να αγγίξω όλον αυτό τον καιρό. Ότι δεν μου επιτρεπόταν να αγγίξω, όποια επιθυμία δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να εκφράσει, ήλπιζα πως είχε έρθει η ώρα για να τα εκπληρώσω.
Οι αναστεναγμοί της Μπέλλα έκαναν απλά την κατάσταση όλο και πιο δύσκολη για εμένα. Ταυτόχρονα μία απίστευτη ικανοποίηση απλωνόταν μέσα μου κάθε φορά που ξέφευγε μία από αυτές τις γλυκές φωνούλες.
Είχα αναρωτηθεί πολλές φορές σε όλη μου τη ζωή αν υπήρχε παράδεισος η κόλαση. Αναμφισβήτητα τα είχα ανακαλύψει και τα δύο και μάλιστα επί της γης…
Όταν είχα αφήσει τη Μπέλλα για όλο εκείνο το μεγάλο διάστημα με την ελπίδα ότι θα της έδινα την ευκαιρία να ζήσει μία φυσιολογική, ανθρώπινη ζωή, για εμένα όλη εκείνη η μοναξιά και η απομόνωση ήταν η προσωποποίηση της ίδιας της κόλασης.
Αντίθετα αυτή την στιγμή βρισκόμουν στον παράδεισο και φοβόμουν πως κάτι θα γινόταν ξαφνικά και όλα θα εξαφανίζονταν. Περισσότερο απ' όλα όμως έτρεμα στην ιδέα πως εγώ ο ίδιος με μία και μοναδική μου κίνηση μπορούσα να κάνω κακό στη Μπέλλα. Αν ο παράδεισος εξαφανιζόταν ο μοναδικός υπαίτιος θα ήμουν εγώ.
Υπενθύμιζα στον εαυτό μου ξανά και ξανά να προχωράω αργά και να προσέχω ώστε να μην κάνω κάτι που θα την έκανε να νιώσει δυσάρεστα ή να τη βλάψει.
Κράτησα την ανάσα μου για να αποφύγω το μεθυστικό άρωμα που ανέδιδε το σώμα της και κατηφόρισα το πρόσωπο μου στα στήθη της, στην κοιλιά της, στο εσωτερικό των μηρών της. Για μία στιγμή μου επέτρεψα να ανασάνω και η φωτιά που με κατέκλεισε ήταν βασανιστική. Το ίδιο μου το δηλητήριο κόντευε να με πνίξει εάν αυτό ήταν δυνατόν.
Και ήμουν σίγουρος πως αυτές οι αντιδράσεις του σώματος μου δεν είχαν καμία σχέση με την πείνα μου για ανθρώπινο αίμα. Ήταν ο συγκλονιστικός πόθος που είχε φουντώσει μέσα μου και τώρα πια δεν υπήρχε τρόπος να σταματήσω.
Φίλησα κάθε πόντο του κορμιού της, κάθε σπιθαμή του πορσελάνινου δέρματος της. Ήταν κρίμα που η ίδια δεν μπορούσε να διακρίνει την ομορφιά της και είχε λανθασμένη εντύπωση για τον εαυτό της.
Η αγαπημένη μου Μπέλλα, η σύζυγος μου ήταν ντροπαλή και ταπεινή όπως κι εγώ.
Αυτή μου η ντροπαλότητα νομίζω ότι με σταμάτησε στο κατώφλι ενός μεγάλου πειρασμού. Ήθελα πολύ να τη γευτώ, να δοκιμάσω το πιο ιδιαίτερο σημείο του κορμιού της. Αλλά σταμάτησα γιατί ίσως αυτό να ήταν υπερβολικό και για τους δυό μας για μία πρώτη φορά.
Ήλπιζα πως θα είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω κάποια άλλη φορά. Ήμουν όμως αποφασισμένος να της προσφέρω ότι καλύτερο μπορούσα. Ήθελα να την κάνω να νιώσει όμορφα και να ικανοποιήσω τις ανθρώπινες ορμόνες της. Το περίεργο ήταν ότι ένιωθα κι εγώ σαν να ήμουν ανθρώπινος. Σαν να είχα τις ίδιες απαιτητικές ορμόνες.
Ξεροκατάπια το δηλητήριο μου ελπίζοντας ότι δεν θα τα έκανα θάλασσα.
Έσυρα τα παγωμένα μου δάχτυλα στο πιο ευαίσθητο σημείο του κορμιού της. Η Μπέλλα ανασήκωσε απότομα τη μέση της, τεντώθηκε πάνω στο κρεβάτι και αναρίγησε από ευχαρίστηση. Αναρωτήθηκα αν αυτό θα ήταν αρκετό για να καταφέρω να ικανοποιήσω την ανάγκη της.
Ίσως δεν ήταν απαραίτητο να ξεπεράσουμε τα όρια τελικά. Ίσως αυτός να ήταν ένας ασφαλής τρόπος να την ευχαριστήσω χωρίς να θέσω τη ζωή της σε κίνδυνο.
Αλλά αν το έκανα αυτό δεν θα εκπλήρωνα την υπόσχεση μου. Και δεν είχα φερθεί ποτέ ανέντιμα σε κανέναν για να το έκανα τώρα και ειδικότερα στη Μπέλλα.
Παρόλα αυτά ήθελα να δοκιμάσω για να δω πόσο καλός ήμουν σε αυτό. Δεν είχα ιδέα πώς να το κάνω αλλά άφησα το ένστικτο μου ελεύθερο με μοναδικό μου σκοπό να νιώσει εκείνη όμορφα.
Ανέβηκα λίγο πιο πάνω ενώ συνέχιζα με απαλές και αργές κινήσεις να τη χαϊδεύω. Το στόμα μου βρήκε το στήθος της και αυθόρμητα το πήρα στο στόμα μου. Έσυρα τη γλώσσα μου ολόγυρα του κρατώντας μακριά από αυτό με δυσκολία τα δόντια μου. Δεν ήμουν σίγουρος τι θα μπορούσε να συμβεί στο τέλος αν επιχειρούσα κάτι τέτοιο.
Τα δάχτυλα μου είχαν πάρει φωτιά και οι αναστεναγμοί της Μπέλλα ακούγονταν σαν μελωδία στ' αυτιά μου. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που για λίγο φοβήθηκα ότι αν δεν τη σκότωνα με άλλο τρόπο θα της προκαλούσα καρδιακή προσβολή!
Κι έτσι σταμάτησα.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που άκουσα τη Μπέλλα να μιλάει μετά από πολλή ώρα.
«Μη όχι… μη… μη σταματάς…» Είπε ξέπνοα.
Γύρισα κοντά της και φίλησα πάλι τα χείλη της.
«Κάνε με δική σου.» Με παρακάλεσε. «Δική σου για πάντα.»
Δεν είχα πια άλλες δικαιολογίες να προβάλω, δεν είχα άλλη δύναμη για να κρατηθώ.
Στήριξα το σώμα μου με τα χέρια μου πάνω από το δικό της σώμα και ακριβώς όπως είχε κάνει και λίγο νωρίτερα μέσα στο νερό, εκείνη τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση μου.
Τα σώματα μας ήρθαν τόσο κοντά όσο ποτέ. Τελευταία, λίγο πριν τον γάμο μας, η Μπέλλα επέμενε να κάνουμε δοκιμές για τη μεγάλη αυτή βραδιά ώστε να είμαστε κάπως προετοιμασμένοι γιαυτό που θα επακολουθούσε.
Πρέπει να παραδεχτώ όμως ότι μέχρι και σήμερα ούτε στο ελάχιστο δεν είχα φανταστεί τι με περίμενε.
Όλες οι αισθήσεις του βρικόλακα είχαν τρελαθεί μέσα μου. Ένιωθα σαν να ήταν εκείνη ένας μαγνήτης κι εγώ ένα ρολόι που οι δείκτες μου γυρνούσαν σαν τρελοί γύρω της.
Ταυτόχρονα, τα καταπιεσμένα συναισθήματα του δεκαεφτάχρονου ανθρώπου που ήμουν κάποτε, είχαν ξυπνήσει και αυτά και πάλευαν πότε αντίθετα και πότε παράλληλα με τον παγωμένο αθάνατο.
Δεν μπόρεσα να σκεφτώ περισσότερο. Βυθίστηκα μέσα της με μία απλή και απελπισμένη κίνηση. Έπιασα μαλακά το πρόσωπο της στα χέρια μου και κοίταξα τα κλειστά της μάτια. Ευχήθηκα να τα ανοίξει για να μπορούσα να δω το χρώμα τους, την έκφραση τους.
Σαν να είχε διαβάσει εκείνη τη σκέψη μου τώρα, τα άνοιξε και με κοίταξε. Μέσα τους μπόρεσα να δω τα πάντα. Αγάπη, πόθο, λαχτάρα, ικανοποίηση, ευτυχία. Μπορούσα να της προσφέρω ευτυχία και αυτό με έκανε να νιώθω πως άξιζα κι εγώ κάτι σε αυτό τον κόσμο. Ζούσα μόνο γιαυτή, το κέντρο του κόσμου μου ήταν αυτή η γυναίκα. Ήταν ο ήλιος μου την μέρα, τα αστέρια μου την νύχτα, η αγάπη της ζωής μου, ο λόγος της ύπαρξης μου.
Με την επόμενη κίνηση αναστέναξα κι εγώ και αφέθηκα στο να απολαύσω τη στιγμή. Άφησα τα ένστικτα μου ελεύθερα για λίγο να κάνουν κουμάντο και έσπρωξα με δυσκολία όλες μου τις σκέψεις μακριά. Δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να με σταματήσει τώρα πια.
Έχωσα το πρόσωπο μου στον λαιμό της και έσυρα τη μύτη μου ακριβώς εκεί που χτυπούσε έντονα η καρδιά της. Η ανάσα της ήταν κοφτή και έβγαινε καυτή από τα χείλη της.
Τα χέρια μου έφυγαν με δική τους θέληση και ακούμπησαν απαλά τους μηρούς της. Άθελα μου βοηθούσα να γίνει η ένωση μας ακόμα πιο δυνατή και πιο έντονη. Δυσκολευόμουν τώρα πια να ελέγξω τον εαυτό μου. Ορκίζομαι πως ένιωθα σαν να κυλούσε αίμα και στις δικές μου φλέβες. Όλη μου η υπόσταση είχε κατακλυστεί από συναισθήματα πρωτόγνωρα που ούτε καν είχα φανταστεί ποτέ ότι υπήρχαν.
Δεν ήμουν σίγουρος πως ήξερα τι έκανα. Τα χέρια μου έτρεχαν σαν τρελά σε ολόκληρο το σώμα της, ίσως να έβαζα παραπάνω δύναμη απ' όση μπορούσε εκείνη να αντέξει. Αλλά ήταν πολύ δύσκολο να έχω τα πάντα σε ισορροπία. Τα χείλη μου είχαν γίνει πιο απαιτητικά και κάθε τόσο σταματούσα λίγο πριν τα κοφτερά μου δόντια έρθουν σε επαφή με το ευαίσθητο δέρμα της.
Άκουγα το αίμα της που έκανε έναν κελαριστό ήχο καθώς κυλούσε μέσα στο σώμα της και μπορούσα να νιώσω τη τέλεια γεύση του όπου ακουμπούσε η γλώσσα μου.
Και το περίεργο είναι πως αυτή του η γεύση με έκανε να την θέλω ακόμα πιο πολύ με αυτό τον αισθησιακό τρόπο. Ούτε για μία στιγμή δεν μου πέρασε η αίσθηση της πείνας από το μυαλό. Υπήρχε όμως εκείνη η άλλη πείνα μέσα μου που δεν είχε ακόμα κορεστεί. Και όσο πιο πολύ χανόμουν μέσα της, τόσο πιο πολύ την ένιωθα να φουντώνει και να με καίει από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Ίσως να μην ήμουν άνθρωπος και να ήμουν κάτι άλλο, κάποιο μυθικό, κακό πλάσμα; Αυτό ήταν ακόμα υπό συζήτηση…
Και όμως αυτό το μυθικό – κακό – εγωιστικό πλάσμα θα μπορούσε πολύ εύκολα να χαθεί, να λιώσει από ηδονή μέσα σε μία στιγμή. Ήταν πολύ ανθρώπινο. Δεν είχα λυγίσει ποτέ με τέτοιο τρόπο από καμία άλλη εμπειρία.
Νομίζω πως δεν υπάρχουν λόγια για να το περιγράψω. Ήταν τόσο συγκλονιστικό που κάθε μόριο του κορμιού μου είχε παραδοθεί απλά στη διαδικασία.
Δεν ήμουν σίγουρος για πόσο θα μπορούσα ακόμα να αντέξω. Η Μπέλλα πάντα έλεγε ότι ήμουν καλός σε όλα. Είχε την εντύπωση πως ήμουν υπεράνθρωπος. Η κατάσταση αυτή την είχε διαψεύσει. Ίσως να ήμουν και χειρότερος από άνθρωπος τελικά. Αλλά πως θα μπορούσα να ξέρω εφόσον δεν είχα δοκιμάσει ποτέ ξανά κάτι τέτοιο;
Ήλπιζα πως δεν θα κατέληγα να απογοητεύσω τη Μπέλλα. Επιτάχυνα λίγο τον ρυθμό μου και τότε όλα έγιναν πολύ γρήγορα.
Τα χέρια της άρπαξαν τις τούφες των μαλλιών μου και τις τράβηξαν με δύναμη. Είμαι σίγουρος ότι εκείνη έβαλε αρκετή αλλά ευτυχώς για εμένα ήταν σαν ένα απαλό χάδι. Ένα χάδι που με έστειλε κατευθείαν στον έβδομο ουρανό. Και πριν προλάβω να αντιδράσω το σώμα της, κάτω από το δικό μου τραντάχτηκε ολόκληρο από δυνατούς σπασμούς. Για μία στιγμή νόμιζα ότι είχα κάνει κάτι τρομερό και την πόνεσα αλλά οι ηδονικοί τις αναστεναγμοί με ανακούφισαν.
Η Μπέλλα δεν υπέφερε αλλά είχε φτάσει στην απόλαυση. Μία απόλαυση και ολοκλήρωση που χρειαζόμουν κι εγώ. Δεν υπήρχαν άλλες αντοχές.
Η φωτιά απλώθηκε μέσα μου και με σκέπασε ολόκληρο. Ήταν η πιο γλυκιά και λυτρωτική φωτιά που είχα νιώσει ποτέ. Πολύ διαφορετική από την ανυπόφορη φωτιά της μεταμόρφωσης.
Αυτή η φωτιά καθώς περνούσε μέσα από το σώμα μου έφερνε μαζί της και μία έκρηξη σε όλα μου τα μέλη. Αναστέναξα βαθιά και ίσως κάπως πιο δυνατά απ' ότι θα ήθελα αλλά δεν μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου.
Έριξα το πρόσωπο μου πάνω στα στήθη της ενώ και παραλίγο να βυθίσω τα δόντια μου με όλη μου τη δύναμη στην γλυκιά της επιδερμίδα. Η ανάγκη ήταν σχεδόν επιτακτική. Τελευταία στιγμή, άπλωσα το χέρι μου και άρπαξα το πρώτο πράγμα που βρήκα μπροστά μου. Ένα μαξιλάρι.
Ο αγριεμένος πόθος που είχε ξεσπάσει μέσα μου έμοιαζε ανεξάντλητος και ξέφευγε βίαια και ανεξέλεγκτα από τα σωθικά μου.
Έχωσα με μανία όλο μου το πρόσωπο πάνω σε αυτό το μαξιλάρι. Δάγκωσα με όλη μου τη δύναμη ώσπου είδα με την άκρη του ματιού μου ολόκληρο το δωμάτιο να γεμίζει από λευκά πούπουλα. Έμοιαζαν σαν νιφάδες χιονιού που μας τύλιξαν και μας κάλυψαν και τους δύο.
Είχα τρομάξει τόσο πολύ που αμέσως γύρισα το βλέμμα μου στην Μπέλλα που είχε ηρεμήσει τώρα.
Η αναπνοή της είχε επιστρέψει στους κανονικούς της ρυθμούς και έμοιαζε σαν να βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο, σαν να μην είχε καταλάβει τίποτα.
Έπεσα στο πλάι, δίπλα της προσπαθώντας να τα βάλω όλα σε μία τάξη μέσα στο κεφάλι μου. Εκείνη έδειξε να δυσανασχετεί που έφυγα από κοντά της και μόρφασε κατσούφικα. Με τα μάτια της κλειστά άπλωσε τα χέρια της και κούρνιασε στην αγκαλιά μου.
Τώρα έδειχνε απόλυτα ευχαριστημένη. Ένα χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση και αγαλλίαση είχε ζωγραφιστεί στα χείλη της. Και έτσι απλά αποκοιμήθηκε. Άκουγα τη ρυθμική της αναπνοή καθώς το στέρνο της ανεβοκατέβαινε.
Χάιδεψα με την άκρη των δαχτύλων μου το μάγουλο της. Πέρασα τα δάχτυλα μου μέσα από τις μπούκλες των μαλλιών της και γουργούρισα και εγώ από ευχαρίστηση.
Ήμουν ευτυχισμένος, απόλυτα ευτυχισμένος. Αυτή ήταν οπωσδήποτε η καλύτερη νύχτα της ύπαρξης μου.
Έβαλα το ένα μου χέρι πίσω από το κεφάλι μου και κοίταξα για λίγο το ταβάνι.
Είχα περάσει πολλές νύχτες με το να βλέπω τη Μπέλλα να κοιμάται αλλά αυτή η νύχτα δεν έμοιαζε με καμία από τις προηγούμενες. Ήθελα να την κοιτάξω ακόμα καλύτερα, δεν μπορούσα ούτε για μία στιγμή να πάρω το βλέμμα μου από πάνω της. Δεν θα τη χόρταινα ποτέ.
Παρατήρησα τα κλειστά της βλέφαρα, τα ρόδινα μάγουλα της που με τρέλαιναν. Το χρώμα ήταν ακόμα έντονο και έκανε μικρούς κύκλους μέχρι τους κροτάφους της. Ύστερα κοίταξα τα χείλη της που ήταν μισάνοιχτα και έδειχναν κάπως ταλαιπωρημένα. Ίσως να το είχα παρακάνει τελικά με εκείνα τα φιλιά.
Ξεφύσηξα ενοχλημένος και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι την επόμενη φορά θα πρόσεχα περισσότερο.
Μετά κοίταξα τα πόδια της και τα γόνατα της που ακουμπούσαν πάνω μου. Ανέβηκα λίγο πιο πάνω και θαύμασα τα ροδαλά της στήθη. Ατένιζαν προκλητικά και παραδέχομαι ότι ο πειρασμός ήταν μεγάλος.
Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτά που την είχα κάνει δική μου και την ήθελα και πάλι με την ίδια ακατανίκητη επιθυμία.
Καθώς παρατήρησα καλύτερα, διέκρινα κάποια σημάδια τα οποία δεν είχα προσέξει νωρίτερα. Κοίταξα καλύτερα μέσα στο σκοτάδι για να μπορέσω να τα δω καλύτερα. Πλησίασα το πρόσωπο μου κοντά στον ώμο της Μπέλλα και τότε κατάλαβα.
Τα χέρια μου είχαν αφήσει σημάδια επάνω στο ευαίσθητο σώμα της. Καθώς κατηφόρισε το βλέμμα μου πρόσεξα κι άλλα, σχεδόν παντού.
Οργή με κυρίευσε και με απαλές κινήσεις έσπρωξα τη Μπέλλα λίγο πιο μακριά μου. Ανακάθισα στο κρεβάτι και έβαλα το κεφάλι μου μέσα στα χέρια μου. Μπορούσα μόλις να συνειδητοποιήσω τι αποτέλεσμα είχαν οι πράξεις μου.
Με πόση ευκολία είχα αφεθεί τελικά στο πάθος μου για να ευχαριστήσω τον εαυτό μου; Ένιωσα την αηδία να ξεχειλίζει από μέσα μου.
Η Μπέλλα μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της και βυθίστηκε σε πιο βαθύ ύπνο. Το χαμόγελο δεν είχε φύγει ακόμα από τα χείλη της. Τα λευκά πούπουλα την πλαισίωναν σαν να ήταν η πιο αθώα νεράιδα της νύχτας.
Πως είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να αγγίξει αυτό τον άγγελο; Την είχα εκθέσει σε μεγαλύτερο κίνδυνο απ' ότι είχα καταλάβει. Αντί να έχω όλη μου την προσοχή στραμμένη επάνω της με είχε κατακλύσει ερωτικό παραλήρημα…
Ξεφύσιξα και βλαστήμησα μέσα από τα δόντια μου, δεν με χωρούσε ο τόπος. Οι τοίχοι με πλάκωναν και με έπνιγαν.
Έτρεξα έξω από το δωμάτιο όπως ήμουν ολόγυμνος με όλη μου τη δύναμη. Σύρθηκα έξω στην άμμο, στη λευκή παραλία και ήμουν έτοιμος να βγάλω μία κραυγή αλλά συγκρατήθηκα γιατί σίγουρα θα την ξύπναγα και θα την τρόμαζα.
Ήθελα να κλάψω αν ήταν δυνατό, που να πάρει ο διάολος, ήθελα να μπορώ να κλάψω, το είχα ανάγκη.
Μετά από αρκετό καιρό μπορούσα να δω και πάλι το τέρας μέσα μου. Το έβλεπα που μου χαμογελούσε γιατί είχα παρασυρθεί και είχα διακινδυνέψει με τη Μπέλλα χωρίς καν να το καταλάβω.
Πόσο ηλίθιος ήμουν… Πως ήταν δυνατόν να επιτρέψω κάτι τέτοιο; Θα μπορούσα να την έχω σκοτώσει με τα ίδια μου τα χέρια…
Η αηδία που είχα νιώσει λίγο νωρίτερα δεν ήταν τίποτα. Η ευτυχία είχε αντικατασταθεί απότομα από τη δυστυχία.
Ήμουν δυστυχισμένος γιατί η Μπέλλα άξιζε κάτι καλύτερο από εμένα. Άξιζε την ευτυχία, κάποιον ισάξιο της που να μπορούσε να της τα προσφέρει όλα όσα είχε ανάγκη χωρίς να βάζει τη ζωή της σε κίνδυνο.
Γιατί να μην είμαι άνθρωπος σκέφτηκα… και ένιωσα τον πόνο να με πνίγει.
Αν υπήρχε ένας τρόπος, ο οποιοσδήποτε τρόπος να μπορούσα να γίνω πάλι άνθρωπος… Μονολόγησα.
Γιατί;;; Έπιασα με τις χούφτες μου έναν μικρό βράχο και τον συνέθλιψα. Η σκόνη πέρασε μέσα από τα χέρια μου και έπεσε στο έδαφος.
Ίσως αυτή να ήταν η τιμωρία μου για όλους εκείνους τους ανθρώπους που είχα σκοτώσει στο παρελθόν με ευκολία. Ποιος ήμουν εγώ που θα έκρινα αν ήταν καλοί ή κακοί;
Με ποιο δικαίωμα τους είχα πάρει τη ζωή;
Τύψεις με κατέκλυσαν και με διαπέρασαν. Τύψεις για όλες τις λάθος μου επιλογές. Τύψεις που είχα μπει στον κόσμο της Μπέλλα και την είχα αρπάξει ενώ δεν είχα αυτό το δικαίωμα…
Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τη θυμήθηκα μέσα στο κατάλευκο νυφικό της λίγες ώρες πριν όταν στεκόταν απέναντι μου και μου ορκιζόταν αιώνια αγάπη.
Ήταν δυνατόν; Εκείνη είχε αγαπήσει το τέρας, ήθελε να είναι μαζί του.
Γιατί να μη μπορώ να κλάψω; Σκέφτηκα πάλι.
Ήμουν πεσμένος στα γόνατα, κοιτούσα τον ουρανό και το ασημένιο φεγγάρι που εκείνη είχε βρει πανέμορφο πριν από λίγο.
Ποια μοίρα ήταν αυτή που με έδενε μαζί της και μας είχε φέρει και τους δύο μέχρι εδώ;
Δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτή. Το είχα προσπαθήσει στο παρελθόν και είχα αποτύχει. Τώρα ήταν δική μου, είχε εκπληρώσει όλες μου τις επιθυμίες και εγώ αντί να είμαι μαζί της, δίπλα της και να προσπαθώ να επανορθώσω για όσο πόνο είχε νιώσει νωρίτερα, καθόμουν έξω και κλαψούριζα.
Ποιος ξέρει πόσο υπέφερε όλη εκείνη την ώρα και δεν είχε πει λέξη για χάρη μου; Ήταν δυνατόν να υπέμενε την ερωτική πράξη για να μη με κάνει να νιώσω άσχημα;
Μακάρι να μπορούσα να διαβάσω το μυαλό της… Γιατί έπρεπε να υπάρχει και αυτό μέσα σε όλα τα άλλα; Ίσως να ήταν μέρος του τιμήματος και αυτό λοιπόν. Για κάποιο λόγο έπρεπε να πληρώσω, ήμουν σίγουρος.
Και φυσικά ήμουν έτοιμος να πληρώσω για τις δικές μου αμαρτίες, εγκόσμιες ή απόκοσμες. Η Μπέλλα όμως δεν θα γινόταν θυσία για τα δικά μου λάθη.
Μήπως όμως ήταν πολύ αργά γιαυτό;
Δεν υπήρχε γυρισμός. Με είχε ακολουθήσει μέχρι εδώ, ήταν έτοιμη να τα απαρνηθεί όλα για εμένα. Την οικογένεια της, την ανθρώπινη ζωή της, τις συνήθειες της. Ήταν έτοιμη δίχως αμφιβολία να θυσιαστεί.
Μου το είχε αποδείξει με κάθε τρόπο πριν λίγες στιγμές. Ήταν έτοιμη να πεθάνει για εμένα αν χρειαζόταν, όπως κι εγώ γιαυτή.
Ίσως αυτή να ήταν η μοίρα που μας έδενε τελικά και έπρεπε να την αποδεχτώ.
Κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου και πάλι. Έπρεπε να γυρίσω οπωσδήποτε πίσω. Τι θα σκεφτόταν αν ξυπνούσε ξαφνικά και έλειπα την πρώτη νύχτα του γάμου μας από το κρεβάτι;
Ότι είχε γίνει είχε γίνει και δεν μπορούσε να αλλάξει. Όλες οι άλλες αποφάσεις είχαν πια παρθεί εδώ και αρκετό καιρό. Δεν είχα δικαίωμα να προσπαθήσω να αλλάξω τίποτα.
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου -ενώ έσερνα τα βήματα μου για να γυρίσω στο υπνοδωμάτιο- ότι δεν θα την άγγιζα ξανά ποτέ με αυτό τον τρόπο μέχρι την ημέρα που θα μεταμορφωνόταν. Δεν θα την εξέθετα ποτέ ξανά σε τέτοιο κίνδυνο. Δεν μπορούσα να έχω καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό μου.
Για καλή μου τύχη η Μπέλλα δεν είχε κουνηθεί ούτε σπιθαμή από το κρεβάτι από την στιγμή που την είχα αφήσει. Κούρνιασα και πάλι δίπλα της.
Αναστέναξα βαθιά ελπίζοντας ότι οι κακές σκέψεις θα με άφηναν ελεύθερο έστω και για λίγο. Πίεσα μαλακά τα χέρια μου πάνω στα σημεία που είχαν αφήσει τα χέρια μου τα σημάδια. Ήθελα να σιγουρευτώ πως δεν είχε σπάσει κάποιο κόκκαλο. Αν και νομίζω πως ο πόνος θα ήταν εμφανής και δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί αν πονούσε.
Ανακουφίστηκα όταν κατάλαβα ότι ευτυχώς η ζημιά ήταν μόνο επιφανειακή. Αυτό όμως δεν με έκανε να αισθανθώ καλύτερα. Οι ενοχές ήταν ακόμα εκεί και χόρευαν μέσα στο κεφάλι μου με τυραννούσαν σαν τις ερινύες.
Η γλυκιά φωνή της αγάπης μου με έβγαλε γρήγορα από τις μίζερες σκέψεις μου.
Έντουαρντ… ψιθύρισε μέσα στον ύπνο της. Σ' αγαπώ…
Και τότε όπως και άλλοτε για μία ακόμη φορά πίστεψα ότι η νεκρή μου καρδιά θα μπορούσε να χτυπήσει και πάλι.
Θα μπορούσα να κάνω τα πάντα γιαυτή, τα πάντα…
Κι εγώ σ' αγαπώ απάντησα και ήλπιζα να με είχε ακούσει.
Την τράβηξα και την έσφιξα πάνω μου, την έχωσα μέσα στην αγκαλιά μου. Χάιδεψα απαλά τα μαλλιά της και έκλεισα τα μάτια μου.
Θα περίμενα υπομονετικά τώρα. Θα περίμενα ώσπου να έρθει το επόμενο πρωί, μέχρι να ξυπνήσει για να της ζητούσα συγνώμη για ότι της είχα κάνει.
Θα περίμενα υπομονετικά μέχρι τη μέρα που θα γινόταν αθάνατη σαν κι εμένα για να μπορούσα να την αγγίξω ξανά και να τη νιώσω απόλυτα όπως αυτή την πρώτη νύχτα που ολοκληρώθηκε η αγάπη μας.
