Ο Τζων περπάταγε στο διάδρομο αφηρημένος όταν με την άκρη του ματιού του είδε την Κάντυ καθισμένη σε μια γωνιά στον κήπο. Από την πλευρά που την έβλεπε μπορούσε να καταλάβει ότι η νεαρή νοσοκόμα έκλαιγε. Κράταγε στα χέρια της μια εφημερίδα. Ο γιατρός σάστισε. Αυτό το χαρούμενο και χαμογελαστό πλασματάκι, που έκανε πάντα γκάφες και ήταν πάντα έτοιμη να υπερασπιστεί το δίκιο και το σωστό, αλλά το ίδιο πρόθυμη να αναγνωρίσει τα λάθη της και να ζητήσει συγνώμη, αυτό το πλάσμα, είναι δυνατόν να κλαίει;
Ο γιατρός την πλησίασε με ενδιαφέρον:
«Κάντυ, κλαις;»
Η Κάντυ σκούπισε άτσαλα τα μάτια της:
«Όχι Τζων. Κάτι θα μπήκε στο μάτι μου».
Ο Τζων πάντα διακριτικός της χαμογέλασε:
«Θα μου κάνεις παρέα το μεσημέρι; Δεν θέλω να φάω μόνος μου».
«Ναι, αμέ. Θα σε συναντήσω στο εστιατόριο στο διάλειμμα», απάντησε η Κάντυ και του χαμογέλασε.
Ο Τζων ανταπέδωσε το χαμόγελο και απομακρύνθηκε. Δεν ήθελε να τη ρωτήσει περισσότερα, αφού η ίδια δεν ήθελε να μιλήσει. Οι εφημερίδες έγραφαν καθημερινά φριχτά νέα από τον πόλεμο. Μήπως η Κάντυ είχε κάποιον δικό της εκεί; Ο Τζων ευχήθηκε να κάνει λάθος. Συμπαθούσε πάντα την Κάντυ, αλλά αυτή τη φορά που την είδε τόσο στεναχωρημένη, κάτι ένιωσε που δεν είχε ξανανιώσει. Ήθελε να μπορεί να την πλησιάσει περισσότερο και να την παρηγορήσει.
Η Κάντυ έριξε μια τελευταία ματιά στην εφημερίδα:
Ο Άμλετ στο Σικάγο αυτό το Σάββατο
Ο ξαναγεννημένος Τέρρενς έρχεται για να μαγέψει και πάλι με την ερμηνεία του τα πλήθη της πόλης μας. Σε μία και μόνο παράσταση που αναμένεται να παρακολουθήσουν όλες οι καλές οικογένειες της πόλης μας ο θίασος Στράτφορντ ευελπιστεί να κερδίσει και πάλι την εμπιστοσύνη μας...
'Καλή Επιτυχία Τέρρυ. Να είσαι πάντα δυνατός' σκέφτηκε η Κάντυ και πέταξε την εφημερίδα, καθώς σκούπιζε τα μάτια της που είχαν αρχίσει και πάλι να τρέχουν.
Ο Τέρρυ ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά καθώς πλησίαζε το τρένο στο Σικάγο. Ο ίδιος είχε αποφασίσει να πάει με το τελευταίο πριν την παράσταση και να αποχωρήσει αμέσως μετά από αυτήν. Και μόνο η ιδέα ότι ήταν στην ίδια πόλη με την Κάντυ τον αναστάτωνε. Ήθελε πολύ να τη δει, αλλά αναρωτιόταν αν αυτό συνέβαινε αν θα είχε τη δύναμη να την αφήσει και πάλι και ακόμα χειρότερα, αν θα είχε τη δύναμη να συνεχίσει.
Ανέβηκε στη σκηνή έχοντας ένα τεράστιο βάρος στην καρδιά του. Ο Ρόμπερτ μπορούσε να διακρίνει ότι ο Τέρρενς έπαιζε συγκρατημένα απόψε, αλλά και πάλι η έξοχη ερμηνεία δεν άφησε αμφιβολίες στο κοινό ότι ο νεαρός ηθοποιός είχε επιστρέψει και πάλι δριμύτερος.
Στις ελάχιστες κλεφτές ματιές που έριξε ο Τέρρενς στο κοινό, προσπάθησε να διακρίνει τη φιγούρα της, χωρίς όμως να το πετύχει. Μετά την παράσταση ο Τέρρενς γύρισε τσιτωμένος στο καμαρίνι του. Όταν χτύπησε η πόρτα η καρδιά του χτύπησε σαν τρελή από την αγωνία:
«Περάστε!»
Ο Τέρρυ κοιτούσε την πόρτα που άνοιγε και είδε τον Άλμπερτ να μπαίνει μέσα χαμογελαστός. Με ανυπομονησία ρώτησε γρήγορα:
«Μόνος σου είσαι;»
«Ναι», ψέλλισε ο Άλμπερτ.
'Τι ανόητος που είσαι Τέρρυ!', σκέφτηκε και κοίταξε τον Άλμπερτ. Με φωνή γεμάτη πόνο, πικρία, απογοήτευση αλλά και ανακούφιση συνέχισε:
«Πέρασε φίλε μου! Κάτσε λίγο να σε δω γιατί πρέπει να φύγω».
«Δεν θα μείνεις για τη δεξίωση Τέρρυ; Ο θίασος φεύγει αύριο».
«Όχι Άλμπερτ. Φεύγω σε μια ώρα με το τρένο. Πες μου πως είσαι;»
Οι δύο άντρες κουβέντιασαν για λίγη ώρα όσο ο Τέρρυ ετοιμαζόταν για το ταξίδι του. Ο Άλμπερτ συνόδευσε το φίλο του μέχρι την άμαξα:
«Καλό ταξίδι Τέρρυ. Θα τα πούμε σύντομα».
«Ευχαριστώ Άλμπερτ, σε περιμένω Νέα Υόρκη», είπε ο Τέρρυ και ανέβηκε στην άμαξα:
«Στο σταθμό του τρένου», είπε στον αμαξά και μετά από λίγο συμπλήρωσε:
«Από τη διαδρομή που περνάει έξω από το νοσοκομείο της Αγίας Ιωάννας».
Ο αμαξάς ρώτησε φτάνοντας κοντά στο νοσοκομείο:
«Θέλετε να σταματήσω κύριε;»
«Όχι. Συνέχισε για το σταθμό», είπε ο Τέρρυ κοιτάζοντας το μεγάλο κτίριο. Το μυαλό του πλημύρισε με αναμνήσεις. Αυτό το τυχερό κτίριο την είχε κάθε μέρα κοντά του. Σε αυτές τις σκάλες ξημέρωσε περιμένοντάς την. Πόσο του είχε λείψει το μουτράκι της! Πόσο θα ήθελε όλα να ήταν αλλιώς!
