Ακόμα μια βραδιά αϋπνίας για τον Τέρρυ δεν έλεγε να ξημερώσει. Οι νύχτες ήταν πάντα μακριές και δύσκολες. Στοίβες τα αποτσίγαρα στο τασάκι, το δωμάτιο θολό από το καπνό, το μπουκάλι μισοάδειο από το ουίσκι. Πως βρέθηκε παγιδευμένος σε αυτόν τον κύκλο; Να μην μπορεί να δει τη γυναίκα που αγάπησε και αγαπάει με όλη του την καρδιά, αλλά να πρέπει χωρίς τη θέλησή του να αγαπήσει μια γυναίκα που τον αγαπάει, αλλά που απλά δεν είναι … εκείνη.

Ο Τέρρενς ένιωσε ότι χρειαζόταν να μιλήσει. Να βγάλει από μέσα του το βάρος που τον έπνιγε. Το βάρος που τον υποχρέωνε να ορκιστεί πίστη και αγάπη στην αιώνια μοναξιά.

Άναψε τη λάμπα στο γραφείο του και έκλεισε για λίγο τα συνηθισμένα στο σκοτάδι μάτια του. Πήρε μια κόλα χαρτί και έγραψε ένα ποίημα. Το πρώτο από τα πολλά που θα ακολουθούσαν και θα γίνονταν μάρτυρες της αβάσταχτης ύπαρξης της ακόμα ζωντανής ψυχής του:

Το πιο λαμπερό…

Κοιτάζοντας ψηλά τ'αστέρια στο σκοτάδι
ξέρω, πως αυτά δεν νοιάζονται, θα μπορούσα να καώ στον Άδη,
αλλά στη Γη το χειρότερο δεν είναι η αδιαφορία
πρέπει να τρέμουμε τους ανθρώπους ή τα θηρία.

Πόσο μας αρέσει όταν αυτά πέφτουν και σβήνουν
και με τη λάμψη τους σε μας ιδιοτελή ικανοποίηση δίνουν;
Αν αυτή τη λάμψη δεν μπορούμε να ανταποδώσουμε στον ουρανό
αφήστε να'μαι εγώ το αστέρι το πιο λαμπερό.

Λάτρης κι αν είμαι στη νυχτερινή τους μορφή
που σ'αυτά για μας δεν καίγεται καρφί
τώρα που τα βλέπω εδώ πέρα
δεν θα΄λεγα πως μου'λειψαν όλη μέρα.

Σαν όλα πεθάνουν και το φως τους σβήσει το λαμπερό
θα μάθω να ζω μ'έναν άδειο ουρανό
και θα νιώθω την ανυπέρβλητη σκοτεινιά
παρέα στη δική μου μοναξιά.
(*)

Κοίταξε έξω τον ουρανό της Νέας Υόρκης. Είχε αρχίσει να ξημερώνει.


ΣΣ: (*) Το κείμενο είναι μετάφραση-παράφραση του ποιήματος 'The more loving one' του W.H. Auden