Καθώς η μέρα της πρεμιέρας πλησίαζε, ο Τέρρυ έδειχνε εμφανή βελτίωση στις επιδόσεις του. Ο Ρόμπερτ όμως είχε τις ανησυχίες του. Όσο εύκολα μπορούσε αυτό το παιδί να ανεβάσει την παράσταση ψηλά, άλλο τόσο εύκολα μπορούσε και να την καταστρέψει. Το άλλο γεγονός που επίσης απασχολούσε τον Ρόμπερτ ήταν ότι οι μέρες της πρεμιέρας πλησίαζαν, αλλά τα εισιτήρια για την πρεμιέρα δεν είχαν ακόμα πουληθεί. Οι προσκλήσεις των διακεκριμένων είχαν μοιραστεί, αλλά πολλοί από αυτούς είχαν δηλώσει ότι δεν θα παρευρεθούν στην παράσταση.


Η μεγάλη ημέρα έφτασε. Στο θέατρο οι ετοιμασίες ήταν πυρετώδεις. Κόσμος, ηθοποιοί, τεχνικοί, βοηθοί, έτρεχαν όλοι στα στενά περάσματα των παρασκηνίων. Στην κεντρική αίθουσα οι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Περισσότερες ήταν θαυμάστριες του Τέρρενς, παρά κόσμος της καλής κοινωνίας. Οι περισσότεροι δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Έτσι λίγο αργότερα οι μπροστινές θέσεις ήταν κενές ενώ οι υπόλοιπες είχαν αραιό διάσπαρτο κόσμο. Ο Ρόμπερτ ήταν απογοητευμένος.

Τα φώτα έσβησαν. Η βουή του κόσμου ησύχασε. Η αυλαία ανέβηκε. Οι τέσσερις ηθοποιοί εμφανίστηκαν στην πολεμίστρα.

Ο Τέρρυ εμφανίστηκε στη σκηνή λίγο αργότερα. Το ανάστημά του περήφανο. Το βλέμμα του μακριά από το κοινό. Στο μυαλό του ήρθε η θολή φιγούρα της Κάντυ στην παράσταση του Ρόκστοουν με τα δάκρυα να καιν τα μάγουλά της. 'Φακιδομουτράκι μου, ποτέ ξανά δεν θα σε απογοητεύσω. Θα είσαι πάντα περήφανη για μένα', σκέφτηκε και η φωνή του βγήκε κρυστάλλινη, καθαρή και υπερήφανη:

Πλησιάζει η συγγένεια, κινδυνεύει η ευγένεια

Μητέρα μου η μαύρη μου η στολή,
η βαρύτιμη αμφίεση του πένθους και οι βαριές αναπνοές.
Οι αναστεναγμοί και τα βρεγμένα μάτια
κι όλα τα σύμβολα και οι μορφασμοί της λύπης…

Χαμένη μέσα στο ανώνυμο κοινό, η Έλενορ Μπέικερ παρακολουθούσε την παράσταση με βουρκωμένα μάτια. Έβλεπε τον Τέρρυ με ζωηρή ερμηνεία και γέμιζε καμάρι και υπερηφάνεια που ο γιός της τα κατάφερνε. Άραγε να είχαν περάσει οι μαύρες μέρες γι'αυτόν; Να μπορούσε να ελπίζει ότι ο γιος της είχε βρει τη γαλήνη στην ψυχή του;

Ανάμεσα στο πλήθος όμως, όχι πολύ μακριά από τη σκηνή, καθόταν και η Σουζάνα με τη μητέρα της. Η Σουζάνα παρακολουθούσε τον Τέρρυ να παίζει με το πάθος που είχε όταν τον πρωτογνώρισε. Θυμήθηκε τις μέρες που και η ίδια ήταν στη σκηνή. Να λάμπει στα κουστούμια της και στο μακιγιάζ της καθώς την έλουζαν τα φώτα. Είδε όλη την παράσταση με δάκρυα στα μάτια.
Δάκρυα για τον Τέρρυ που ήταν τόσο καλός απόψε.
Δάκρυα για τον Τέρρυ που τον είχε, χωρίς να τον έχει.
Δάκρυα για τη ζωή της, που προχώραγε αβέβαιη και σκοτεινή.
Δάκρυα για το πάθος της ζωής της, το σανίδι, που δεν μπορούσε ποτέ πια πάνω του να σταθεί.


Το αυτοκίνητο των Άρντλευ σταμάτησε έξω από το ορφανοτροφείο. Ο Άλμπερτ κατέβηκε. Η Κάντυ που είχε ακούσει από μακριά το θόρυβο βγήκε να τον υποδεχτεί:

«Άλμπερτ! Τι ευχάριστη έκπληξη!», έτρεξε και τον αγκάλιασε.

«Και που να δεις και τι σου έχω φέρει!». Ο Άλμπερτ άνοιξε το πίσω μέρος του αυτοκινήτου που ήταν γεμάτο από δώρα για τα παιδιά.

«Ω, Άλμπερτ! Θα χαρούν πολύ τα παιδιά. Σε ευχαριστώ πολύ».

«Λοιπόν, αν φτιάξεις και ένα τσάι σου υπόσχομαι κι εσένα μια έκπληξη», είπε ο Άλμπερτ και της χαμογέλασε.

Την ώρα που έπιναν το τσάι τους ο Άλμπερτ ξεκίνησε να μιλάει στην Κάντυ:

«Λοιπόν Κάντυ, αν σε ενδιαφέρει ακόμα η δουλειά στο νοσοκομείο μπορείς να γυρίσεις ότι ώρα θέλεις και να δουλέψεις εκεί».

«Άλμπερτ! Μα πως;», ρώτησε σαστισμένη η Κάντυ.

«Ε, πως μικρούλα μου! Έχω κι εγώ τα επιχειρηματικά μου κολπάκια. Δεν μπορείς να τα ξέρεις όλα!»

«Άλμπερτ μεσολάβησες εσύ; Δεν είναι σωστό!»

«Κάντυ καλή μου, διόρθωσα μια αδικία εις βάρους σου. Θα το έκανα για τον καθένα. Πόσο μάλλον για σένα! Άλλωστε μη γίνεσαι εγωίστρια. Στο νοσοκομείο χρειάζονται πραγματικά τη βοήθειά σου. Με τόσες νοσοκόμες και γιατρούς που φεύγουν καθημερινά για τα μέτωπα στην Ευρώπη, η έλλειψη προσωπικού είναι προφανής. Κι αν έρθεις στο Σικάγο, θα μπορούμε να βλεπόμαστε και συχνότερα. Η Άννυ σε χρειάζεται για τις ετοιμασίες του γάμου της…»

Η Κάντυ τον κοίταζε σκεφτική. Ο Άλμπερτ έβγαλε ένα ζευγάρι κλειδιά από την τσέπη του και της τα έδωσε:

«Το παλιό μας διαμέρισμα θα σε περιμένει. Εάν πάλι θέλεις να βρεις κάποιο άλλο, θα έχεις όλο το χρόνο να το κάνεις μόλις έρθεις στο Σικάγο. Υπάρχουν πάντα βέβαια και τα διαμερίσματα των Άρντλευ αν το αποφασίσεις».

«Ω, Άλμπερτ! Άσε να κάνω κάτι κι εγώ», διαμαρτυρήθηκε η Κάντυ εύθυμα.

«Αυτό που έχεις να κάνεις εσύ είναι να πάρεις τη σωστή απόφαση Κάντυ», είπε και τη φίλησε στο μέτωπο. «Και τώρα καλή μου θα σε αφήσω να το σκεφτείς. Θα λείψω στη Νέα Υόρκη για κάτι δουλειές και πρέπει να ετοιμαστώ. Σε 15 μέρες που θα είμαι πίσω, ελπίζω να σε βρω στο Σικάγο».

«Στη Νέα Υόρκη;» ψέλλισε η Κάντυ και ο νους της έτρεξε στον Τέρρυ.

«Ναι. Έχουμε και εκεί επιχειρήσεις Κάντυ. Μήπως προτιμάς να έρθεις και να με βοηθήσεις;»

«Άστο καλύτερα Άλμπερτ. Μάλλον θα δεχτώ την πρόταση του νοσοκομείου, ίσως και της έπαυλης», είπε και γέλασαν δυνατά.