Η Σουζάνα μόλις είχε τελειώσει το πρωινό της, όταν χτύπησε η πόρτα. Η Σόφι, μια μεσόκοπη μετανάστρια μεξικάνα, ερχόταν δύο φορές την εβδομάδα και βοήθαγε την κυρία Μάρλοου στις δουλειές του σπιτιού. Έτσι και σήμερα η Σόφι έπιασε πρωί-πρωί δουλειά. Η Σουζάνα πήρε τη θέση της κοντά στο παράθυρο και άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο. Όταν ήρθε η ώρα η Σόφι να καθαρίσει στο σημείο που καθόταν η Σουζάνα την πλησίασε:

«Σενιορίτα Σουζάνα περδόνα με. Συγνώμα με. Να καθαρίσω».

Η Σουζάνα χαμογέλασε με την Σόφι:

«Βέβαια Σόφι», είπε και μετακινήθηκε.

«Ω Σενιορίτα εσύ διαβάζεις libros… βιβλίος. Η hija μου, η κορίτσι μου, δεν καταφέρνει μάθει γράμματα εύκολα».

Η Σουζάνα έμοιαζε να απολαμβάνει την προφορά της Σόφι. Δεν υπήρχαν και πολλά ερεθίσματα για γέλιο στη ζωή της πια:

«Δεν ήξερα ότι έχεις κόρη Σόφι».

«Σι Σενιορίτα. Και κόρη και γιο».

«Αλήθεια; Και πόσο χρονών είναι;»

«Mi hija είναι 11. Mi hijo είναι 23».

«Και η κόρη σου δεν μαθαίνει εύκολα γράμματα;»

«Η κόρη μιλάει, αλλά no γράφει και no διαβάζει. Και γιος τα ίδια. Γιος μεγάλος για να μάθει γράφει, αλλά κόρη κρίμα να μην ξέρει… Σκουόλα πολλά λεφτά».

«Πως τη λεν την κόρη σου Σόφι».

«Κλαρίτα Σενιορίτα Σουζάνα».

«Λοιπόν Σόφι, αν θες μπορώ να τη βοηθήσω εγώ να μάθει να γράφει και να διαβάζει».

«Εσύ σενιορίτα;»

Η κυρία Μάρλοου που παρακολουθούσε αδιάφορα τη συζήτηση πετάχτηκε αμέσως από τη θέση της για να επέμβει:

«Εσύ; Τι δουλειά έχεις εσύ Σουζάνα με την κόρη της καθαρίστριας;»

Η Σόφι κατέβασε το κεφάλι και βιάστηκε να μιλήσει:

«Σι Σενιορίτα Σουζάνα. Εσύ όχι καλά με κόρη μου».

Η Σουζάνα απευθύνθηκε στη μητέρα της με επιθετικό ύφος:

«Γιατί όχι μητέρα; Τι καλύτερο έχω να κάνω στη ζωή μου; Κάθομαι και περνάω όλη μέρα σε αυτό το καροτσάκι. Τι πειράζει να βοηθήσω ένα παιδάκι να μάθει γράμματα; Να προσφέρω κι εγώ κάτι. Να κάνω κάτι χρήσιμο...»

«Εσύ αυτό που έχεις να κάνεις είναι να πείσεις τον Τέρρυ να ορίσει την ημερομηνία του γάμου σας και να αφήσεις τις αγαθοεργίες. Εσύ έγινες μια σακάτισσα για να του σώσεις τη ζωή κι αυτός ούτε που αναφέρει πότε θα παντρευτείτε. Πρέπει να τον κάνεις να σε δει σαν γυναίκα, να σε αγαπήσει. Όχι να νταντεύεις ξένα παιδιά», είπε υπεροπτικά η κυρία Μάρλοου.

«Αν εσύ η ίδια μου η μητέρα με βλέπεις σαν σακάτισσα, πως περιμένεις να με εκτιμήσει ο Τέρρυ μητέρα; Αρκετά πια. Αρκετά! Ο Τέρρυ είναι δικός μου λογαριασμός. Είμαι κλεισμένη όλη μέρα εδώ μέσα και δεν κάνω τίποτε άλλο από το να χτενίζομαι και να περιμένω τον Τέρρυ να έρθει να με δει δυο φορές την εβδομάδα. Ζωή είναι αυτό; Θα βοηθήσω την Κλαρίτα να μάθει γράμματα είτε σου αρέσει είτε όχι μητέρα». Η Σουζάνα ακουγόταν αποφασισμένη.

«Μα δεν μπορώ να δεχτώ ότι θα έρχεται και θα σε επισκέπτεται η κόρη της καθαρίστριας Σουζάνα. Έλα στη θέση μου», διαμαρτυρήθηκε η κυρία Μάρλοου.

«Ευκαιρία λοιπόν να βγαίνεις και λίγο έξω αν δεν σου αρέσει η συντροφιά της», απάντησε η Σουζάνα και απομακρύνθηκε αφήνοντας πίσω τη μητέρα της.

Η κυρία Μάρλοου έμεινε ακίνητη να παρακολουθεί την κόρη της. Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού προερχόταν όλο αυτό το ξέσπασμα της Σουζάνα.

«Σόφι, πες στην Κλαρίτα να έρθει αύριο το πρωί. Είναι καλά;»

«Μα Σενιορίτα, no κάνει».

«Άκουσε με Σόφι. Δεν είναι σωστό να στο ζητήσω κι άλλη φορά. Τα πρωινά μου είναι ελεύθερα. Ελπίζω να είναι και της Κλαρίτα», είπε η Σουζάνα με ειλικρίνεια στη φωνή της.

«Σι Σενιορίτα. Φχαριστώ Σενιορίτα».

Η Σουζάνα έπιασε και πάλι το βιβλίο της για να διαβάσει, έχοντας ένα χαμόγελο ικανοποίησης και ευχαρίστησης. Επιτέλους ένιωθε ότι είχε και κάτι άλλο να περιμένει εκτός από τον Τέρρυ να της χτυπήσει την πόρτα.


«Κάντυ, πάλι καθυστέρησες παιδί μου;»

«Με συγχωρείτε γιατρέ Λέοναρντ. Δεν θα επαναληφθεί», είπε μαζεμένη η Κάντυ.

«Παιδί μου, οι άρρωστοι δεν μπορούν να περιμένουν να ξυπνήσεις. Αν και τόσο που σε συμπαθούν θα σε περίμεναν και μέχρι το μεσημέρι για να έρθεις».

Η Κάντυ αναθάρρεψε και χαζογέλασε.

«Γρήγορα Κάντυ. Είναι μόνος του ο γιατρός Μπάουερ», φώναξε ο γιατρός Λέοναρντ για να την επαναφέρει.

«Μάλιστα Δρ Λέοναρντ», φώναξε η Κάντυ καθώς έτρεχε προς την παιδιατρική πτέρυγα.

«Και μην τρέχεις στους διαδρόμους. Είναι νοσοκομείο εδώ Κάντυ».

«Μάλιστα γιατρέ», φώναξε η Κάντυ συνεχίζοντας όμως να τρέχει.

Η Κάντυ μπήκε λαχανιασμένη στο δωμάτιο που ήταν ο γιατρός Μπάουερ:

«Βρε καλως την. Παιδιά κοιτάξτε ποια μας ήρθε!», είπε εύθυμα ο γιατρός.

«Δεσποινίς Κάντυ-Δεσποινίς Κάντυ», ακούστηκαν τα παιδάκια που φώναζαν χαρούμενα.

«Άργησα γιατρέ. Με συγχωρείτε».

«Μην ανησυχείς Κάντυ. Είμαι αποφασισμένος πια ότι όταν έχεις πρωινή βάρδια θα πρέπει να τα βγάλω πέρα μόνος μου», την πείραξε ο γιατρός και η Κάντυ κοκκίνισε.

Η Κάντυ έπιασε αμέσως δουλειά στο θάλαμο πάντα εύθυμη και πάντα χαμογελαστή όταν ήταν στην παιδιατρική πτέρυγα. Μόλις τελείωσαν με τον γιατρό η Κάντυ ρώτησε ευγενικά:

«Θα με χρειαστείτε άλλο γιατρέ Μπάουερ».

«Νοσοκόμα Άρντλευ, πότε θα σταματήσεις επιτέλους να με αποκαλείς έτσι; Με κάνεις και νιώθω 20 χρόνια μεγαλύτερος».

Η Κάντυ σούφρωσε τη μύτη της χαρούμενα:

«Θα το συνηθίσω κάποτε Τζων, που θα μου πάει;», είπε χαρούμενη.

«Ελπίζω σύντομα... Καλό μεσημέρι Κάντυ».

«Καλό μεσημέρι Τζων», φώναξε η Κάντυ και βγήκε στον κήπο για το μεσημεριανό της διάλειμμα.