Ο Ρίτσαρντ κοίταξε ψυχρά τη γυναίκα του που καθόταν στο μικρό σαλόνι:
«Μαρία, πέρασε στο γραφείο μου, θα ήθελα να μιλήσουμε».
Η Μαρία τον ακολούθησε απρόθυμα. Πέρασε στο γραφείο του και ο Ρίτσαρντ έκλεισε την πόρτα πίσω της.
«Κάθισε σε παρακαλώ», είπε και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του.
«Γιατί όλη αυτή η επισημότητα Ρίτσαρντ;», ρώτησε η Δούκισσα καθώς καθόταν στην άνετη πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο του.
«Θέλω να σου ανακοινώσω ότι δεν έχω πια πρόθεση να παραμείνω σε αυτό τον γάμο. Ως εκ τούτου…»
«Τι εννοείς Ρίτσαρντ;», διέκοψε εκνευρισμένα η Μαρία.
«Μη με διακόπτεις Μαρία. Είναι ξεκάθαρα τα λόγια μου και δεν θεωρώ ότι χρειάζονται περεταίρω διευκρινήσεις. Ως εκ τούτου λοιπόν, σου ανακοινώνω ότι θα αποχωρήσω από το κάστρο το οποίο θα παραχωρήσω σε σένα και τα παιδιά. Λεπτομέρειες για το διαζύγιο και τα περιουσιακά στοιχεία θα διευθετήσουν οι δικηγόροι…»
«Ρίτσαρντ πριν φτάσουμε στις νομικές διαδικασίες, δεν νομίζεις ότι θα πρέπει να μου πεις τον λόγο της αποχώρησής σου από το γάμο μας; Γιατί με εγκαταλείπεις μόνη μου;»
«Είσαι κι εσύ σε αυτόν τον γάμο και γνωρίζεις πολύ καλά. Πήρες τα χρήματα και τον τίτλο που χρειαζόσουν. Δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε αυτό το θέατρο άλλο μεταξύ μας».
«Μάλιστα. Και τι σε έκανε να πάρεις ξαφνικά αυτή την απόφαση; Θα μπορούσες να αποχωρήσεις χρόνια πριν, αλλά δεν το έκανες. Γιατί το κάνεις τώρα;»
«Αν και δεν χρειάζεται να απολογούμαι σε κανέναν για τις αποφάσεις μου παρόλα αυτά μπορώ να σου προσφέρω μια απάντηση.
»Δεν το έκανα ως τώρα γιατί δεν πίστευα ότι υπήρχε λόγος να το κάνω. Τώρα όμως, μετά την περιπέτεια της υγείας μου, βρίσκω ότι δεν υπάρχει λόγος να μην το κάνω. Θα πρέπει να αναζητήσω τον γιο μου Τέρρενς…»
«Ώστε για αυτό το μπάσταρδο γίνεται όλη αυτή η φασαρία; Θα αφήσεις τρία παιδιά για να κερδίσεις ένα;», φώναξε έξαλλη η Δούκισσα.
«Δεν πρόκειται να αντιπαρατεθώ μαζί σου. Δεν έχω σκοπό να κάνω με τα παιδιά μας το ίδιο λάθος που έκανα με τον Τέρρενς. Και τα τέσσερα παιδιά μου θα έχουν δίπλα τους τον πατέρα τους.
»Αν δεν σε ενοχλεί έχω κάποιες δουλειές να ολοκληρώσω. Μπορείς να πηγαίνεις Μαρία».
Η Μαρία σηκώθηκε από τη θέση της, τον κοίταξε και πριν βγει από το δωμάτιο του είπε:
«Δεν θα λείψεις από κανέναν σε αυτό το σπίτι Ρίτσαρντ».
«Το ξέρω», είπε πικραμένος ο Ρίτσαρντ όταν βεβαιώθηκε ότι ήταν πια μόνος στο γραφείο του.
Τα γέλια και οι χαρούμενες φωνές από τις δύο κοπέλες έφταναν μέχρι το διάδρομο. Το μάθημά τους είχε τελειώσει και η Κλαρίτα προσπαθούσε άγαρμπα να υποδυθεί τάχα έναν θεατρικό ρολίσκο. Χτύπησε η πόρτα και η Κλαρίτα αναπήδησε από την τρομάρα της:
«Ωχ! Ήρθε η μαμά να με πάρει».
«Ετοιμάσου γρήγορα. Θα βιάζεται να πάει για δουλειά».
Σύντομα ακούστηκε ανήσυχη και ενοχλημένη η φωνή της κυρίας Μάρλοου:
«Κλαρίτα έλα εδώ γρήγορα. Ένας νεαρός ισχυρίζεται ότι είναι αδερφός σου και ήρθε να σε πάρει».
Οι δύο κοπέλες εμφανίστηκαν στο σαλόνι και η μικρή Κλαρίτα έτρεξε αμέσως προς την αγκαλιά του νεαρού άντρα που στεκόταν στην εξώπορτα φωνάζοντας:
«Αλεχάνδρο, γύρισες!»
Ο νεαρός άντρας αγκάλιασε χαρούμενος και σήκωσε ψιλά το μικρό κοριτσάκι «Σι Κλαρίτα, γύρισα και ήρθα να σε πάρω γιατί η μαμά έχει δουλειά. Είσαι καλά κοριτσάκι;»
Η κυρία Μάρλοου έκανε μια γκριμάτσα απέχθειας 'Ωραία, άλλος ένας μετανάστης σπίτι μας' σκέφτηκε και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη.
Το βλέμμα του νεαρού άντρα έπεσε πάνω στο γλυκό πρόσωπο της Σουζάνα. Ο Αλεχάνδρο σάστισε μπροστά στην ομορφιά της. Έμεινε άναυδος να την κοιτάζει με χαμένο ύφος. Τα γαλάζια της μάτια και το γλυκό της χαμόγελο έκαναν τον Αλεχάνδρο να χάσει τα λόγια του. Η Κλαρίτα βλέποντας τον αδερφό της να κοιτάζει τη Σουζάνα, θυμήθηκε ότι έπρεπε να κάνει τις συστάσεις.
«Σενιόρα Μάρλοου, Σενιορίτα Σουζάνα, ο αδερφός μου Αλεχάνδρο».
Η κυρία Μάρλοου κοίταξε υποτιμητικά τον νεαρό, αλλά η Σουζάνα απάντησε τρυφερά:
«Χάρηκα Αλεχάνδρο».
Ο Αλεχάνδρο άκουσε τη φωνή της Σουζάνα σαν μουσική να αντηχεί στα αυτιά του. Χαμογέλασε αχνά και έσκυψε το κεφάλι του ως ένδειξη χαιρετισμού. Κρατώντας την Κλαρίτα στην αγκαλιά του στο ένα του χέρι, απομακρύνθηκε.
Η Κλαρίτα ήταν όλο χαρά καθώς επέστρεφαν σπίτι:
«Αλεχάνδρο πότε γύρισες; Η μαμά έλεγε ότι θα λείψεις άλλον ένα μήνα».
«Τέλειωσε νωρίτερα η δουλειά μικρή μου και επέστρεψα. Μου λείψατε εσύ και η μαμά. Ανησυχούσα πως τα βγάζετε πέρα μόνες σας».
«Η μαμά δουλεύει όλη μέρα, αλλά εγώ μαθαίνω γράμματα Αλεχάνδρο και μετά κάνω τις δουλειές του σπιτιού, γιατί η μαμά τελειώνει αργά το βράδυ».
«Μου είπε να έρθω να σε πάρω από τη δασκάλα σου. Πες μου κάτι. Ποια από τις δύο είναι η δασκάλα σου; Η αχώνευτη κυρία ή η πανέμορφη κοπέλα;»
Η Κλαρίτα γέλασε με τα σχόλια του αδερφού της:
«Η Σουζάνα είναι η πιο όμορφη και καλή δασκάλα του κόσμου. Με μαθαίνει πολλά πράγματα και είναι η καλύτερή μου φίλη. Όταν μεγαλώσω ελπίζω να γίνω κι εγώ όμορφη και καλή σαν κι αυτήν. Η σενιόρα μαμά της δεν με αγαπάει όμως και είναι πάντα στριμμένη».
«Και πιο όμορφη και πιο καλή θα γίνεις Κλαρίτα μου. Αν και η δασκάλα σου είναι η πιο όμορφη γυναίκα αυτού του πλανήτη. Γιατί όμως είναι σε αναπηρικό καροτσάκι;»
«Δεν ξέρω πολλά. Είχε πρόσφατα ένα ατύχημα στο θέατρο και της έκοψαν το πόδι. Ήταν ηθοποιός».
«Τώρα εξηγείται πως είναι τόσο όμορφη».
«Δηλαδή θα πρέπει να γίνω κι εγώ ηθοποιός για να γίνω τόσο όμορφη;»
«Όχι… Εσύ δεν θα γίνεις ηθοποιός, αλλά θα γίνεις κι εσύ τόσο όμορφη», είπε ο Αλεχάνδρο και τη φίλησε τρυφερά στο μάγουλο. Το μυαλό του όμως ήταν μακριά στα όμορφα μάτια της Σουζάνα.
Αγαπημένη μου Κάντυ
σύντομα είναι ο γάμος της Άννυ μας. Θα χαρώ πολύ να τη δω νύφη στο πλευρό του αγαπημένου της. Ανυπομονώ να δω κι εσένα από κοντά. Θα έρθω λίγες μέρες νωρίτερα για να προλάβω να ψωνίσω. Ελπίζω να μπορέσεις να με συνοδέψεις στα ψώνια μου. Θα χαθώ μόνη μου. Καλύτερα να χαθούμε παρέα.
Θα ήθελα επίσης να σου πως ότι ο Τομ ζήτησε να με συνοδεύσει στο ταξίδι και δέχτηκα. Δεν ξέρω αν έκανα καλά. Ίσως να μην έπρεπε να δεχτώ, αλλά φοβόμουν να ταξιδέψω μόνη μου και δίπλα στον Τομ νιώθω τόση σιγουριά!
Η κυρία Πόνυ, η αδερφή Μαρία και τα παιδιά σου στέλνουν την αγάπη τους.
Με αγάπη
Πατρίτσια Ο'Μπράιαν
Η Κάντυ δίπλωσε το γράμμα και χαμογέλασε. Ήταν πολύ ενθουσιασμένη που η Πάτυ και ο Τομ τα πήγαιναν τόσο καλά. Ο Τομ ήταν σαν αδερφός της και ήξερε ότι θα ήταν ότι πρέπει για να βοηθήσει την Πάτυ να ξεχάσει τον Στήαρ.
«Πάλι εδώ εσύ;», τη διέκοψε η εύθυμη φωνή του Τζων.
«Διάβαζα ένα γράμμα. Δεν μπορώ να διαβάζω κλεισμένη μέσα, έτσι δεν είναι;»
«Μπαίνει η άνοιξη και προβλέπω να μη σε βλέπουμε και πολύ συχνά στους διαδρόμους», την πείραξε ο Τζων και η Κάντυ χαμογέλασε.
«Ξέρεις Κάντυ, σκεφτόμουν ότι αν σε συναντήσω ποτέ στο δρόμο χωρίς τη στολή σου μπορεί και να μην σε αναγνωρίσω».
«Θα έχω τότε μία στην τσάντα μου σε περίπτωση που συναντηθούμε», απάντησε παιχνιδιάρικα η Κάντυ.
«Τι θα έλεγες να μην είναι τυχαία αυτή η συνάντηση Κάντυ; Θα χαιρόμουν πολύ αν τρώγαμε μαζί κάποιο βράδυ».
«Ε;» η Κάντυ σάστισε.
«Εκτός κι αν δεν θα σου είναι ευχάριστη η παρέα μου...»
«Μα τι λες Τζων; Μου είναι πάντα ευχάριστη η παρέα σου».
«Τι λες τότε να φάμε παρέα το Σάββατο το βράδυ;»
«Ε... εντάξει...», ψέλλισε η Κάντυ.
«Ωραία λοιπόν. Κανονίστηκε», είπε ο Τζων και της έκλεισε το μάτι πριν φύγει.
Η Κάντυ έμεινε σαστισμένη να τον κοιτάζει. Μόλις έκλεισε ραντεβού με τον γιατρό Μπάουερ ή ήταν η ιδέα της; Δεν ήξερε ότι ο γιατρός ήθελε να της ζητήσει να βγουν. Η Κάντυ χαζογέλασε: 'Μα είμαι άραγε η πιο όμορφη από όλες τις νοσοκόμες;'. Χτύπησε με το χέρι της απαλά το κεφάλι της: 'Συμμαζέψου χαζή Κάντυ. Ένα δείπνο είναι μόνο', είπε και κατευθύνθηκε προς το νοσοκομείο. Έπρεπε να δουλέψει κιόλας.
Το Σάββατο η Κάντυ συναντήθηκε με τον Τζων έξω από το εστιατόριο. Ο Τζων είχε επιλέξει ένα πανάκριβο, πολυτελές εστιατόριο στο κέντρο της πόλης για να δειπνήσουν. Η Κάντυ αναλογίστηκε αν θα ταίριαζε το φόρεμά της για ένα τόσο καλό μέρος. Ο Τζων την υποδέχτηκε στην είσοδο. Με μια μικρή υπόκλιση της πρότεινε το μπράτσο του και μπήκαν μέσα. Έκατσαν στο τραπέζι τους και παρήγγειλαν.
Η ώρα πέρναγε πολύ ευχάριστα. Ο Τζων εκτός από γοητευτικός ήταν και πολύ ευχάριστος. Είχε χιούμορ και η αγάπη του για τα παιδιά ήταν κάτι που άρεσε πολύ στην Κάντυ, η οποία δεν χόρταινε να τον ακούει να μιλάει. Για την ηλικία του ήταν εξαιρετικός γιατρός και έδειχνε ζήλο για το επάγγελμά του που όμως έβλεπε περισσότερο ως λειτούργημα.
Ο Άλμπερτ είχε ένα επαγγελματικό δείπνο στο ίδιο εστιατόριο. Δεν άργησε πολύ να ακούσει κάποιο από τα γελάκια της Κάντυ και να την εντοπίσει αμέσως ανάμεσα στους υπόλοιπους πελάτες του εστιατορίου. Αν και δεν είχε ξαναδεί τον άντρα που τη συνόδευε, πλησίασε ευγενικά το τραπέζι τους και έκανε μια ελαφριά υπόκλιση χαμογελώντας:
«Ελπίζω να μην σας ενοχλώ. Καλησπέρα σας».
«Άλμπερτ!» ξεφώνησε χαρούμενη η Κάντυ «δεν περίμενα να σε δω εδώ!»
«Πίστεψέ με, το ίδιο θα έλεγα κι εγώ για σένα. Κάντυ θα ήθελες να με συστήσεις στον συνοδό σου; Δεν είναι ευγενικό ξέρεις...»
«Ωχ! Μα βέβαια. Ο γιατρός Τζων Μπάουερ, ο κύριος Γουίλιαμ Άλμπερτ Άρντλευ», έκανε τις συστάσεις η Κάντυ.
«Κύριε Άρντλευ; Τιμή μου να σας γνωρίσω. Παρακαλώ καθίστε μαζί μας», είπε εγκάρδια ο Τζων προτείνοντας στον Άλμπερτ να καθίσει στο τραπέζι τους.
«Σας ευχαριστώ γιατρέ», είπε ο Άλμπερτ και έκατσε.
«Άλμπερτ τι καλά που σε βλέπω. Είχα απογοητευτεί ότι δεν θα σε έβλεπα πριν από το γάμο. Έρχεται η Πάτυ», είπε όλο χαρά η Κάντυ.
«Προβλέπω το Σικάγο να μπαίνει σε μεγάλους μπελάδες με τις τρεις σας να βολτάρετε πριν το γάμο».
«Άλμπερτ ντροπή! Δεν θα έπρεπε να λες τέτοια σε μια καθώς πρέπει δεσποινίδα και μάλιστα μπροστά στην παρέα της», είπε η Κάντυ και σήκωσε δήθεν τη μύτη της ψηλά.
«Ασφαλώς μικρή μου. Με συγχωρείς», γέλασε ο Άλμπερτ και απευθύνθηκε στο γιατρό «Να υποθέσω ότι εργάζεστε μαζί με την Κάντυ;»
«Ναι είμαστε στο ίδιο νοσοκομείο από τότε που έπιασε δουλειά. Λυπάμαι, αλλά εγώ δεν μπορώ να υποθέσω από που μπορεί να γνωρίζεστε εσείς».
«Τώρα αν σου πω ότι πρακτικά ο Άλμπερτ είναι μπαμπάς μου, δεν θα με πιστέψεις, σωστά;»
«Δεν έχω λόγο να μην σε πιστέψω, αλλά ομολογώ ότι κάτι τέτοιο θα ακουγόταν εξαιρετικά περίεργο», είπε ο Τζων κοιτάζοντας τον νεαρό άντρα δίπλα του και κρίνοντας ότι πρέπει να είχαν σχεδόν την ίδια ηλικία, ίσως ο ίδιος να ήταν και λίγο μεγαλύτερος.
«Η Κάντυ είναι η θετή μου κόρη, αλλά θα έλεγα ότι νιώθω περισσότερο σαν αδερφός της, παρά σαν πατέρας της», συμπλήρωσε ο Άλμπερτ.
«Κάτι τέτοιο ασφαλώς θα δημιουργούσε λιγότερες απορίες. Χαίρομαι περισσότερο που έχω την τιμή να γνωρίζω ένα μέλος της οικογενείας σου Κάντυ».
Ο Άλμπερτ μπορούσε να διακρίνει έναν τόνο φλερτ στη φωνή του Τζων και αποφάσισε ότι δεν ήθελε να γίνει κουραστικός στο ζευγάρι. Σηκώθηκε και ευγενικά τους χαιρέτησε και απομακρύνθηκε. Έλιωνε από περιέργεια να μάθει περισσότερα, αλλά δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου να συναντηθεί με την Κάντυ. Χάρηκε που την είδε απόψε για λίγο και που ήταν καλά. Ίσως περισσότερο καλά από ότι ο ίδιος γνώριζε.
«Δεν ήξερα ότι έχεις σχέση με την οικογένεια των Άρντλευ», συνέχισε ο Τζων τη συζήτηση.
«Μα το λέει και το όνομά μου», είπε αδιάφορα ο Κάντυ.
«Νόμιζα ότι ήταν συνωνυμία. Δεν φανταζόμουν μια κόρη των Άρντλευ να εργάζεται τόσο σκληρά για να κερδίσει το ψωμί της».
«Ποτέ δεν με ενδιέφεραν τα λεφτά των Άρντλευ και κυρίως ο βαρετός τρόπος ζωής που συνοδεύει μια κόρη Άρντλευ. Προτιμώ να στηρίζομαι στα πόδια μου Τζων. Ευτυχώς ο Άλμπερτ το καταλαβαίνει πολύ καλά αυτό».
Ο Τζων χαμογέλασε. Ήταν απρόσμενη αυτή η εξέλιξη. Η Κάντυ συνέχιζε διαρκώς να τον εντυπωσιάζει. Χαριτωμένη και δυναμική. Ευχάριστη, με χιούμορ και πολύ μακριά από το πρότυπο γυναικών εκείνης της κοινωνίας, την έκαναν ακόμα πιο ελκυστική στα μάτια του.
