Οι ετοιμασίες του γάμου ήταν πλέον στην τελική ευθεία. Σύντομα ήταν η μεγάλη ημέρα για την Άννυ.
«Κάντυ είμαι πολύ ευτυχισμένη που παντρεύομαι τον Άρτσι, είναι σαν ένα όνειρο να γίνεται πραγματικότητα, αλλά όλες αυτές οι προετοιμασίες είναι πολύ κουραστικές. Όταν θα έρθει και η δική σου μέρα και δεις τι ταλαιπωρία είναι, θα καταλάβεις τι έχω περάσει όλο αυτόν τον καιρό», είπε εύθυμα η Άννυ.
«Μη στενοχωριέσαι για μένα Άννυ και δεν πρόκειται να περάσω από αυτήν την ταλαιπωρία», είπε θλιμμένη η Κάντυ.
«Συγνώμη Κάντυ. Δεν το εννοούσα όπως ακούστηκε. Δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω», απολογήθηκε η Άννυ.
«Μη στεναχωριέσαι Άννυ. Δεν το πήρα και κατάκαρδα. Άλλωστε ποιος θα ήθελε να με δει εμένα με ένα τόσο όμορφο νυφικό σαν το δικό σου; Στοίχημα ότι θα το είχα καταστρέψει με καμιά γκάφα πριν τον γάμο», είπε χαρούμενα η Κάντυ, αλλά η Άννυ δεν άλλαξε ύφος.
«Μην το λες αυτό Κάντυ. Είμαι σίγουρη ότι ο Τέρρυ θα ήθελε πολύ να σε δει σε ένα τέτοιο νυφικό και είμαι ακόμα πιο σίγουρη ότι σύντομα κάποιος θα θελήσει να σου αγοράσει ένα. Μπορεί ο Τζων. Που ξέρεις;»
Η Κάντυ κοίταξε τη φίλη της. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει μόλις άκουσε το όνομα του Τέρρυ, αλλά στη συνέχεια χαμογέλασε στη φίλη της:
«Ο Τζων είναι πολύ σπουδαίος γιατρός για να χάνει το χρόνο του με μια νοσοκόμα Άννυ».
«Δε νομίζω να συμφωνεί μαζί σου σε αυτό Κάντυ. Από ότι ακούω όλο έξω μαζί σου είναι. Πότε φαγητό, πότε περίπατος, πότε σινεμά. Δυο μήνες μόνο αυτό ακούω».
«Ναι περνάμε πολύ ώρα μαζί, αλλά δεν συμβαίνει τίποτα περισσότερο Άννυ. Άστα όμως αυτά και πάμε στο σταθμό. Σε λίγη ώρα θα φτάνει το τρένο της Πάτυ και του Τομ».
«Έχεις δίκιο Κάντυ. Έχω επιθυμήσει τόσο πολύ να τη δω!», είπε η Άννυ και σηκώθηκε για να φύγουν. Σύντομα οι τρεις αγαπημένες φίλες θα ήταν και πάλι μαζί.
Η Κάντυ έβγαλε τα ψηλά τακούνια της και χωρίς να αλλάξει ξάπλωσε εξαντλημένη στο κρεβάτι της. Στο μυαλό της πέρασαν όλες οι σκηνές της αποψινής βραδιάς. Η Άννυ που έλαμπε στο νυφικό της, ο Άρτσι που τη θαύμαζε ευτυχισμένος, η Πάτυ με τον Τομ που χόρευαν διαρκώς, η Ελίζα που κόντευε να σκάσει από τη ζήλια της, ο Τζων που την κοίταζε έντονα και της είπε όλα αυτά τα κολακευτικά λόγια όταν χόρευαν, ο Νηλ όταν του είπε η Κάντυ ότι δεν θέλει να χορέψουν, η Θεία Ελρόυ που της έλειπε ο Στήαρ και ο Άντονυ και ο Άλμπερτ που έπρεπε να είναι ευγενικός και περιποιητικός με όλο τον κόσμο. Δεν είχαν καταφέρει να μιλήσουν, αλλά αυτό δεν την πείραξε την Κάντυ αφού αύριο θα πέρναγαν όλη τη μέρα μαζί.
Το επόμενο πρωί ο Άλμπερτ πέρασε να πάρει την Κάντυ με το αυτοκίνητο και πήγαν μαζί στο πάρκο. Η Κάντυ σχεδόν κοιμόταν στη διαδρομή αφού το προηγούμενο βράδυ έφυγαν αργά από το γάμο.
«Ω Άλμπερτ επιτέλους έχουμε λίγη ησυχία να μιλήσουμε ήρεμα. Πως μπορείς και ξυπνάς τόσο νωρίς όμως; Εσύ δείχνεις τόσο φρέσκος κι εγώ ακόμα κοιμάμαι!»
«Συνήθεια Κάντυ. Δεν θα μπορούσα να πηγαίνω στη δουλειά νυσταγμένος στις 12 έτσι δεν είναι;»
«Δουλειές και πάλι δουλειές! Πως πάνε οι δουλειές;», ρώτησε εύθυμα η Κάντυ.
«Οι δουλειές πάνε καλά ευτυχώς. Ο Τζωρτζ είναι πάντα πολύτιμος σύμβουλος και όλες οι προτάσεις του καταλήγουν σε σίγουρη επιτυχία. Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα είχα κάνει χωρίς τη βοήθειά του».
«Και πότε θα ξαναφύγεις;»
«Σύντομα. Σε μια βδομάδα, αλλά σε τρεις εβδομάδες θα είμαι πάλι πίσω. Εσύ μικρή μου πως τα πας;»
«Είμαι πολύ απασχολημένη στο νοσοκομείο Άλμπερτ. Χαίρομαι που είμαι εκεί. Μου αρέσει πολύ που μπορώ να βοηθάω τόσους ανθρώπους».
«Και ο Γιατρός σου;», την πείραξε ο Άλμπερτ.
«Δεν είναι γιατρός μου Άλμπερτ!»
«Και πως τον χαρακτηρίζεις εσύ λοιπόν;»
«Φίλο βέβαια. Είναι πολύ ευχάριστος άνθρωπος».
«Σε αυτό θα συμφωνήσω. Μου φάνηκε ευχάριστος και ειλικρινής».
«Και έχει και πολύ χιούμορ».
«Και είναι και γοητευτικός», επανέφερε το θέμα ο Άλμπερτ.
«Ε, καλά! Δεν είναι και ο πιο άσχημος άντρας του κόσμου!»
Η Κάντυ έκανε μια παύση. Κοίταξε μακριά και χάθηκε η ματιά της στο κενό. Ο Άλμπερτ που μέχρι τώρα είχε μάθει να τη διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο, κατάλαβε ότι κάτι άλλο απασχολούσε την μικρή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη την πλησίασε και ακούμπησε τον ώμο της:
«Τι άλλο σε απασχολεί μικρή μου;»
Η Κάντυ ξαναγυρίζοντας στην πραγματικότητα του απάντησε βιαστικά:
«Τίποτε άλλο. Αυτά ήταν τα νέα μου».
Ο Άλμπερτ της χαμογέλασε:
«Μικρή μου, ξέρεις ότι σε μένα μπορείς να μιλήσεις άνετα. Τι άλλο στριφογυρίζει μέσα στο μυαλουδάκι σου;», τη ρώτησε χτυπώντας απαλά την κορυφή του κεφαλιού της.
Η Κάντυ αχνογέλασε. Γύρισε το κεφάλι της από την άλλη και ψιθύρισε:
«Πόσο καλά με ξέρεις Άλμπερτ;»
«Περισσότερο από όσο ξέρω εμένα νομίζω», την πείραξε ο Άλμπερτ. Το πείραγμά του όμως δεν κατάφερε να αλλάξει το ύφος της Κάντυ.
«Ξέρεις, σκεφτόμουν έντονα τελευταία… σκεφτόμουν τον Τέρρυ…»
Το ύφος του Άλμπερτ σοβάρεψε:
«Τυχαία εννοείς;»
«Τυχαία; Δεν θα έλεγα τυχαία Άλμπερτ. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πάψει καθόλου να τον σκέφτομαι όλο αυτόν τον καιρό. Ξέρω ότι πρέπει να πάψω να τον αγαπάω, αλλά μου είναι τόσο δύσκολο! Και έχει περάσει τόσος καιρός που δεν τον έχω δει. Μου έχει λείψει πολύ Άλμπερτ. Η μέρα είναι πάντα εύκολη. Το πρόγραμμά μου με κρατάει απασχολημένη και σπάνια θα περάσει κάποια σκέψη από το μυαλό μου, αλλά τα βράδια Άλμπερτ είναι δύσκολα. Δεν φεύγει στιγμή από το μυαλό μου. Ο τρόπος που χωρίσαμε. Όλα όσα ονειρευτήκαμε να ζήσουμε και που δεν προλάβαμε ποτέ. Όλα τα χτυπήματα της μοίρας. Πάντα υπήρχαν εμπόδια μεταξύ μας Άλμπερτ, πάντα. Κι όμως….»
Ο Άλμπερτ την άκουγε σιωπηλός:
«Έχεις σκεφτεί Κάντυ ότι μπορεί και ο ίδιος να σε σκέφτεται ακόμα;»
«Ναι Άλμπερτ. Μπορεί. Στο γράμμα της η Σουζάνα έτσι έλεγε. Μπορεί ακόμα να με σκέφτεται, αλλά και τι με αυτό; Δεν αλλάζει το γεγονός ότι η Σουζάνα τον χρειάζεται περισσότερο από εμένα».
«Κάντυ ο Τέρρυ μπορεί κι αυτός να βασανίζεται όπως εσύ;»
«Τι αλλάζει αυτό Άλμπερτ;»
«Τα πάντα Κάντυ. Γιατί δεν πας να τον συναντήσεις; Είμαι σίγουρος ότι θα χαρεί να σε δει. Γιατί δεν προσπαθείς να τον διεκδικήσεις Κάντυ;»
«Μα πως θα μπορούσα Άλμπερτ; Δεν είναι σωστό!»
«Κάντυ, μην κάνεις τα ίδια λάθη που έκανα κι εγώ…», ο Άλμπερτ κόμπιασε.
Η Κάντυ τον κοίταξε σαστισμένη:
«Άλμπερτ! Τι εννοείς; Ποια λάθη;»
Ο Άλμπερτ γύρισε το κεφάλι του μακριά. Δεν είχε μιλήσει ποτέ στην Κάντυ για το θέμα αυτό, αλλά ίσως… Στην Κάντυ εμπιστευόταν τα πάντα. Ίσως σε αυτή να μπορούσε να ανοίξει την καρδιά του και να βγάλει το βαρύ φορτίο από μέσα του. Την κοίταξε τρυφερά:
«Ιστορίες Κάντυ. Σίγουρα θα βαρεθείς».
«Μα τι λες τώρα Άλμπερτ; Ποτέ δεν θα βαριόμουν να ακούσω όσα έχεις να μου πεις».
Ο Άλμπερτ την κοίταξε τρυφερά. Ήξερε πως η Κάντυ εννοούσε όσα του έλεγε. Ένιωθε την ανάγκη να της μιλήσει τόσο που δεν χρειάστηκε άλλη παρότρυνση:
«Όταν ήμουν φοιτητής στο Λονδίνο, είχα πολλές περιπέτειες ξέρεις. Αυτό που έκανε τους υπόλοιπους να με ζηλεύουν ήταν ότι για να κάνω μια κοπέλα να με προσέξει δεν χρειαζόταν κάτι άλλο από το να προφέρω το όνομά μου. Οι ωραιότερες κόρες όλων των οικογενειών ήταν αμέσως πρόθυμες να χορέψουν ή να βγουν μαζί μου. Όπως καταλαβαίνεις όμως κάτι τέτοιο δεν με ενδιέφερε καθόλου κι έτσι όλες οι γνωριμίες που έκανα μου ήταν πλήρως αδιάφορες. Είχα πάντα βέβαια μια όμορφη συνοδό στο πλευρό μου στις λιγοστές κοινωνικές εκδηλώσεις που παρευρισκόμουν, αλλά ποτέ δεν επεδίωξα τίποτε περισσότερο.
Στο δεύτερο έτος των σπουδών μου ένας καθηγητής μου με είχε στριμώξει για τα καλά για μια εργασία. Έτσι αναγκάστηκα να κάνω μια εκτενέστατη έρευνα στη βιβλιοθήκη για επιπλέον βιβλιογραφία. Εκεί λοιπόν ήταν η πρώτη φορά που τη συνάντησα. Σιωπηλή και σοβαρή μελετούσε ένα βιβλίο. Είχε καστανά ίσια μακριά μαλλιά και καταγάλανα μεγάλα μάτια. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Εκείνη δεν με κοίταξε καν. Ήταν η πρώτη κοπέλα που γνώριζα που δεν μου έριχνε ούτε μια εξερευνητική ματιά. Απογοητεύτηκα όταν την είδα να φεύγει λίγο αργότερα.
Την επόμενη μέρα τη βρήκα και πάλι εκεί να μελετάει. Ενθουσιάστηκα με αυτή την τύχη μου και αποφάσισα να της μιλήσω. Σκέφτηκα να της συστηθώ. Αυτό θα ήταν αρκετό για να γνωριστούμε αμέσως. Την πλησίασα και της χαμογέλασα:
'Επιτρέψτε μου να σας συστηθώ. Γουίλιαμ Άρντλευ'.
Σήκωσε τα μάτια της και με κοίταξε αδιάφορα. Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν στο κοίταγμά της.
'Θα θέλατε κάτι;' Με ρώτησε παγερά.
'Το όνομά σας', της απάντησα βάζοντας όλη μου τη γοητεία.
Εκείνη γύρισε ξανά στο βιβλίο της.
'Εκτός κι αν χρειάζεστε πραγματικά κάποια βοήθεια, σας παρακαλώ μη σπαταλάτε αδίκως το χρόνο μου'.
Απομακρύνθηκα αποθαρρημένος και απογοητευμένος. Πρώτη φορά εισέπραττα μια τέτοια απόρριψη από μια γυναίκα.
Όλη την εβδομάδα συνέχισα να πηγαίνω στη βιβλιοθήκη και να την κοιτώ διακριτικά. Παρατήρησα ότι μελετούσε βιβλιογραφία σχετικά με την ανατομία των ζώων. Η ιδέα με ενθουσίασε ακόμα περισσότερο, αλλά δεν έβρισκα τρόπο να την πλησιάσω. Έτσι πέρασε ακόμα μια βδομάδα, χωρίς εκείνη να με κοιτάξει ούτε μια φορά. Ένα απόγευμα την πλησίασα αποφασισμένος.
'Τι είναι αυτό που σε κάνει να μην θέλεις καν να μου πεις το όνομά σου;'
'Ο πολύτιμος χρόνος' μου απάντησε χωρίς να με κοιτάξει καν.
'Εσύ λοιπόν που εκτιμάς τόσο τον χρόνο, θα έχεις καταλάβει ότι σε παρατηρώ δυο εβδομάδες τώρα περιμένοντας μόνο να μάθω πως σε λένε. Τι λες; Είναι αρκετά πολύτιμες δυο εβδομάδες για να μου πεις μόνο το όνομά σου;΄
Γύρισε και με κοίταξε σαστισμένη. Έμεινε για λίγο σκεφτική. Μετά από λίγο γύρισε τα μάτια της στο βιβλίο.
'Κριστίν', ψιθύρισε χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο.
Έκανα μια μικρή υπόκλιση και της απάντησα
'Χάρηκα Κριστίν' και απομακρύνθηκα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα τα μάτια της να με κοιτάν όπως απομακρυνόμουν.
Συνέχισα να πηγαίνω στη βιβλιοθήκη χωρίς να την ενοχλώ. Μόνο τη χαιρετούσα καθώς την έβλεπα και φρόντιζα να κάθομαι κάπου που θα μπορώ να την παρατηρώ. Μου πήρε βδομάδες για να μπορέσω να την πλησιάσω.
Ένιωσα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου όταν τελικά δέχτηκε να τη συνοδεύσω μέχρι το σπίτι της ένα απόγευμα.
Με πολύ αργούς ρυθμούς προχώρησε η γνωριμία μας. Η Κριστίν ήταν από μια αστική Λονδρέζικη οικογένεια. Τα χρήματα που της παρείχαν οι γονείς της δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν το κόστος των σπουδών της και έτσι αναγκαζόταν να εργάζεται για να μπορέσει να ανταπεξέλθει οικονομικά. Τα μαθήματα, το διάβασμα, αλλά και η δουλειά, πραγματικά δεν της άφηναν καθόλου ελεύθερο χρόνο. Είχε πάντα μεγάλη αγάπη για τα ζώα και το όνειρό της ήταν να γίνει κτηνίατρος για να μπορεί να τα βοηθάει.
Όσο τη γνώριζα τόσο περισσότερο την ερωτευόμουν και προς μεγάλη μου ευτυχία έβλεπα τα αισθήματά μου να έχουν ανταπόκριση. Η Κριστίν, ένας πολύ περήφανος άνθρωπος δεν έδωσε ποτέ σημασία στην καταγωγή μου και στην κοινωνική μου τάξη. Οι στιγμές μαζί της ήταν όλες βγαλμένες από παραμύθι. Έφτανε μια ματιά της για να με κάνει τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου. Ήταν η μόνη φορά στη ζωή μου που άκουγα κάποιον να προφέρει το όνομά μου και αντί για απέχθεια αισθανόμουν ευτυχία. Ποτέ ξανά δεν έχω νοιώσει τόσο όμορφα ακούγοντας κάποιον να με αποκαλεί 'Γουίλιαμ'.
Την πρώτη φορά που τη φίλησα ήταν στις όχθες του Τάμεση. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Αλλά και όλες οι υπόλοιπες φορές ήταν το ίδιο μαγικές για μένα. Περνάγαμε ατελείωτα απογεύματα ξαπλωμένοι στο βασιλικό πάρκο διαβάζοντας. Εκείνη ξαπλωμένη στην αγκαλιά μου μελετούσε κι εγώ ατελείωτες ώρες κοίταζα το όμορφό της πρόσωπο και χάιδευα τα μαλλιά της.
Έτσι όμορφα πέρασαν τα υπόλοιπα έτη των σπουδών μου. Στο τελευταίο έτος της είπα ότι θα πρέπει να έρθει μαζί μου όταν τελειώσει τις σπουδές της. Εκείνη ήθελε τόσο να είμαστε μαζί που δεν το σκέφτηκε καν. Θα έπρεπε να μείνουμε όμως έναν χρόνο χωριστά για να τελειώσει κι εκείνη τις σπουδές της.
Έστειλα μήνυμα στη Θεία Ελρόυ για να της ανακοινώσω τις προθέσεις μου. Φοβόμουν τις αντιδράσεις της και περίμενα με αγωνία την απάντησή της. Αντί για το γράμμα της όμως ήρθε η ίδια να με δει στο Λονδίνο. Έμεινα σαν στήλη άλατος όταν είδα το αυστηρό ανάστημά της μπροστά μου.
'Γουίλιαμ Άλμπερτ Άρντλευ, σου απαγορεύω να συνεχίσεις αυτή την ανούσια σχέση που μόνο προβλήματα μπορεί να προκαλέσει στην οικογένειά μας. Μην ξεχνάς ότι είσαι η κεφαλή των Άρντλευ και ως τέτοια θα πρέπει να συμπεριφέρεσαι. Αρκετά καπρίτσια σου έχω ανεχτεί. Ο γάμος σου είναι μια απόφαση που θα πάρουμε μαζί.'»
Ο Άλμπερτ έκανε μια παύση. Δεν ήθελε να αναφέρει στην Κάντυ ότι η Μεγάλη Θεία Ελρόυ είχε χρησιμοποιήσει την πρόσφατη υιοθεσία της Κάντυ για να τον κάνει να υποχωρήσει στο θέμα του γάμου. Κάτι τέτοιο θα πλήγωνε την Κάντυ και δεν θα ωφελούσε κανέναν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε:
«Η πίεση που δέχτηκα τις επόμενες μέρες δεν μου άφηνε και πολλές επιλογές. Έπρεπε να υπακούσω στις εντολές της Μεγάλης Θείας. Με την καρδιά χίλια κομμάτια ανακοίνωσα στην Κριστίν ότι δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Της εξήγησα πόσο πολύτιμη ήταν η παρουσία της στη ζωή μου και πόσο πολύ την αγαπούσα και ότι θα προσπαθούσα να κάνω τα πάντα για να μεταπείσω τη μεγάλη Θεία. Η Κριστίν όμως, ήξερε πολύ καλά σε πόσο δύσκολη θέση με είχε φέρει η θεία. Σηκώθηκε αργά και με κοίταξε παγωμένα στα μάτια.
'Δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσεις για τίποτα Γουίλιαμ. Κάνε το καθήκον που πρέπει να κάνεις'.
Έτσι με μια πρόταση έφυγε η Κριστίν από τη ζωή μου. Δεν ξανασυναντηθήκαμε από τότε. Πολύ σύντομα πήρα το πτυχίο μου και έφυγα με βαριά καρδιά από την Αγγλία. Κοιτάζοντας από το καράβι την ακτή να ξεμακραίνει την είδα από μακριά να στέκεται ακίνητη στο λιμάνι. Είχε έρθει μέχρι εκεί να με αποχαιρετήσει με τον δικό της διακριτικό τρόπο. Έμεινα να την κοιτάζω δακρυσμένος μέχρι που δεν μπορούσα να τη διακρίνω πια. Μπορούσα βαθιά μέσα μου να νιώσω ότι ζούσε την ίδια αγωνία με μένα. Ήξερα τότε ότι αυτή η γυναίκα δεν θα έφευγε ποτέ από την καρδιά μου».
Ο Άλμπερτ σώπασε. Η Κάντυ τον παρακολουθούσε με δάκρυα να κυλούν από τα μάτια της. Έπεσε στην αγκαλιά του και συνέχισε να κλαίει:
«Ω Άλμπερτ! Πόσο πρέπει να πόνεσες; Γιατί δεν μου είπες ποτέ τίποτα;»
«Γιατί Κάντυ με πονάει ακόμα και να λέω το όνομά της».
«Την αγαπάς ακόμα Άλμπερτ; Μετά από τόσο καιρό; Κι ας μην είναι μαζί σου;»
«Καλή μου Κάντυ! Η αγάπη δεν σβήνει επειδή δεν βλέπεις κάποιον ή επειδή περνάει ο καιρός. Η αγάπη μένει πάντα εκεί. Μετά από καιρό μαθαίνεις να μην πονάς πια. Η θύμηση είναι λιγότερο οδυνηρή, αλλά η αγάπη δεν σβήνει, δεν χάνεται, υπάρχει πάντα και ζει μέσα στην καρδιά μας. Μέσα στα όνειρά μας. Η μορφή της είναι πια θολή. Η φωνή της ζει μόνο μέσα στην ανάμνησή μου, αλλά το κομμάτι της ψυχής μου που σημάδεψε θα μένει για πάντα δικό της».
«Άλμπερτ, αν συνέβαινε αυτό τώρα, τι θα έκανες;»
«Αυτό που δεν έκανα τότε. Δεν θα επέλεγα να ζήσω μια ζωή μέσα στον πόνο της απουσίας της Κάντυ. Μπορεί να μην γύριζα ποτέ στην Αμερική. Μπορεί να είχα υψώσει το ανάστημά μου στη Μεγάλη Θεία και να μην υπέκυπτα στους εκβιασμούς της. Το βέβαιο είναι ότι δεν θα είχα φύγει από κοντά της».
«Σκέφτηκες ποτέ να πας και να της βρεις;»
«Κάθε μέρα. Την αναζήτησα όταν ήμουν στο Λονδίνο. Τότε που ήσουν κι εσύ με τον Τέρρυ, αλλά δεν τη βρήκα πουθενά. Κανείς δεν ήξερε να μου πει που ήταν και η οικογένειά της δεν δέχτηκε να με δει. Έβαλα τον Τζωρτζ να με βοηθήσει. Κάποια πληροφορία την ήθελε να βρίσκεται στη Γαλλία. Πήγα να τη βρω, αλλά δυστυχώς στην κλινική που δούλευε μου είπαν ότι αποφάσισε να πάει Αμερική. Τώρα όμως είναι πια αργά. Η ίδια θα έχει δική της οικογένεια και σε σένα μπορώ να εξομολογηθώ ότι δεν θα ήθελα να ξέρω πως περνάει τη ζωή της με μια οικογένεια που δεν είναι δική μου».
Η Κάντυ χαμογέλασε πικρά: 'Ναι Άλμπερτ. Ξέρω καλά τι εννοείς' σκέφτηκε. «Άλμπερτ, σταματάει ποτέ να πονάει τόσο;» ρώτησε η Κάντυ.
«Όπως σου είπα Κάντυ, ναι, η απουσία σταματάει να πονάει. Αυτό που τελικά πονάει περισσότερο είναι οι αποφάσεις που δεν πήραμε όταν έπρεπε να πάρουμε».
Τα λόγια του Άλμπερτ συντρόφευαν την Κάντυ για τις επόμενες μέρες…
