Η Κάντυ ανέβηκε στο λόφο της Πόνυ. Η ζωή της στο ορφανοτροφείο έμοιαζε να είναι αυτό που ήθελε για να ηρεμήσει. Να ξεχάσει και να ξαναρχίσει από την αρχή. Να αφήσει πίσω της τους αγαπημένους της που δεν ήταν μαζί της και να συνεχίσει με νέα όνειρα κι ελπίδες. Για την ίδια όλα άρχιζαν και τέλειωναν σε αυτό το μέρος, που την αγκάλιασε όταν όλα έμοιαζαν χαμένα.

Η Πάτυ είχε αποδειχτεί σπουδαία βοήθεια για όλους. Βοήθαγε τα παιδιά στο διάβασμά τους, βοήθαγε στις δουλειές του σπιτιού και ήταν πάντα πρόθυμη για ότι ανάγκη παρουσιαζόταν. Παρόλο που είχε περάσει μόλις ένας μήνας από τότε που εγκαταστάθηκε στο ορφανοτροφείο έμοιαζε να απολαμβάνει το συναίσθημα της προσφοράς και της βοήθειας προς τους συνανθρώπους της:

«Κάντυ, εδώ είσαι; Έλα να φάμε. Οι υπόλοιποι ξεκίνησαν κιόλας»

«Ας περιμένει το φαγητό λίγο Πάτυ. Έλα κάτσε μαζί μου να δούμε το ηλιοβασίλεμα και κατεβαίνουμε σε λίγο», είπε εύθυμα η Κάντυ.

Η Πάτυ έκατσε δίπλα της και θαύμασε τον ουρανό:

«Μια μέρα Κάντυ θα μπορώ να δω το ηλιοβασίλεμα χωρίς να στεναχωριέμαι για τον αγαπημένο μου Στήαρ», είπε η Πάτυ και η φωνή της πρόδιδε τη συγκίνησή της.

«Μια μέρα Πάτυ, θα είμαστε κι εμείς εκεί ψηλά μαζί του. Μέχρι τότε όμως θα πρέπει να φροντίσουμε να περάσουμε όμορφες στιγμές και όταν τον δούμε να μπορούμε να του τις περιγράψουμε».

«Πάντα σκέφτεσαι θετικά Κάντυ. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο και σε μένα»

«Πάτυ, όταν πέθανε ο Άντονυ νόμιζα ότι ο κόσμος σταμάτησε εκεί… Όμως οι καλοί μου φίλοι στάθηκαν στο πλευρό μου. Δεν έπαψα να τον σκέφτομαι ποτέ αλλά μετά, γνώρισα τον Τέρρυ και…» η Κάντυ έκανε μια παύση, «…και μπόρεσα και ερωτεύτηκα ξανά Πάτυ. Θα δεις! Δεν θα αργήσει αυτή η μέρα και για σένα. Είσαι τόσο νέα! Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου!»

«Κι εσύ Κάντυ. Μην το ξεχνάς αυτό».

Η Κάντυ κοίταξε τον ουρανό:

«Κι εγώ. Δεν το ξεχνώ», είπε και από τα μάτια της κύλησε ένα δάκρυ. Ήταν νέα και όλα θα πήγαιναν καλά. Η ζωή θα της χαμογέλαγε και πάλι.


Η Σουζάνα καθόταν και χτένιζε τα μαλλιά της στον καθρέφτη. Είχε ραντεβού με τον Τέρρυ σε λίγο και ήθελε να είναι στις ομορφιές της. Δευτέρα και Πέμπτη ο Τέρρυ πάντα συνεπής την έβγαζε βόλτα.

«Είσαι πολύ όμορφη Σουζάνα», είπε η κυρία Μάρλοου πλησιάζοντας για να βοηθήσει την κόρη της να χτενιστεί.

«Ναι μητέρα, αλλά όταν έρχεται ο Τέρρυ θέλω να είμαι πάντα περιποιημένη», απάντησε η Σουζάνα που πρόσεχε ανήσυχη και την πιο μικρή λεπτομέρεια στα μαλλιά της.

Τη συζήτηση διέκοψε το χτύπημα στην πόρτα. Η κυρία Μάρλοου έτρεξε να ανοίξει. Ο Τέρρυ στεκόταν στην πόρτα κρατώντας λίγα λουλούδια στα χέρια του. Τη χαιρέτησε με σοβαρό ύφος και της πρόσφερε τα λουλούδια:

«Κυρία Μάρλοου», είπε χαμηλώνοντας ελαφριά το κεφάλι προς ένδειξη χαιρετισμού.

«Τέρρυ, πέρασε μέσα. Η Σουζάνα σε περιμένει», απάντησε ικανοποιημένη αυτή.

«Σας ευχαριστώ», είπε ανέκφραστα ο Τέρρυ και προχώρησε προς το σαλόνι. Η Σουζάνα εμφανίστηκε στην πόρτα και του χαμογέλασε τρυφερά:

«Καλησπέρα Τέρρυ»

«Γεια σου Σουζάνα. Είσαι έτοιμη;»

«Ναι, βέβαια», απάντησε χαρούμενη η Σουζάνα.

Ο Τέρρυ την πλησίασε και άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι της προς την έξοδο.

«Καλά να περάσετε» είπε η κυρία Μάρλοου.

«Θα είμαστε πίσω σε δύο ώρες», της απάντησε ανέκφραστα ο Τέρρυ.

«Όπως πάντα», σχολίασε η κυρία Μάρλοου.

«Όπως πάντα», επανέλαβε ο Τέρρυ καθώς άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του.

Λίγη ώρα αργότερα έφτασαν στο πάρκο. Ο Τέρρυ διάλεξε ένα παγκάκι κοντά στη λίμνη, στερέωσε το καροτσάκι της Σουζάνα δίπλα του και έκατσε στο παγκάκι. Η λίμνη άρεσε πάντα στη Σουζάνα και αυτός φρόντιζε να την ευχαριστεί.

«Μου αρέσει πολύ εδώ Τέρρυ».

«Ναι είναι κοντά στη λίμνη».

«Μου αρέσει να βλέπω τις πάπιες να κολυμπούν, τους ανθρώπους να περπατούν…», 'τα ζευγάρια αγκαλιασμένα να αγναντεύουν' σκέφτηκε η Σουζάνα αλλά δεν είπε δυνατά τη σκέψη της.

«Ναι, είναι όμορφα!»

«Πως πάνε Τέρρυ οι πρόβες;»

«Καλά. Έχουμε πρεμιέρα σε δυο μήνες».

«Έμαθα ότι η Κάρεν αντικατέστησε τη Νάνσυ στο ρόλο της Οφηλίας».

«Ναι. Έτσι έγινε».

«Φαίνεται η Κάρεν μόνο έτσι μπορεί να κερδίσει ρόλο», είπε πικρόχολα η Σουζάνα.

«Θα έπρεπε να είσαι λιγότερο αυστηρή Σουζάνα».

«Ναι Τέρρυ. Έχεις δίκιο. Ξέρεις καμιά φορά…»

«Δεν είναι η Κάρεν η πηγή των προβλημάτων σου Σουζάνα», είπε απότομα ο Τέρρυ.

Η Σουζάνα είχε αρχίσει να αισθάνεται άβολα με την τροπή της συζήτησης. Προσπάθησε να αλλάξει το θέμα:

«Αλήθεια Τέρρυ, θα με καλέσεις στην πρεμιέρα του Άμλετ;»

«Ναι. Βέβαια», απάντησε ο Τέρρυ και γύρισε το κεφάλι του από την άλλη. Οι σκέψεις του ταξίδεψαν μήνες πριν. Στην τελευταία πρεμιέρα που είχε δώσει. Σε εκείνη την πρεμιέρα είχε καλέσει την Κάντυ να τον παρακολουθήσει. Της είχε στείλει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Για να την κρατήσει για πάντα κοντά του. Για να μείνει για πάντα δίπλα του. Τι να έκανε άραγε τώρα το φακιδομουτράκι του; Να ήταν άραγε ευτυχισμένη; Να τον σκεφτόταν ακόμα όπως αυτός; Κάποιες στιγμές ειλικρινά φοβόταν να αναρωτηθεί. Οι πιθανές απαντήσεις τον τρόμαζαν.

Η Σουζάνα τον παρακολουθούσε να κοιτάει χαμένος το κενό. Αυτό το κενό ήταν μια συνηθισμένη κατάσταση για τον Τέρρυ. Πάντα χαμένος σε έναν δικό του κόσμο. Πολύ μακριά από τον πραγματικό.

«Μπορούμε να φύγουμε;», ρώτησε η Σουζάνα.

«Κιόλας; Δεν είναι ακόμα ώρα!»

«Κρύωσα λίγο».

Ο Τέρρυ αμέσως σηκώθηκε, έβγαλε την κάπα του και την τύλιξε γύρω της.

«Είσαι καλύτερα τώρα;», ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Ναι. Ευχαριστώ», είπε η Σουζάνα παρακολουθώντας τον. Πάντα ενδιαφερόταν για εκείνη, να είναι ευχαριστημένη, την περιποιούταν, αλλά τα ψυχρά και αδιαπέραστα μάτια του δεν έδιωχναν την ανησυχία από μέσα της.

«Εσύ δεν θα κρυώσεις;» τον ρώτησε.

«Μην ανησυχείς για μένα Σουζάνα», απάντησε ψυχρά ο Τέρρυ και ξανάκατσε στο παγκάκι κοιτώντας το κενό. Σε λίγο θα έπρεπε να την γυρίσει σπίτι.


Ο Άλμπερτ κοίταξε τον Τζωρτζ μπουχτισμένος:

«Λοιπόν φίλε μου, θα έπρεπε να σε φυλακίζουν αν φοράς γραβάτα σε αυτή τη χώρα», είπε βγάζοντας την γραβάτα και ανοίγοντας το πουκάμισό του «Θα σε συμβούλευα να κάνεις το ίδιο».

Ο Τζωρτζ του έριξε ένα βλέμμα όλο κατανόηση:

«Έχεις δίκιο Γουίλιαμ. Πρέπει να έχει πάνω από 42οC».

«Λοιπόν τώρα που ξεμπερδέψαμε από τα συμβούλια, τι λες; Πάμε να πιούμε ένα ποτό;», είπε ο Άλμπερτ και του έκλεισε πονηρά το μάτι.

«Γουίλιαμ, δεν φέρεσαι σαν σωστός Άρντλευ τώρα», τον πείραξε ο Τζωρτζ.

«Για πες μου λοιπόν, τι θα έκανε ένας σωστός Άρντλευ στη θέση μου;», είπε γελώντας ο Άλμπερτ.

«Κατ'αρχήν θα είχε κάνει οικογένεια και έτσι τώρα θα πήγαινε να παίξει με τα παιδιά του και όχι να πίνει ποτό μαζί μου», ο Τζωρτζ έκανε μια παύση και συνέχισε, «Αλήθεια Γουίλιαμ, δεν το σκέφτεσαι καθόλου;», ρώτησε με ενδιαφέρον και ο τόνος της φωνής του ήταν σοβαρότερος από πριν.

«Ποιο;»

«Να κάνεις οικογένεια».

Ο Άλμπερτ τον κοίταξε λοξά:

«Να σου πω. Αν με τον όρο οικογένεια εννοούμε να παντρευτώ την πρώτη καλή κυρία που ικανοποιεί τα κριτήρια της Μεγάλης Θείας Ελρόυ και να ξεκινήσω να αραδιάζω απογόνους της οικογενείας των Άρντλευ, τηρώντας όλα τα πρωτόκολλα του πρότυπου συζύγου... Όχι Τζωρτζ. Ειλικρινά, δεν το σκέφτομαι καθόλου».

«Κι αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα; Αν μπορούσες να επιλέξεις εσύ μια σύζυγο. Θα σκεφτόσουν την οικογένεια;», ρώτησε ο Τζωρτζ.

Ο Άλμπερτ τον κοίταξε και το βλέμμα του σκοτείνιασε για μια στιγμή, χάθηκε στο κενό, αλλά πολύ σύντομα επανήλθε ζωηρό και λαμπερό όπως πάντα:

«Σε αυτή την περίπτωση φίλε μου, με ξέρεις πολύ καλά για να είσαι βέβαιος ότι θα είχα 5 απογόνους ως τώρα… Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει. Ξέρεις πως νοιώθει η θεία για την Κ…», ο Άλμπερτ σταμάτησε πριν προλάβει να πει ολόκληρο το όνομα. Ξερόβηξε και συνέχισε:

«Και για να αλλάξουμε θέμα. Τι θα έλεγες να στείλουμε ένα γράμμα στην Κάντυ και μετά να το ρίξουμε για λίγο έξω; Δυο ελεύθεροι άντρες μπορούν να διασκεδάζουν όσο θέλουν. Σωστά;», είπε ο Άλμπερτ και πήρε την καρτποστάλ από δίπλα του. Τη γύρισε ανάποδα και έγραψε:

Αν δεις τη φωτογραφία της καρτ ποστάλ θα ζηλέψεις, αλλά δεν ήρθα εδώ για να διασκεδάσω. Το Σάο Πάολο είναι ζεστό και γεμάτο σκόνη. Ο Τζωρτζ κι εγώ νιώθουμε πολύ αδύναμοι απ'τη ζέστη. Θα σου αγοράσουμε πολλά σουβενίρ. Πλησιάζει ο καιρός της επιστροφής μας και σκέφτομαι να έρθω να σε επισκεφτώ. Έχεις χαιρετισμούς και από τον Τζωρτζ.

Από το Σάο Πάολο,

Μεγάλος Μπερτ

«Και τώρα φίλε μου, ας απολαύσουμε τις χαρές αυτής της πόλης», είπε ο Άλμπερτ και χαμογέλασε πονηρά στον Τζωρτζ.


Η κυρία Μάρλοου είχε πάει να παρακολουθήσει μια συναυλία. Μετά από ικεσίες της Σουζάνα, να βγει και λίγο έξω επιτέλους η κυρία Μάρλοου κατάφερε να ξεκολλήσει δίπλα από την κόρη της. Τόσους μήνες δεν έλειψε λεπτό από το πλευρό της. Η Σουζάνα ένιωθε ασφυκτικό τον κλοιό της μητέρας της γύρω της. Αναπολούσε τις μέρες που ήταν ελεύθερη και έκανε ότι ήθελε. Τώρα τα πάντα πέρναγαν από το επικριτικό μάτι της μητέρας της. Τίποτα δεν πέρναγε απαρατήρητο.

Τις πολύτιμες αυτές ώρες ησυχίας η Σουζάνα της πέρασε στην κρεβατοκάμαρά της κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Για μια ακόμα φορά ήρθε στο μυαλό της η στιγμή του ατυχήματος. Έκλεισε τα μάτια της με πόνο. Άραγε αν δεν είχε συμβεί ποτέ αυτό το ατύχημα πως θα ήταν η ζωή της τώρα; Άκουσε τα χειροκροτήματα των θεατών να την αποθεώνουν και για μια στιγμή θυμήθηκε πως είναι να σε θαυμάζουν και να σε αγαπούν. Άραγε πως θα ήταν η σχέση της με τον Τέρρυ; Θα είχε καταφέρει να τον κερδίσει; Και η Κάντυ; Αυτή της είχε γλυτώσει τη ζωή όταν η ίδια έβλεπε το θάνατο σαν τη μόνη λύση. Με πόση αυτοθυσία αποχώρησε από τη ζωή τους; Πόσο πολύ αγαπούσε κι αυτό το κορίτσι τον Τέρρυ για να δεχτεί να φύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω της; Μόνο και μόνο για να μην βάλει τον Τέρρυ σε δίλημμα. Άνοιξε τα μάτια της. Στο δωμάτιο υπήρχε μόνο μια λάμπα αναμμένη στο γραφείο της. Πλησίασε στο γραφείο και έβγαλε μια κόλλα χαρτί. Πήρε στα χέρια της στο φτερό και άρχισε να γράφει:

Αγαπητή Κάντυ,

Λυπάμαι που έπρεπε να φύγεις απ'τη Νέα Υόρκη με τον τρόπο που έφυγες. Τώρα ξέρω που βρίσκεται η καρδιά του Τέρρυ. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ελπίζω πως κάποια μέρα θα μ'αγαπήσει. Δεν μπορώ να περπατήσω καθόλου, αλλά μόνο και που ξέρω πως είναι στο πλάι μου, είμαι χαρούμενη. Τώρα πια συνειδητοποιώ πως είναι η ζωή μου και η καρδιά μου και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να είμαι δίπλα του και να τον περιμένω ακόμα και για πάντα αν χρειαστεί.

Σουζάνα.

Τύλιξε το γράμμα και έγραψε το όνομά της έξω. Έκρυψε το γράμμα στο γραφείο της. Τώρα έμενε μόνο να βρει έναν τρόπο να το στείλει.