«Πάτυ, Πάτυ!», φώναξε η Κάντυ τρέχοντας.

«Τι συμβαίνει Κάντυ; Έχω μάθημα!»

Η Κάντυ κοίταξε τα παιδιά που την κοίταζαν και συνειδητοποίησε την γκάφα της:

«Συγνώμη Πάτυ, αλλά ήθελα να σου πω… ή καλύτερα δες μόνη σου», είπε η Κάντυ και έδωσε ένα γράμμα στην Πάτυ βγαίνοντας από την αίθουσα και φωνάζοντας:
«Με συγχωρείται για τη διακοπή. Γυρίστε γρήγορα στο μάθημά σας».

Η Πάτυ αφού βεβαιώθηκε ότι όλα τα παιδιά έλυναν τις ασκήσεις τους άνοιξε και διάβασε το γράμμα που της έδωσε η Κάντυ:

Αγαπημένη μου Κάντυ

Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω. Είμαι πολύ συγκινημένη τώρα που σου γράφω, αλλά θα ήθελα να πω σε σένα και στην Πάτυ ότι ο Άρτσι μου ζήτησε να αρραβωνιαστούμε. Ο αρραβώνας θα γίνει πριν βγει το καλοκαίρι και σας περιμένουμε να έρθετε.

Η φίλη σας

Άννυ

Αμέσως μετά το μάθημα πήγε και βρήκε την Κάντυ να κάθεται στο λόφο της Πόνυ με τα μάτια κλαμένα:

«Κάντυ, τόσο πολύ συγκινήθηκες;»

«Συγκινήθηκα Πάτυ, αλλά δεν κλαίω γι'αυτό. Ξέρεις. Είχα κι άλλο ένα γράμμα σήμερα», είπε η Κάντυ και έδειξε το γράμμα της Σουζάνα στην Πάτυ.

Η Πάτυ το διάβασε και σάστισε:

«Σε αγαπάει ακόμα ο Τέρρυ Κάντυ».

«Μου είναι τόσο δύσκολο να τον ξεχάσω Πάτυ! Μήπως κι εγώ δεν τον αγαπώ; Κάνω τόσους μήνες προσπάθεια και ξαφνικά αυτό! Γιατί να είναι τόσο σκληρή η ζωή μαζί μας Πάτυ;»

«Μην ψάχνεις τις αιτίες Κάντυ. Κράτησε τον Τέρρυ στην καρδιά σου σαν μια γλυκιά ανάμνηση και προσπάθησε να συνεχίσεις».

«Προσπαθώ, αλλά Πάτυ δεν είναι αρκετό. Νιώθω ότι ο καιρός περνάει εδώ στο σπίτι της Πόνυ και τίποτα δεν αλλάζει. Νιώθω ότι δεν έχω νέα ερεθίσματα να απασχοληθώ και να ξεχαστώ. Να ξυπνήσω επιτέλους ένα πρωινό και να μην πονάω πια».

«Εμένα με βοηθάει πολύ Κάντυ ο χρόνος που περνάω εδώ».

«Για σένα Πάτυ είναι όλα τόσο νέα! Εγώ έζησα εδώ από παιδί και όλα είναι πολύ οικία για να μου αποσπάσουν την προσοχή!»

«Τι σκέφτεσαι να κάνεις Κάντυ;»

«Δεν ξέρω Πάτυ. Κάτι θα σκεφτώ». Η Κάντυ σκούπισε τα δάκρυά της και συνέχισε: «Όμως τώρα πρέπει να ετοιμαστούμε για τους αρραβώνες της Άννυ μας»

«Ναι Κάντυ. Χαίρομαι πολύ για την Άννυ. Ελπίζω να είναι πάντα ευτυχισμένη!»


Το βράδυ όταν όλοι είχαν πια κοιμηθεί η Κάντυ έκατσε μπροστά στην τραπεζαρία και έγραψε δυο γράμματα. Ένα στη Σουζάνα και ένα στον Τέρρυ. Τα διάβασε πολλές φορές, τα δίπλωσε και τα έκλεισε σε ένα συρτάρι. Αυτά τα γράμματα δεν θα τα έστελνε ποτέ.


Να αρθρώνετε καθαρά παρακαλώ, όπως είπα εγώ τα λόγια μου και σας έδειξα πως ν'ακουμπούν μόλις στη γλώσσα μου οι λέξεις.

«Σταματήστε!», ο Ρόμπερτ έκοψε την πρόβα στη μέση και κοίταξε αγριεμένος τον Τέρρυ:

«Δεν ακουμπούν στη γλώσσα σου οι λέξεις Τέρρυ παιδί μου αλλά στη γλώσσα τους. Είναι το τρίτο λάθος που κάνεις σήμερα. Και το χειρότερο; Δεν το αντιλήφθηκες καν! Συγκεντρώσου Τέρρυ. Πάμε πάλι…»

Ο Τέρρυ πήρε μια βαθειά ανάσα, ύψωσε περήφανα το ανάστημά του όπως ταιριάζει σε έναν πρίγκιπα και ξεκίνησε και πάλι να κοιτάει τους τρεις ηθοποιούς που ήταν στη σκηνή.

Να αρθρώνετε καθαρά παρακαλώ, όπως είπα εγώ τα λόγια μου και σας έδειξα πως ν'ακουμπούν μόλις στη γλώσσα σας οι λέξεις. Όμως αν το στόμα μας έμαθε μόνο να…

«Αρκετά! Τέλος για σήμερα. Τέρρυ έλα να με βρεις στο καμαρίνι μου», ο Ρόμπερτ αποχώρησε οργισμένος από τη σκηνή. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί κοιτάζονταν απογοητευμένοι.

«Να πάρει!», είπε ο Τέρρυ κλωτσώντας εκνευρισμένος μια καρέκλα πάνω στη σκηνή. Έμεινε ακίνητος. Όλοι αποχώρησαν κι αυτός έμεινε να κοιτάζει τις άδειες θέσεις. Σε λιγότερο από μια βδομάδα είχαν πρεμιέρα, αλλά ο ίδιος δεν ένοιωθε ακόμα έτοιμος.

Λίγο αργότερα στο καμαρίνι του Ρόμπερτ, ο Τέρρυ θα έπρεπε να δώσει απαντήσεις που δεν είχε.

«Τέρρυ παιδί μου κάθισε. Έχω απογοητευτεί πολύ από εσένα. Δεν περίμενα ότι θα φτάσω να το πω αυτό, αλλά έτσι είναι. Πριν λίγους μήνες σταμάτησαν οι παραστάσεις του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στη μέση. Θυμάσαι καλά. Ήταν πριν εξαφανιστείς από προσώπου γης και όταν γύρισες εμφανώς αλλαγμένος εγώ ήμουν που σου ζήτησα να πάρεις το ρόλο του Άμλετ. Πιστεύω σε σένα Τέρρενς. Σε έχω στηρίξει από τα πρώτα βήματα της καριέρας σου, αλλά η πίστη η δική μου δεν είναι αρκετή. Το κοινό είναι ο κριτικός μας και αυτό το κοινό δεν είσαι έτοιμος να το αντιμετωπίσεις. 'Να μπει κανείς ή να μην μπει'; Μα που είχες το μυαλό σου Τέρρενς; Τι σκεφτόσουν; Το κοινό δεν συγχωρεί και το ξέρεις. Και αν τώρα γίνομαι αυστηρός μαζί σου είναι επειδή σε νοιώθω σα γιο μου και δεν θέλω την άλλη βδομάδα να πιεις το πικρό ποτήρι της αποτυχίας».

Ο Ρόμπερτ πήγε κοντά στον Τέρρυ και συνέχισε:

«Τέρρυ μπορώ να βασιστώ ότι σε μια βδομάδα θα είσαι έτοιμος;»

Ο Τέρρυ τον κοίταξε ειλικρινά στα μάτια αλλά δεν απάντησε.

Ο Ρόμπερτ συνέχισε απογοητευμένος: «Αν μεθαύριο δεν βγει όλη η παράσταση σωστά, θα αναγκαστώ να σε κατεβάσω από τη σκηνή. Μπορείς να φύγεις. Έχεις πολύ μελέτη να κάνεις».

Ο Τέρρυ σηκώθηκε και βγήκε από το καμαρίνι αφήνοντας σκεφτικό πίσω του τον Ρόμπερτ. Κατευθύνθηκε προς το δικό του. Τριγύρω του οι ψίθυροι έδειχναν ξεκάθαρα την αποδοκιμασία των συναδέλφων του. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του και στηρίχτηκε επάνω της. Πόσο άσχημα ένιωθε με αυτή την εξέλιξη! Του ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί και όσα άκουγε ήταν αλήθειες που έπρεπε να αντιμετωπίσει. Όσο κι αν ο ατίθασος χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε να ανέχεται συμπεριφορές σαν τη σημερινή, ήξερε ότι ο Ρόμπερτ πράγματι ενδιαφερόταν γι'αυτόν και όσα έλεγε έκρυβαν ειλικρινές ενδιαφέρον. 'Πρέπει να συγκεντρωθώ. Πρέπει να βάλω τα δυνατά μου. Τι θα έλεγε εκείνη αν με έβλεπε σε αυτά τα χάλια;' σκεφτόταν διαρκώς ο Τέρρυ.

Όταν αργότερα το θέατρο άδειασε ο Τέρρυ έμεινε μόνος και ανέβηκε στη σκοτεινή σκηνή…

Να ζει κανείς ή να μην ζει; Ιδού η απορία.
Τι είναι πιο μεγαλοπρεπές για το νου;
Να πάσχει, να αντέχει σωπαίνοντας τις πληγές
από μια μοίρα που τον ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος
Ή να επαναστατεί;
Να αντισταθεί στην παλίρροια των λυπημένων κόπων…

Στο βάθος ο Ρόμπερτ απαρατήρητος τον παρακολουθούσε ευχαριστημένος στο σκοτάδι. Ήταν πολύ νωρίς για να αποφασίσει. Ο Τέρρενς έκρυβε ένα θηρίο μέσα του. Το αν όμως θα το άφηνε ελεύθερο στη σκηνή, αυτό ήταν μια απόφαση που μόνο ο Τέρρυ μπορούσε να πάρει…


Το μεγάλο σαλόνι ήταν φωτεινό. Όλο το προσωπικό ήταν επί ποδός και τα πάντα άστραφταν. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με τα ακριβά, καλά σερβίτσια. Λουλούδια στόλιζαν τα βάζα και τους διαδρόμους. Όλοι κάθονταν γύρω από αυτό, ώσπου ο άντρας που καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού σηκώθηκε:

«Αγαπημένοι μας φίλοι καλωσήρθατε», ακούστηκε η καθαρή φωνή του Άλμπερτ. «Σας ευχαριστώ όλους που παρευρίσκεστε εδώ για να γιορτάσουμε τους αρραβώνες του ανιψιού μου Άρτσιμπαλ Κόρνγουελ με την εκλεκτή της καρδιάς του Άννυ Μπράιτον». Ύψωσε το ποτήρι του και ευχήθηκε: «Είθε η ζωή τους να είναι πάντα στρωμένη με ροδοπέταλα και κανένα αγκάθι να μη βρεθεί στο δρόμο τους».

Όλοι κοίταξαν συγκινημένοι το νέο ζευγάρι που έλαμπε από ευτυχία. Τα μάτια της Άννυ ήταν έτοιμα να δακρύσουν. Ο Άρτσι δε χόρταινε να την κοιτάει.

Λίγο μετά το φαγητό όλοι εύχονταν στο ζευγάρι. Η Κάντυ και η Πάτυ δεν έκρυβαν τη συγκίνησή τους. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι που δεν απολάμβαναν τη βραδιά αλλά όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι απόψε που δεν έδωσαν καμία σημασία στο Νηλ και την Ελίζα.

«Λοιπόν μικρή μου, επιτέλους μπορούμε να πούμε δυο κουβέντες με την ησυχία μας», είπε ο Άλμπερτ στην Κάντυ προς το τέλος της βραδιάς.

«Είμαι πολύ χαρούμενη Άλμπερτ. Η Άννυ λάμπει από ευτυχία», στα μάτια της η Κάντυ έκρυβε μια μελαγχολία που ο Άλμπερτ διέκρινε αμέσως, αλλά προσπάθησε να μην ξύσει τις πληγές της προστατευόμενής του.

«Όταν ο Άρτσι μου έγραψε ότι θέλει να αρραβωνιαστεί την Άννυ, ένιωσα μεγάλη ανακούφιση. Αυτό το γλυκό κορίτσι είναι το καλύτερο φάρμακο για την πληγωμένη καρδιά του Άρτσι. Ο ίδιος ήθελε να περιμένει γιατί ο χαμός του Στήαρ είναι πολύ πρόσφατος, αλλά επέμεινα να γίνει σύντομα. Όσο πιο κοντά του είναι, τόσο πιο γρήγορα θα επανέλθει ο Άρτσι και οι δυο τους πιστεύω ότι θα είναι πολύ ευτυχισμένοι».

«Πράγματι Άλμπερτ. Η Άννυ νομίζω ότι τον αγαπάει από πάντα».

«Αρκετά με αυτούς μικρούλα μου. Πως τα πας εσύ με τη ζωή σου;»

«Καλά Άλμπερτ. Τίποτα το συγκλονιστικό δεν συμβαίνει ποτέ στο μικρό σπίτι της Πόνυ. Όλα κυλούν ήρεμα».

«Γιατί νομίζω ότι έχεις αρχίσει να βαριέσαι μικρή μου;»

«Δεν βαριέμαι Άλμπερτ. Απλά… όλα είναι ίδια».

«Τι θα σε έκανε να νιώσεις καλύτερα Κάντυ; Μπορείς πάντα να έρθεις να μείνεις στο μέγαρο».

«Ναι, βέβαια. Να μοιράζομαι τις μέρες μου με το Νηλ και την Ελίζα. Αυτό σίγουρα θα ήταν λιγότερο βαρετό!»

Ο Άλμπερτ γέλασε δυνατά:

«Έχεις δίκιο! Μάλλον θα πρέπει να σκεφτώ κάτι καλύτερο. Γιατί δεν γυρίζεις στο νοσοκομείο Κάντυ; Αυτό θα σου άρεσε;»

«Σε εμένα ναι. Στον γιατρό Λέοναρντ όμως μάλλον όχι. Άστα όμως αυτά Άλμπερτ. Εσύ πως πέρασες; Πότε θα ξαναφύγεις;»

«Έκανα φιλότιμες προσπάθειες να περάσω καλά Κάντυ, αλλά η δουλειά είναι πάντα δουλειά. Ήρθα χτες για τους αρραβώνες, αλλά θα μείνω αρκετά ώστε να τακτοποιήσω και τις δουλειές εδώ».

«Αχ τι καλά Άλμπερτ! Θα είναι πολύ ευχάριστο να σε έχω πιο κοντά», είπε η Κάντυ και τον αγκάλιασε. Όλα έμοιαζαν πιο εύκολα όταν είχε τον Άλμπερτ δίπλα της.