Ο χειμώνας πλησίαζε για μια ακόμη φορά. Η βροχή έπεφτε στο παράθυρο του Δούκα Γκράντσεστερ ο οποίος κοίταζε το συννεφιασμένο σκοτεινό ουρανό του Λονδίνου. Ένας έντονος πόνος στο στήθος αλλοίωσε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ενστικτωδώς έβαλε το χέρι στο στήθος του, καθώς τα γόνατά του λύγιζαν. Ο πόνος έγινε δυνατότερος. Στο πρόσωπό του ακόμα πιο έντονα τα σημάδια του πόνου. Ακούμπησε με τα βίας στην άκρη του γραφείου του και άγαρμπα παρέσυρε την κούπα του τσαγιού του που έσπασε στο πάτωμα, καθώς ο ίδιος έπεφτε αναίσθητος στο χαλί.
Ο ήχος της κούπας που έσπαγε έκανε τον μπάτλερ να μπει στο γραφείο και να δει τον Δούκα καθώς έπεφτε στο πάτωμα:
«Δούκα Γκράντσεστερ!», αναφώνησε ο μπάτλερ, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.
«Έναν γιατρό! Έναν γιατρό!» φώναξε καθώς έσκυψε πάνω από τον Δούκα και ξέσφιξε τη γραβάτα του.
Ο γιατρός Γουόλτον έκλεισε την πόρτα του δωματίου όπου ξεκουραζόταν ο Δούκας.
«Χρειάζεται ανάπαυση και συνεχή παρακολούθηση» είπε στα ανήσυχα πρόσωπα που περίμεναν έξω από το δωμάτιο. Η καρδιά του είναι αδύναμη και δεν πρέπει να κουράζεται ή να αναστατώνεται. Τα πρώτα εικοσιτετράωρα είναι κρίσιμα. Εγώ έκανα ότι μπορούσα. Ας ελπίσουμε ότι ο ίδιος θα παλέψει για τη ζωή του». Ο γιατρός έκανε μια υπόκλιση με το κεφάλι στη Δούκισσα και απομακρύνθηκε.
Αυτή ανήσυχη άρχισε να πηγαινοέρχεται έξω από το δωμάτιό του. «Αυτό μας έλειπε τώρα!» είπε ανήσυχα και άνοιξε την πόρτα του δωματίου του.
Ο Δούκας Γκράντσεστερ ήταν άσπρος και ταλαιπωρημένος. Κοιμόταν ακίνητος στο κρεβάτι και από μακριά δεν ήταν πολύ ξεκάθαρο αν ήταν νεκρός ή ζωντανός. Τον πλησίασε ήσυχα και του έπιασε το χέρι.
«Γίνε καλά Ρίτσαρντ». Της φάνηκε ότι προσπάθησε να μιλήσει. Πλησίασε πιο κοντά και τον άκουσε να παραμιλάει… Δεν της πήρε πολύ ώρα για να καταλάβει τι προσπαθούσε να πει ο Ρίτσαρντ.
«Τέρρενς», ψέλλισε.
Η Δούκισσα κοκκίνισε από θυμό και βγήκε αμέσως από το δωμάτιό του. Μα πως ήταν δυνατόν σε μια τέτοια κρίσιμη στιγμή να ζητάει τον γιο του; Αυτόν που είχε τόσο καιρό να δει. Τον γιο που είχε με την Έλενορ Μπέικερ και όχι τα δικά της παιδιά.
Ο Τέρρυ άνοιξε την πόρτα του μπαρ. Η μυρωδιά από τον καπνό και το ουίσκι χτύπησε τα ρουθούνια του. 'Ωραία', σκέφτηκε 'ακριβώς αυτό που χρειάζομαι'. Είχε αρκετό καιρό να έρθει σε αυτό το μέρος. Οι πρόβες και η εξάσκηση δεν του άφηναν χρόνο για 'πολυτέλειες'. Βρισκόταν στην κακόφημη συνοικία της Νέας Υόρκης. Ένα φτηνό μπαρ, με άφθονο φτηνό κακής ποιότητας ποτό και πολλές φτηνές γυναίκες.
Έκατσε στο μπαρ και έβγαλε από το σακάκι του τα τσιγάρα του. Ο μπάρμαν τον πλησίασε:
«Ουίσκι», είπε ο Τέρρυ ανάβοντας το τσιγάρο του. Έσκυψε το κεφάλι μη δίνοντας σημασία τριγύρω του, όπου άντρες και γυναίκες φλέρταραν, έπιναν και χόρευαν. Μόλις είδε το ποτήρι του γεμάτο μπροστά του, το σήκωσε και το ήπιε μονομιάς. Ένιωσε το καυτό υγρό να καίει το λαιμό του και αμέσως ένιωσε την ψυχή του να ανακουφίζεται. 'Όσο πιο πολύ καίει το ρημάδι, τόσο καλύτερα είναι', σκέφτηκε και φώναξε στον μπάρμαν ανασηκώνοντας το ποτήρι του:
«Άλλο ένα».
Μια γυναίκα τον πλησίασε. Ήταν μεγαλύτερη από αυτόν, με σγουρά μαύρα μαλλιά και μελιά μάτια. Το πρόσωπό της ήταν έντονα βαμμένο. Τα ρούχα της παλιά. Σε κάποια σημεία σκισμένα, αφήνοντας ακάλυπτα κάποια σημεία του σώματός της. Το σώμα της λάγνο που υποσχόταν πολλές σαρκικές απολαύσεις:
«Μόνος σου απόψε;»
Ο Τέρρυ την κοίταξε ψυχρά χωρίς να της απαντήσει. Η κοπέλα τον κοίταξε προκλητικά και συνέχισε:
«Θέλεις παρέα;».
Ο Τέρρυ της απάντησε απότομα:
«Αργότερα, όχι τώρα. Τώρα θέλω να μείνω μόνος μου».
«Μόνος σου; Να μην μείνω μαζί σου;», επέμεινε ναζιάρικα η κοπέλα.
«Αργότερα σου είπα. Φύγε τώρα».
«Εντάξει. Αλλά θα ξανάρθω. Έχω ξέρεις αδυναμία στα ωραία αγόρια».
Ο Τέρρυ σήκωσε το ποτήρι που μόλις είχε ακουμπήσει στο μπαρ ο μπάρμαν και ήπιε μια γουλιά. Την κοίταξε ειρωνικά και της είπε:
«Μην ανησυχείς. Όλες θα πάρετε», μιλώντας περισσότερο σε αυτόν, παρά στην κοπέλα που είχε μπροστά του.
Η κοπέλα του έκλεισε το μάτι και καθώς απομακρυνόταν του χάιδεψε την πλάτη με τα ακροδάχτυλά της.
Στην άλλη άκρη του μπαρ, ένας νέος άντρας είχε παρακολουθήσει όλη τη σκηνή, αλλά ο Τέρρυ δεν αντιλήφθηκε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Ο άντρας τον πλησίασε και χαμογελώντας του μίλησε:
«Δεν ήξερα ότι οι διάσημοι ηθοποιοί συχνάζουν σε τέτοια μπαρ».
Ο Τέρρυ θα αναγνώριζε παντού αυτή τη φωνή. Γύρισε με μάτια γεμάτα νοσταλγία προς το μέρος από όπου προερχόταν:
«Ούτε εγώ ήξερα ότι έρχονται εδώ εκατομμυριούχοι»
«Κάποιες συνήθειες δεν αλλάζουν ποτέ…»
«…Όπως τότε στο Λονδίνο…»
«…Όταν γνωριστήκαμε!»
Οι δύο άντρες αγκαλιάστηκαν και χτύπησαν δυνατά ο ένας την πλάτη του άλλου:
«Φίλε μου, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!», είπε εγκάρδια ο Τέρρυ και αμέσως αναλογίστηκε: 'Φίλε μου! Πόσο καιρό έχω να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη! Από την τελευταία μας συνάντηση Άλμπερτ'. «Νιώθω ότι έχουν περάσει χρόνια. Κάτσε μαζί μου», συνέχισε και έκανε νόημα στον μπάρμαν να πλησιάσει.
Ο Άλμπερτ έκατσε στο διπλανό σκαμπό και παρήγγειλε ένα ουίσκι.
Οι δύο άντρες χαμογελούσαν και κοιτάζονταν με νοσταλγία. Δυο φίλοι που είχαν χρόνια να ειδωθούν, αλλά που ποτέ δεν έπαψαν να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον. Μίλησαν για αρκετή ώρα, ξαναγεμίζοντας τακτικά τα ποτήρια τους.
«Ξέρεις Τέρρυ, δεν ήρθα στη Νέα Υόρκη μόνο για δουλειές αυτή τη φορά. Ήρθα για να σε βρω. Όχι βέβαια σε αυτό το μέρος. Θα ερχόμουν να δω αύριο την παράσταση και να σε συναντήσω μετά από αυτή, αλλά η μοίρα ήθελε να συναντηθούμε ξανά ακριβώς όπως γνωριστήκαμε».
Ο Τέρρυ θυμήθηκε τη βραδιά στο Λονδίνο που ο Άλμπερτ τον είχε ξεμπλέξει από έναν καυγά σε ένα ίδιο με τούτο μπαρ και που μετά βρέθηκε στο δωμάτιο της Κάντυ. Κοίταξε τον φίλο του. Τα πάντα επάνω του τού θύμιζαν το φακιδομουτράκι του. Ο Τέρρυ προσπάθησε να αλλάξει κατεύθυνση στη σκέψη του:
«Πως και το αποφάσισες;»
«Ξέρεις αναρωτιόμουν για σένα όλο αυτό τον καιρό. Γυρίζοντας από Αφρική έπαθα αμνησία και μετά…»
Πόσο βασανιστική ήταν αυτή η συνάντηση τελικά! Ο Τέρρυ θυμήθηκε την Κάντυ όταν την αποχωριζόταν στις σκάλες του νοσοκομείου στη Νέα Υόρκη. Γύρισε τα μάτια του στον Άλμπερτ και προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε όσα του έλεγε ο φίλος του. Ο Άλμπερτ ωστόσο συνέχισε να του μιλάει:
«…τα δικά σου νέα τα μάθαινα από τις εφημερίδες».
«Κι εγώ τα δικά σου. Δεν φαντάζεσαι την έκπληξή μου όταν συνειδητοποίησα ότι εκείνο το αλάνι που καθάρισε για πάρτι μου σε εκείνο το μαχαίρωμα ήταν ο εκατομμυριούχος Γουίλιαμ Άλμπερτ Άρντλευ. Και τώρα που σε βλέπω εδώ, μου είναι ακόμα πιο δύσκολο να το πιστέψω».
«Φίλε μου η γυναικεία συντροφιά είναι πάντα ευπρόσδεκτη ανεξάρτητα πόσα εκατομμύρια έχει κανείς», είπε ο Άλμπερτ κλείνοντάς του το μάτι και συνέχισε: «Για πες μου όμως εσύ πως τα πας με την καριέρα σου; Είχες διάφορα σκαμπανεβάσματα».
«Ναι. Έτσι είναι. Κάποια στιγμή τα είχα παρατήσει, αλλά …» ο Τέρρυ κόμπιασε και πάλι. Πήρε μια ανάσα και συνέχισε: «… αλλά την παλεύω για κάτι καλύτερο. Αυτό τον καιρό ξεκινήσαμε μια νέα παράσταση. Πάει καλά, αλλά θέλει ακόμα καιρό μέχρι να επανέλθει στις παλιές καλές μέρες. Το θέατρο δεν είναι πια γεμάτο όπως παλιά και ο σκηνοθέτης μου είχε αρχίσει και απελπίζεται, αλλά με τις μέρες η κατάσταση καλυτερεύει. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα δυσκολευτείς να βρεις αύριο θέση στην παράσταση», είπε ειρωνικά ο Τέρρυ.
«Πρέπει να είναι καλή η παράσταση!»
«Ναι είναι. Και το επιτελείο ηθοποιών είναι πολύ καλό, αλλά ο κόσμος δείχνει δειλά-δειλά το ενδιαφέρον του. Ξέρεις, το κοινό δύσκολα συγχωρεί Άλμπερτ. Η τελευταία μου παράσταση δεν ήταν η καλύτερη της καριέρας μου!»
Ο Άλμπερτ κοίταξε λυπημένος το φίλο του:
«Μην ανησυχείς και νομίζω ότι όλα θα πάνε καλά αυτή τη φορά».
Ο Τέρρυ πήρε στα χέρια του το ποτό του. Ήταν σχεδόν στη μέση. Το ήπιε μονομιάς. Έμεινε σιωπηλός για λίγο. Κοίταξε το άδειο ποτήρι, άναψε τσιγάρο και τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά χωρίς να αφήνει τα μάτια του από το άδειο του ποτήρι. Έκλεισε τα μάτια του. Τα ξανάνοιξε. Έσφιξε τα δόντια του, μετά τα χείλη του και στο τέλος ψέλλισε:
«Εκείνη;…» αμέσως όμως μόλις πρόφερε αυτή τη λέξη το μετάνιωσε και πριν ο Άλμπερτ προλάβει να μιλήσει ο Τέρρυ είπε βιαστικά:
«Όχι-όχι. Μην μου πεις. Δεν έπρεπε να σε ρωτήσω».
Ο Άλμπερτ βλέποντας με πόση δυσκολία τον ρώτησε ο φίλος του, τον κοίταξε ειλικρινά και προσπαθώντας να είναι όσο πιο διακριτικός γινόταν τον ρώτησε:
«Δεν θέλεις να μάθεις ή δεν πρέπει;»
Ο Τέρρυ κοιτούσε το κενό:
«Καλή ερώτηση. 'Δεν μπορώ' είναι απάντηση που ζητάς».
Ο Τέρρυ ήξερε πως αν υπήρχε ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να μιλήσει για εκείνη ήταν ο Άλμπερτ. Κοίταξε τον Άλμπερτ στα μάτια και συνέχισε:
«Δεν μπορώ να μάθω. Δεν αντέχω να ξέρω. Αν μου πεις πως είναι μόνη της θα μισήσω περισσότερο τον εαυτό μου που δεν μπόρεσα να την κρατήσω κοντά μου. Να την πάρω μακριά και να μην την αφήσω να μου φύγει ποτέ. Αν πάλι δεν είναι πια μόνη…» ο Τέρρυ έκανε μια παύση. Και μόνο η ιδέα έφερνε δάκρυα στα μάτια του. Μπλόκαρε το μυαλό του. Τη λογική του. Αν και αυτή ήταν η φυσική συνέχεια των πραγμάτων, ο Τέρρυ δεν μπορούσε να φανταστεί την αγαπημένη του στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα. Με μάτια γεμάτα οργή, πίκρα και απελπισία συνέχισε να μιλάει στο φίλο του:
«Δεν μπορώ να ξέρω. Καταλαβαίνεις; Όποια κι αν είναι η απάντησή σου, δεν θα μπορέσω να την αντέξω. Δεν θα μπορέσω να τη διαχειριστώ σωστά. Ότι κι αν μου πεις με μένα θα τα βάλω πάλι. Εμένα θα μισήσω ακόμα περισσότερο. Που ήμουν τόσο αδύναμος όταν έπρεπε να φανώ δυνατός. Που άφησα τη μόνη γυναίκα που αγάπησα να φύγει. Που δεν πάλεψα για την αγάπη μας».
Ο Άλμπερτ έβλεπε τον πόνο, την πίκρα και τη θλίψη χαραγμένα στο πρόσωπο του φίλου του. Του χτύπησε φιλικά την πλάτη και ο Τέρρυ ήξερε ότι δεν είναι πια μόνος του. Ο Άλμπερτ μόνο του απάντησε:
«Είναι καλά στην υγεία της».
Στο πρόσωπο του Τέρρυ ζωγραφίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. Μιλώντας δυνατά στον εαυτό του είπε:
«Αυτό αρκεί. Να είναι ζωντανή και να χαμογελάει. Κι ας μην μπορώ να ζήσω μαζί της το χαμόγελό της».
Ο Ρίτσαρντ μόλις που μπορούσε να κάθεται ανασηκωμένος στο κρεβάτι του. Η υπηρέτριά του άφησε το πρωινό του στο κρεβάτι, υποκλίθηκε και βγήκε έξω. Αυτός δεν έδωσε καν σημασία στην παρουσία της. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο τοπίο έξω από το παράθυρο. Η βροχή δεν είχε σταματήσει όλες αυτές τις μέρες. Η καρδιά του ήταν αδύναμη και ακόμα δεν επιτρέπονταν οι μετακινήσεις. Δεν δεχόταν να δει κανέναν επισκέπτη εκτός από την οικογένειά του. Η γυναίκα του απέφευγε να τον επισκέπτεται προφασιζόμενη ότι δεν ήθελε να τον ενοχλεί. Τα παιδιά δεν τον έβλεπαν συχνά για τον ίδιο λόγο. Έτσι είχε πολύ χρόνο να σκεφτεί και να αναλογιστεί. Η περιπέτεια της υγείας του τον έβαλε σε μεγάλες σκέψεις. Ο γιατρός είπε ξεκάθαρα ότι ήταν τυχαίο το ότι επέζησε. Θα μπορούσε τώρα να μην ήταν ζωντανός. Το μόνο που θυμόταν ήταν όσο ήταν αναίσθητος το πρόσωπο του γιου του Τέρρενς και της μητέρας του Έλενορ που συντρόφευαν τα όνειρά του.
Είχαν περάσει 13 περίπου χρόνια όταν ο ετοιμοθάνατος πατέρας του, του ξεκαθάρισε ότι θα έπρεπε να παντρευτεί τη σημερινή Δούκισσα προκειμένου να περάσει ο τίτλος σε αυτόν και να τιμήσει το ένδοξο όνομα των Γκράντσεστερ. Ο Ρίτσαρντ αναγκάστηκε να χωρίσει με την Έλενορ, την πανέμορφη ηθοποιό με την οποία ήταν τόσο ερωτευμένος, αλλά που δεν μπορούσε να παντρευτεί, λόγο του επερχόμενου τίτλου του. Η Έλενορ είχε μείνει άναυδη όταν ο Ρίτσαρντ της ανακοίνωσε τις αποφάσεις του. Όταν μάλιστα της είπε ότι ο γιός τους, ο μικρός Τέρρυ, θα έπρεπε να τον ακολουθήσει στην Αγγλία για να διαδεχτεί με τη σειρά του τον τίτλο, η Έλενορ ξέσπασε σε κλάματα, έπεσε επάνω του και τον χτυπούσε με όλη της τη δύναμη. Η πνιγμένη στους λυγμούς φωνή της αντηχούσε ακόμα στα αυτιά του 'Σε μισώ! Σε μισώ Ρίτσαρντ. Δεν φτάνει που προδίδεις την αγάπη μας, θέλεις να πάρεις μαζί σου και το μωρό μου; Σε μισώ! Μακάρι να μην σε είχα γνωρίσει ποτέ! Ποτέ!'.
Ο Ρίτσαρντ θυμόταν ακόμα τις ευτυχισμένες μέρες που πέρασε με την Έλενορ. Την είχε γνωρίσει σε ένα ταξίδι του στην Αμερική. Η πανέμορφη ηθοποιός έκλεψε αμέσως την καρδιά του και σύντομα ερωτεύτηκαν τρελά. Έξι χρόνια έμεινε μαζί της ο Ρίτσαρντ. Έξι πανέμορφα χρόνια. Ζούσαν μαζί σε ένα προάστιο της Νέας Υόρκης μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Όταν η Έλενορ έμεινε έγκυος ακύρωσε τις παραστάσεις της και έμεινε κλεισμένη για να μην αντιληφθούν οι δημοσιογράφοι την εγκυμοσύνη της. Θα επηρέαζε την καριέρα της μια τέτοια είδηση. Προτιμούσε την εικόνα της σταρ από την εικόνα της ανύπαντρης μητέρας. Ο Ρίτσαρντ ανακοίνωσε στον πατέρα του ότι ήθελε να παντρευτεί τη νεαρή ηθοποιό, αλλά αυτός το απαγόρευσε ρητά. Ο επερχόμενος Δούκας του Γκράντσεστερ έπρεπε να πάρει μια γαλαζοαίματη νύφη και όχι μια σταρλετίστα. Αυτό δεν ενόχλησε καθόλου το νεαρό ζευγάρι. Η Έλενορ ήταν ευτυχισμένη με τον Ρίτσαρντ και δεν την ενοχλούσε καθόλου που δεν μπορούσαν να παντρευτούν. Η αγάπη που της έδειχνε ο Ρίτσαρντ ήταν τόση που έφτανε με το παραπάνω για να καλύψει αυτή τη μικρή λεπτομέρεια.
Όταν ο Ρίτσαρντ έλαβε το νέο ότι ο πατέρας του ήταν ετοιμοθάνατος, γύρισε βιαστικά στην Αγγλία. Μόλις που τον πρόλαβε ζωντανό. Ο πατέρας του τον έβαλε να του υποσχεθεί ότι θα αποδεχτεί τον τίτλο του Δούκα και θα τιμήσει το όνομά τους με ότι αυτό συνεπάγεται. Με βαριά καρδιά ο Ρίτσαρντ το υποσχέθηκε και ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε ο πατέρας του πριν αφήσει αυτόν τον κόσμο.
Το ταξίδι της επιστροφής ήταν βαρύ για τον Ρίτσαρντ. Κάθε λεπτό το καράβι τον έφερνε πιο κοντά στην Αμερική και πιο κοντά στο χωρισμό του με την Έλενορ.
'Σε μισώ! Σε μισώ Ρίτσαρντ. Δεν φτάνει που προδίδεις την αγάπη μας, θέλεις να πάρεις μαζί σου και το μωρό μου; Σε μισώ! Μακάρι να μην σε είχα γνωρίσει ποτέ! Ποτέ!'. Η φωνή της διαπέρασε και πάλι τις σκέψεις του. Είχε στα χέρια του τη γυναίκα που αγαπούσε όσο τίποτα στον κόσμο, αλλά τώρα πια δεν άκουγε τη φωνή της να του λέει πως τον αγαπάει, αλλά ότι τον μισεί. Σαν μαχαίρια τα λόγια της στην καρδιά του, πόναγαν όλο και πιο πολύ. Ανέκφραστος και σκληρός, πήρε τον μικρό Τέρρυ και γύρισε στην Αγγλία. Διαδέχτηκε τον τίτλο του πατέρα του και παντρεύτηκε αμέσως. Νόμιζε ότι όλα είχαν τελειώσει, ότι θα ξέχναγε την Έλενορ και θα εκτελούσε τα καθήκοντά του ως Δούκας. Δεν είχε όμως υπολογίσει σωστά.
Δεν υπήρχε στιγμή που να μην νιώθει την απουσία της και ο μικρός Τέρρυ όσο μεγάλωνε την θύμιζε όλο και πιο πολύ. Η γυναίκα του φερόταν απότομα στον Τέρρυ, αλλά όποτε ο Ρίτσαρντ τον υπερασπιζόταν αυτή φώναζε ότι αγαπάει περισσότερο το μικρό μπάσταρδο από αυτήν και ότι θα αποκάλυπτε σε όλους την ιστορία του με την Μπέικερ. Έτσι ο Δούκας άφησε μόνο και ανυπεράσπιστο τον Τέρρυ μέχρι που τον έστειλε εσωτερικό στα καλύτερα σχολεία της Αγγλίας. Τουλάχιστον εκεί δεν θα του συμπεριφέρονταν άσχημα. Ο Δούκας πλήρωνε αρκετά ώστε ο Τέρρυ να απολαμβάνει τα καλύτερα. Ήξερε ότι δεν ήταν αρκετό, αλλά δεν είχε ούτε κουράγιο να τον βλέπει. Κάθε συνάντηση μαζί του ήταν μια ανοιχτή πληγή του Ρίτσαρντ που αιμορραγούσε. Με τα χρόνια είχε απαγορέψει στον Τέρρενς κάθε επαφή με την Έλενορ. Ακόμα και η αναφορά στο όνομά της ήταν απαγορευμένη στη μεταξύ τους σχέση. Ο Τέρρενς έβρισκε πάντα καταφύγιο στο εξοχικό τους στη Σκωτία. Ο Ρίτσαρντ δεν ξαναπήγε σε εκείνο το μέρος που είχε ζήσει κάποιους μήνες με την Έλενορ. Ο Τέρρενς εκεί ήταν ασφαλής από την παρουσία του πατέρα του. Ο Ρίτσαρντ ένιωθε ότι ο Τέρρενς χανόταν εκεί για να τον αποφύγει.
Ένα μπουμπουνητό έξω από το παράθυρο επανέφερε τον Ρίτσαρντ στην πραγματικότητα. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητη. Ο Ρίτσαρντ συνέχισε τις σκέψεις του. Πως είχαν περάσει όλα αυτά τα χρόνια; Με μια σύζυγο που δεν τον άκουγε και δεν τον καταλάβαινε ποτέ, η οποία ήθελε μόνο τον τίτλο και την περιουσία. Καλή μητέρα στα παιδιά τους, αλλά με μίσος και κακία απέναντι στο διάδοχό του. Τα αισθήματά του για την Έλενορ δεν έσβησαν ποτέ. Με τον γιο του δεν είχε πια ούτε μια επαφή. Είχε καταφέρει να μετατρέψει σε μίσος την αγάπη της γυναίκας που αγαπούσε. Τόσα χρόνια μοναξιάς για έναν τίτλο που ο ίδιος ποτέ δεν ζήτησε. Τον κληρονόμησε και έφερε το βάρος του μαζί του. Τώρα όμως; Τώρα που ο θάνατος πλησίασε τόσο ο Ρίτσαρντ αναλογιζόταν αν άξιζε τον κόπο. Δεν ήταν πια δύσκολο να πάρει τις αποφάσεις του. Όταν κάποιος πλησιάζει τόσο κοντά στον θάνατο, οι λύσεις είναι πιο εύκολες από πριν και τα εμπόδια μικρότερα. Είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι έχασε για πάντα την Έλενορ, αλλά με τον γιο του ήθελε να ελπίζει ότι είχε ακόμα ελπίδες. Θα έπρεπε να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο. Αφού του δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή έπρεπε να προσπαθήσει να κερδίσει τη συμπάθεια έστω του γιου του. Όσο και αν δεν το έδειξε ποτέ γι'αυτόν ο γιος του δεν ήταν μόνο ο διάδοχός του, αλλά και η απόδειξη ότι κάποτε αγάπησε και αγαπήθηκε. Έζησε και ερωτεύτηκε. Υπήρξε έστω για λίγο ευτυχισμένος.
Η Κάντυ άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της. Όλα ήταν στη θέση τους. Όλα ήταν ίδια. Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και άφησε τη βαλίτσα της. Άνοιξε το παράθυρο και φώναξε δυνατά:
«Σικάγο, η Κάντυ Γουάιτ Άρντευ επέστρεψεεεεε» αφήνοντας το δροσερό φθινοπωρινό αεράκι να γεμίσει το δωμάτιο.
Μετά προσγειώθηκε χαρούμενη στο κρεβάτι της. Δίπλα στο κομοδίνο βρήκε ένα φάκελο με χρήματα και ένα σημείωμα του Άλμπερτ.
'Μα όλα τα σκέφτεται πια;' σκέφτηκε η Κάντυ και χαμογέλασε.
Θυμήθηκε λίγο νωρίτερα τον αποχαιρετισμό της στο λόφο της Πόνυ. Όλοι ήταν πολύ συγκινημένοι. Η Πάτυ προσπαθούσε να κρύψει τα δάκρυά της.
«Μη στεναχωριέσαι Πάτυ. Θα είμαι καλύτερα εκεί. Και δεν είναι τόσο μακριά το Σικάγο. Μπορείς να έρχεσαι και θα έρχομαι κι εγώ όποτε μπορώ».
«Ναι Κάντυ. Έτσι είναι. Να προσέχεις και να ξέρεις ότι θα μας λείψεις».
«Ούτε που θα το προσέξεις ότι θα λείπω. Θα έχεις όλη μέρα τόση δουλειά που δεν θα αντιληφθείς καν την απουσία μου. Υποσχέθηκε και ο Τομ να έρχεται να σε προσέχει».
«Μην ανησυχείς για μένα Κάντυ».
«Στο καλό παιδί μου», ακούστηκε η φωνή της κυρίας Πόνυ.
«Η Παναγιά μαζί σου Κάντυ», συμπλήρωσε η αδερφή Μαρία. «Θα προσευχόμαστε κάθε μέρα για σένα καλή μου».
«Σας ευχαριστώ όλους. Θα με ξαναδείτε σύντομα. Σας το υπόσχομαι», φώναξε εύθυμα η Κάντυ και αποχώρησε.
Μόνο όταν έμεινε μόνη της έτρεξε ένα δάκρυ από τα μάτια της 'Θα μου λείψετε', μονολόγησε κοιτάζοντας το ορφανοτροφείο να ξεμακραίνει.
