Η Έλενορ παρακολουθούσε τον Τέρρυ να παίζει για πρώτη φορά μετά την επιστροφή του από την περιοδεία. Δακρυσμένη και συγκινημένη όπως όλες τις φορές που τον παρακολουθούσε, καμάρωνε για το πάθος και τη δύναμη της ερμηνείας του. Βαθειά μέσα της όμως μπορούσε να δει στην ψυχή του παιδιού της. Όταν έβγαινε ο Τέρρυ στη σκηνή κι αναρωτιόταν 'Να ζει κανείς ή να μη ζει;', ήξερε καλά ότι το ερώτημα αυτό είχε απασχολήσει τόσο τον γιο της που ο Τέρρυ απλά έβγαζε την ψυχή του πάνω στο σανίδι. Ο πόνος στη φωνή του δεν οφειλόταν στην άριστη ηθοποιία του, αλλά στον πόνο που έκρυβε βαθειά μέσα του.

Πόσο πόναγε και η ίδια η ηθοποιός για την αγωνία του παιδιού της; Και τι δεν θα έδινε για να μπορέσει να απαλύνει τον πόνο της ψυχής του!

Μετά το τέλος της παράστασης η Έλενορ προσπάθησε να φύγει διακριτικά όπως μπήκε. Κρυμμένη κάτω από μια μελαχρινή περούκα προσπαθούσε να αποφύγει τα αδιάκριτα βλέμματα. Καθώς όμως έβγαινε από το θέατρο το βλέμμα της έπεσε στη φιγούρα ενός άντρα που της φάνηκε γνώριμη. Τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του που καθόταν και την παρατηρούσε από μακριά αμίλητος. Η Έλενορ έμεινε έκπληκτη. 'Ο Ρίτσαρντ;' σκέφτηκε. 'Είναι δυνατόν να είναι ο Ρίτσαρντ;'

Η Έλενορ σταμάτησε και τον κοίταξε για λίγο. Ήταν αυτός. Τα μαλλιά του είχαν γίνει πια γκρίζα και στο πρόσωπό του υπήρχαν κάποιες ρυτίδες. Τα μάτια του όμως ήταν τα ίδια. Τα μεγάλα πράσινα μάτια που κάποτε την κοίταζαν με τόση αγάπη, την κοίταζαν και τώρα από μακριά. Η Έλενορ συνέχισε με γρήγορο βήμα και χάθηκε ανάμεσα στο πλήθος.


Η πόρτα του δωματίου της χτύπησε. Μπήκε μέσα η υπηρέτριά της:

«Κυρία, σας ζητούν».

«Ποιος είναι Πέτρα;»

«Ο Δούκας Ρίτσαρντ Γκράντσεστερ».

Η Έλενορ γύρισε απότομα το κεφάλι της προς την Πέτρα:

«Είσαι σίγουρη ότι σου είπε αυτό το όνομα;»

«Μάλιστα κυρία».

Η Έλενορ έμεινε σκεφτική για λίγο. Πήρε μια βαθειά ανάσα και της απάντησε:

«Εντάξει. Άφησέ τον να περιμένει και θα κατέβω σε λίγο».

«Μάλιστα κυρία».

«Πέτρα... Να τον περιποιηθείτε ιδιαιτέρως. Έχουμε έναν Δούκα στο σαλόνι μας σήμερα».

«Μάλιστα κυρία».

Η Έλενορ κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, ίσιωσε τα μαλλιά της και έλεγξε το μακιγιάζ της. Άλλαξε αμέσως ρούχα και φόρεσε ένα άλλο φόρεμα. Κάποιο που την κολάκευε. Μπορεί με τον Ρίτσαρντ να είχαν χωρίσει εδώ και χρόνια, αλλά η ίδια έπρεπε να είναι σωστή κοκέτα σήμερα που ήρθε να τη δει. Αν μη τι άλλο θα έπρεπε να τον εντυπωσιάσει. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Έμεινε ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα και κατέβηκε στο σαλόνι.

Ο Ρίτσαρντ σηκώθηκε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την είσοδό της στο χώρο. Με μια υπόκλιση της απευθύνθηκε:

«Σε ευχαριστώ που δέχτηκες να με δεις», της είπε εμφανώς εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της. Τόσα χρόνια είχαν περάσει, αλλά η ίδια ήταν πάντα όμορφη και εντυπωσιακή. Απλά λίγο μεγαλύτερη.

«Βλέπω οι τρόποι σου παραμένουν ίδιοι. Όπως αρμόζουν σε έναν Δούκα», απάντησε η Έλενορ και κάθισε σε μια πολυθρόνα. Ο Ρίτσαρντ έκατσε στην προηγούμενη θέση του απέναντί της.

Η Έλενορ θέλοντας να έχει το προβάδισμα του απευθύνθηκε:

«Λοιπόν Ρίτσαρντ δεύτερη φορά που συναντιόμαστε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Σε τι οφείλω την τιμή;», ρώτησε η Έλενορ και στη φωνή της εκτός από ευγένεια ο Ρίτσαρντ διέκρινε έναν τόνο ειρωνείας.

«Θα ήθελα λίγο από το χρόνο σου για να σου μιλήσω για τον Τέρρενς».

«Δεν σου άρεσε εχτές το βράδυ;»

«Δεν θα μπορούσα να ποτέ να πω κάτι τέτοιο. Ήταν εξαίσιος!»

«Έχεις ξαναπαρακολουθήσει παράστασή του;»

«Όχι ποτέ. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα. Δεν περίμενα ποτέ να είναι τόσο καλός! Το πήρε αυτό από τη μητέρα του», είπε ευγενικά ο Ρίτσαρντ.

«Παρόλο που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία μεγαλώνοντας και να πάρει μαθήματα από αυτήν», σχολίασε καυστικά η Έλενορ.

«Σωστά. Όμως φαίνεται ότι η υποκριτική είναι έμφυτη».

«Τελικά όσο κι αν προσπαθήσεις, κάποια χαρίσματα μεταφέρονται στα παιδιά από τους γονείς και ότι κι αν γίνει δεν μπορείς να τα διώξεις μακριά», συνέχισε η Έλενορ με το ίδιο ύφος.

«Ο Τέρρενς πήρε τα καλύτερα και από τους δυο γονείς του Έλενορ. Το ταλέντο στην υποκριτική, το πείσμα, τη δύναμη και τη γοητεία της μητέρας του…»

Ο Ρίτσαρντ όμως δεν ολοκλήρωσε την πρότασή του γιατί τον διέκοψε η Έλενορ:

«…και αυτή την ανόητη επιμονή με την τιμή και την αυτοθυσία από τον πατέρα του».

Η Έλενορ σηκώθηκε εκνευρισμένη από την πολυθρόνα της:

«Πες μου Ρίτσαρντ, τι θέλεις να συζητήσουμε;»

Ο Ρίτσαρντ δεν κατάλαβε τι εννοούσε η Έλενορ, αλλά προτίμησε να μην ρωτήσει περισσότερα. Όχι ακόμα.

«Έλενορ θα ήθελα τη βοήθειά σου. Ξέρεις ότι οι σχέσεις μου με τον Τέρρενς δεν είναι ιδανικές, αλλά θα ήθελα να κάνω τα πάντα για να κερδίσω την εμπιστοσύνη του. Να σταθώ πατέρας δίπλα του για ότι χρειαστεί. Ξέρω πως ίσως είναι αργά αλλά θα ήθελα να προσπαθήσω και δεν ξέρω πώς να το κάνω. Δεν ξέρω πώς να τον προσεγγίσω, να του εξηγήσω ότι…»

Η Έλενορ δεν πίστευε σε αυτά που άκουγε. Κάθε λέξη του Ρίτσαρντ την εξόργιζε περισσότερο μέχρι που τελικά ξέσπασε:

«Και θέλεις να σε βοηθήσω εγώ; Να ξανακερδίσεις τον Τέρρυ; Μα πως μπορώ να τον ξέρω εγώ όταν εσύ τον πήρες μακριά μου; Όταν τον πήρες μέσα από τα χέρια μου και δεν με άφησες να τον πλησιάσω; Όταν έζησα όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να τον έχω στην αγκαλιά μου;»

Η φωνή της άρχισε να σπάει:

«Εσύ ήσουν δίπλα του Ρίτσαρντ όχι εγώ. Τον πήρες από μένα για να τον μεγαλώσεις, αλλά εσύ τον εγκατέλειψες. Τον άφησες μόνο του και δεν στάθηκες ποτέ δίπλα του. Τον πρόδωσες κι αυτόν όπως κι εμένα και τώρα τι ζητάς;», η Έλενορ ξέσπασε σε λυγμούς. Σχεδόν κατέρρευσε στην καρέκλα της.

Ο Ρίτσαρντ γονάτισε μπροστά της και της έπιασε τα χέρια. Έδιωξε μια τούφα από τα μαλλιά της και της μίλησε τρυφερά συνεχίζοντας να της χαϊδεύει τα μαλλιά απαλά, όπως τότε που ήταν δική του:

«Ξέσπασε καλή μου, κλάψε. Δεν θα σου ρίξω άδικο σε τίποτα από όσα λες. Έχεις δίκιο ότι σας πρόδωσα και τους δύο. Αλλά τώρα πια που το αναγνωρίζω θα κάνω ότι μπορώ για να διορθώσω όλα τα λάθη που έγιναν».

Η Έλενορ ένιωσε το τρυφερό χάδι του Ρίτσαρντ στα μαλλιά της και την απαλή φωνή του να την παρηγορεί:

«Πως μπορείς Ρίτσαρντ; Πως το κάνεις αυτό; Να έρχεσαι εδώ μετά από τόσα χρόνια και να συμπεριφέρεσαι σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Κι όμως... Μας έχεις κάνει τόσο κακό!»

Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε πικρά:

«Είναι απλή αυτή η απάντηση Έλενορ. Μου είναι εύκολο γιατί αντίθετα με σένα που με μισείς, τα δικά μου αισθήματα δεν άλλαξαν ποτέ. Εγώ σε έκανα να με μισήσεις, αλλά εσύ καλή μου, δεν έκανες ποτέ κάτι για να σταματήσω να…» ο Ρίτσαρντ σταμάτησε. Δεν έπρεπε να πει αυτό που σκεφτόταν. Δεν έπρεπε να πει ότι την αγαπάει ακόμα. Ξερόβηξε και συνέχισε:

«… δεν έκανες κάτι για να σε μισήσω Έλενορ».

Η Έλενορ σηκώθηκε απότομα από τη θέση της και ο Ρίτσαρντ τη μιμήθηκε. Του γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αλλά πριν βγει σταμάτησε. Χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει είπε χαμηλόφωνα:

«Να είσαι μαζί του ειλικρινής. Το μόνο που ζήτησε ο Τέρρυ και δεν έλαβε ποτέ είναι αγάπη και αλήθεια. Ξέρεις να τα προσφέρεις αυτά Ρίτσαρντ;».

Ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και πέφτοντας στο κρεβάτι ξέσπασε και πάλι σε λυγμούς. Η απρόσμενη επίσκεψη του Ρίτσαρντ ήρθε και αναστάτωσε τη ζωή της. Τον είχε μισήσει όσο κανέναν αυτόν τον άνθρωπο. Τον είχε αγαπήσει με όλη της την ψυχή και είχε δώσει τα πάντα γι'αυτόν, αλλά αυτός την πρόδωσε με τον χειρότερο τρόπο. Τον είχε μισήσει και είχε χύσει δάκρυα πικρά γι'αυτόν και το παιδί της. Με τα χρόνια όμως όλα τα συναισθήματα υποχώρησαν, καθώς ο χρόνος, ο καλύτερος γιατρός, γιατρεύει όλες τις πληγές. Και τώρα απλά δεν υπήρχε τίποτα μέσα της για αυτόν. Όμως σήμερα που τον είδε μπροστά της μετά από τόσα χρόνια, αυτά που είπε και κυρίως αυτά που δεν είπε, την είχαν αναστατώσει πολύ. Είχαν ξυπνήσει μέσα της δάκρυα χαράς και πίκρας, συναισθήματα αγάπης και μίσους. Πως ήταν δυνατόν; Μετά από τόσα χρόνια έκλαιγε και πάλι πικρά για αυτόν τον άντρα.


Η πόρτα χτύπησε και φάνηκε ο Αλεχάνδρο. Είχε έρθει να παραλάβει την αδερφή του. Όπως κάθε μέρα χαμογέλασε ευγενικά, καλημέρισε τη Σουζάνα και ρώτησε αν είναι έτοιμη η Κλαρίτα. Η Σουζάνα κοίταξε την Κλαρίτα να πλησιάζει όταν άκουσε έκπληκτη τη φωνή του Αλεχάνδρο να ρωτάει δειλά:

«Θα μπορούσα να περάσω μέσα;»

Η Σουζάνα τον κοίταξε έκπληκτη. Στην πολύμηνη γνωριμία τους αυτή ήταν η πρώτη φορά που έλεγε κάτι παραπάνω από έναν χαιρετισμό.

«Ναι. Ασφαλώς», απάντησε η Σουζάνα και τον παρότρυνε να περάσει στο σαλόνι.

Η κυρία Μάρλοου έμεινε έκπληκτη με την είσοδο του Αλεχάνδρο στο σπίτι της.

Ο Αλεχάνδρο πολύ ευγενικά και τολμηρά απευθύνθηκε στη Σουζάνα:

«Δεσποινίς Μάρλοου, η οικογένειά μου σας είναι υπόχρεη για τα μαθήματα και την προσοχή που δείχνετε στην αδερφή μου Κλάρα. Θα ήθελα λοιπόν σαν μικρή ένδειξη της ευγνωμοσύνης μας να σας προτείνω αν θα θέλατε να συνοδεύσετε εμένα και την αδερφή μου το Σάββατο σε μια εκδρομή λίγο έξω από την πόλη».

Η κυρία Μάρλοου πετάχτηκε έντρομη από τη θέση της:

«Έχετε πολύ θράσος νεαρέ μου να έρχεστε και να ζητάτε κάτι τέτοιο», φώναξε εκνευρισμένη.

Η Σουζάνα την κοίταξε θυμωμένη. Την ίδια θα την ευχαριστούσε πολύ μια τέτοια εκδρομή. Ο Τέρρυ και η μητέρα της δεν της είχαν προτείνει ποτέ μια βόλτα έξω από την πόλη και της φαινόταν εξαιρετική η ιδέα. Επιπλέον η απότομη και άσχημη συμπεριφορά της μητέρας της στον νεαρό άντρα την εξώθησε ακόμα περισσότερο να δεχτεί την πρόταση. Γύρισε προς το μέρος του Αλεχάνδρο που στεκόταν μαζεμένος μετά το ξέσπασμα την κυρίας Μάρλοου και τον ρώτησε ευγενικά με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της:

«Δεν θα σας ήταν βάρος η παρουσία μου;»

Ο Αλεχάνδρο αναθάρρεψε με την ερώτησή της. Την κοίταξε στα μάτια και βιαστικά της απάντησε:

«Κάθε άλλο!»

«Σε αυτή την περίπτωση, θα ήταν μεγάλη μου χαρά να σας συνοδεύσω στην εκδρομή σας. Σας ευχαριστώ που με συμπεριλάβατε στα σχέδιά σας».

Ο Αλεχάνδρο ένιωθε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Το γεγονός ότι θα πέρναγε τόσες ώρες παρέα με τη Σουζάνα, ήταν ένα ανέλπιστο γεγονός που ακόμα και ο ίδιος δεν πίστευε ότι θα συμβεί:

«Σας ευχαριστώ δεσποινίς Μάρλοου».

Έσκυψε το κεφάλι του ευχαριστημένος, πήρε την Κλαρίτα από το χέρι και έφυγαν από το διαμέρισμα.

Η κυρία Μάρλοου ήταν εξοργισμένη:

«Είναι απαράδεκτο. Εσύ; Με τους μετανάστες; Που ξανακούστηκε αυτό;»

«Μην κάνεις έτσι μητέρα. Δεν θα είσαι εκεί για να τους ανεχτείς. Άλλωστε, δεν θυμάμαι και πολλούς άλλους ανθρώπους να είναι πρόθυμοι να με πάνε εκδρομή και να ανεχτούν την αναπηρία μου. Θα έπρεπε να είσαι πιο ανεκτική με αυτούς τους ανθρώπους μητέρα. Είναι όλοι τους τόσο καλοί μαζί μου!»


Ο Τέρρυ καθόταν στο γραφείο του και διάβαζε όπως συνήθιζε να κάνει. Δίπλα του μια στοίβα από τσιγάρα μαρτυρούσε ότι και αυτό το βράδυ δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί. Την προσοχή του απέσπασε ο χτύπος στην πόρτα του διαμερίσματός του. Ποτέ δεν περίμενε επισκέψεις και για μια στιγμή σκέφτηκε να αγνοήσει το χτύπημα. Σε λίγο όμως η πόρτα ξαναχτύπησε. Ο Τέρρυ άφησε το βιβλίο του και νωχελικά σηκώθηκε και κινήθηκε προς την πόρτα. Μόλις την άνοιξε ακούστηκε ένα πνιχτό γελάκι:

«Χα! Εσένα κι αν δεν περίμενα να δω μπροστά μου!»

«Μπορώ να περάσω;»

«Αν νομίζεις ότι χωράει η μεγαλειότητά σου στο φτωχό διαμέρισμά μου, πέρνα», είπε ειρωνικά ο Τέρρυ.

Ο Ρίτσαρντ μπήκε αργά και περιεργάστηκε το μικρό διαμέρισμα. Ολόκληρο δεν έφτανε να συμπληρώσει ούτε καν τους χώρους του γραφείου του. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και στάθηκε.

Ο Τέρρυ συνέχισε με το ίδιο ύφος προς τον πατέρα του:

«Το προσωπικό απουσιάζει σήμερα. Μήπως θα ήθελες να σου ετοιμάσω ένα τσάι;»

«Όχι παιδί μου, σε ευχαριστώ», απάντησε ο Ρίτσαρντ.

'Παιδί μου;' σκέφτηκε ο Τέρρυ. 'Άλλο και τούτο πάλι!'.

«Δεν περίμενα να σε δω στην Αμερική».

«Ήρθα πριν λίγες μέρες».

«Και πότε φεύγεις; Ελπίζω σύντομα. Όπως ξέρεις δεν χωράνε εύκολα δύο Γκράντσεστερ σε μία χώρα».

«Θα σε απογοητεύσω, αλλά δεν έχω σκοπό να φύγω σύντομα».

Ο Τέρρυ κοίταξε τον πατέρα του απορημένος. Από τότε που έφυγε ο Ρίτσαρντ όταν ο Τέρρυ ήταν μικρός, δεν είχε ξαναγυρίσει στην Αμερική. Τι να τον έφερνε τώρα εδώ; Όσο περίεργος κι αν ήταν όμως ο Τέρρυ δεν είχε σκοπό να ρωτήσει περισσότερα. Αν ήθελε ο Δούκας θα του έλεγε:

«Μάλιστα! Αρκετά με τα τυπικά Δούκα Γκράντσεστερ. Αν δεν υπάρχει λόγος που ήρθες μέχρι εδώ, να μην σε κρατάω άλλο…»

«Υπάρχει. Ήθελα να σε συγχαρώ για την παράστασή σου. Δεν φανταζόμουν ποτέ πόσο εντυπωσιακά καλός μπορεί να ήσουν».

Ο Τέρρυ γύρισε απότομα το κεφάλι και τον κοίταξε. Ο Δούκας είδε παράστασή του; Αυτό κι αν δεν ήταν πρωτάκουστο:

«Εσύ σε παράσταση; Χα! Θα γελάσουμε πολύ σήμερα μου φαίνεται!», είπε επιθετικά ο Τέρρυ.

Ο Ρίτσαρντ ήταν προετοιμασμένος για τις αντιδράσεις του Τέρρενς. Ήξερε καλά τον ευέξαπτο και εριστικό χαρακτήρα του γιου του και δεν περίμενε τίποτα λιγότερο από μια επιθετική στάση απέναντί του. Ήταν όμως αποφασισμένος να προσπαθήσει για να πετύχει αυτό που ήθελε. Να κερδίσει την προσοχή του γιου του:

«Περίμενα νέα σου όταν σου έστειλε το τηλεγράφημα η Μαρία…»

«Ποιο τηλεγράφημα; Δεν έλαβα κανένα τηλεγράφημα από τη χοντρέλα σου».

Ο Ρίτσαρντ ξαφνιάστηκε. Η Μαρία τον είχε διαβεβαιώσει ότι ειδοποίησε τον γιο του για την ασθένειά του όπως της είχε με δυσκολία ζητήσει ο ίδιος, έτσι ώστε να είναι έτοιμος για να διαδεχτεί τον τίτλο του. Είχε ενοχληθεί από την αδιαφορία του Τέρρενς, αλλά θεώρησε ότι ήταν απλά ένα ακόμα ξέσπασμα του εκκεντρικού χαρακτήρα του. Φαίνεται όμως τελικά ότι ο Τέρρενς δεν είχε ειδοποιηθεί ποτέ και ότι η Μαρία του είχε πει ψέματα.

Ο Τέρρυ πρόσεξε την ξαφνιασμένη αντίδραση του Δούκα και άρπαξε την ευκαιρία:

«Σε δουλεύει μάλλον για τα καλά η 'γυναικούλα σου'».

Ο Ρίτσαρντ όμως δεν έχασε επίσης την ευκαιρία και βιαστικά συμπλήρωσε:

«Δεν είναι πια 'γυναικούλα μου'. Πήρα διαζύγιο», κερδίζοντας έτσι και πάλι την προσοχή του Τέρρυ, που τον κοίταξε απορημένος.

«Και τώρα που έχω την προσοχή σου, πιστεύεις ότι θα μπορούσαμε να συζητήσουμε σε πιο ήρεμο τόνο; Ευχαρίστως θα έπινα λίγο τσάι αν ακόμα ισχύει η προσφορά σου», είπε επιβλητικά ο Ρίτσαρντ.

Ο Ρίτσαρντ αφηγήθηκε στον Τέρρενς την περιπέτεια της υγείας του. Ο Τέρρυ δαγκώθηκε όταν έμαθε για το έμφραγμα του Ρίτσαρντ. Όποια κι αν ήταν τα αισθήματα για τον πατέρα του, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση την υγεία του κλονισμένη. Παρ'όλα αυτά δεν άφησε τον πατέρα του να καταλάβει τα πραγματικά του συναισθήματα. Συνέχισε να τον κοιτάζει όσο πιο ψυχρά και ανέκφραστα μπορούσε. Όταν όμως άκουσε για το διαζύγιό του δεν μπορούσε να μην σχολιάσει:

«Τι ήταν κι αυτό πάλι; Ποιος θα το περίμενε από τον Δούκα των Γκράντσεστερ να αμαυρώσει έτσι την τιμή και τη δόξα του ονόματος!»

«Τέρρενς, γιέ μου, έρχεται μια στιγμή στη ζωή μας που συνειδητοποιούμε ότι όλα τα σταυροδρόμια που βρέθηκαν στο δρόμο μας, μας οδήγησαν σε μια κατεύθυνση που οι ίδιοι επιλέξαμε. Η πείρα όμως που έρχεται με το ταξίδι της ζωής, μας δείχνει κάποιες φορές ότι σε κάποια σταυροδρόμια μας, πήραμε τη λάθος κατεύθυνση. Είναι πια στο χέρι του καθενός αν θα φροντίσει να γυρίσει πίσω στο λάθος σταυροδρόμι, όσο επίπονο κι αν είναι, όσες θυσίες και υποχωρήσεις κι αν πρέπει να κάνει, για να τραβήξει προς τη σωστή κατεύθυνση».

Ο Τέρρενς ένιωθε ότι τα λόγια του πατέρα του άγγιζαν μια ευαίσθητη περιοχή της καρδιάς του. Ο ίδιος είχε ήδη βρεθεί σε τέτοια σταυροδρόμια και ήξερε πολύ καλά το δίλημμα και την αμφιβολία για το αν τελικά βαδίζεις στο σωστό μονοπάτι. Μη θέλοντας να δείξει στον πατέρα του ότι τον πλησίαζε επικίνδυνα αμύνθηκε με τον τρόπο που γνώριζε καλύτερα. Την επίθεση:

«Κι έτσι αποφάσισες ότι η χοντρέλα ήταν η λάθος επιλογή;»

«Πες το κι έτσι. Αποφάσισα ότι το λάθος σταυροδρόμι μου ήταν πριν το γάμο μου με τη Μαρία και έπρεπε να πισωγυρίσω αρκετά. Δεν είμαι εδώ όμως για εκείνη. Το φαντάζεσαι αυτό. Είμαι εδώ για το σταυροδρόμι που ακολούθησα όταν επέλεξα για λάθος λόγους να εγκαταλείψω εσένα».

Ο Ρίτσαρντ έκανε παύση ζυγίζοντας τις αντιδράσεις του γιου του. Ο Τέρρενς είχε αρχίσει να μαλακώνει από τα λόγια του πατέρα του, οι άμυνές του όμως κράταγαν ακόμα καλά. Έτσι διάλεξε να συνεχίσει αποφασιστικά:

«Δεν διαφέρουμε πολύ εμείς οι δύο Τέρρενς. Σωστά θα μαντεύεις πόσο δύσκολο μου είναι να είμαι σήμερα εδώ. Έχω μακρύ δρόμο ακόμα γιε μου και ελπίζω ότι οι δρόμοι οι δικοί μας κάποτε θα συναντηθούν».

Ο Ρίτσαρντ ένιωσε ότι δεν έπρεπε να πιέσει άλλο τον Τέρρενς. Θα έπρεπε να του δώσει χρόνο να συνηθίσει τη νέα τάξη πραγμάτων στη ζωή του Δούκα και το κυριότερο να σκεφτεί και να αποφασίσει πως θέλει ο Τέρρενς να διαχειριστεί τη σχέση τους. Σηκώθηκε από τη θέση του και προχώρησε προς την πόρτα:

«Θα μείνω αρκετό καιρό στη Νέα Υόρκη. Αν και δεν μου αρέσει το κλίμα εδώ, ίσως θα πρέπει να αρχίσω να το συνηθίζω. Θα ξαναβρεθούμε γιέ μου», είπε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το διαμέρισμα του Τέρρενς. Απότομα και ξαφνικά. Ακριβώς όπως εμφανίστηκε.

Ο Τέρρυ κινήθηκε προς το παράθυρο. Είδε τον πατέρα του να απομακρύνεται. Ένιωσε μια περίεργη σύνδεση μαζί του σήμερα. Άραγε ο ίδιος τραβούσε το σωστό δρόμο στη ζωή του; Στη σκέψη του ήρθε η μορφή της Σουζάνα. Ο Τέρρυ προσπάθησε να απομακρύνει τη μορφή της από το νου του. Άραγε θα συνέβαινε κάποτε το ίδιο στη ζωή του Τέρρυ; Ποιο είναι τελικά το σημείο που βλέπεις ότι έχεις πάρει τον λάθος δρόμο; Έρχεται η στιγμή που το συνειδητοποιούν όλοι αυτό ή κάποιοι δεν το συνειδητοποιούν ποτέ; Πόσο μακρύς να είναι ο Γολγοθάς του Ρίτσαρντ για να αναγκαστεί να ρίξει τόσο πολύ την υπερηφάνεια του και να παρακολουθήσει τον Τέρρυ να παίζει; Αλλάζει τελικά ο άνθρωπος; Δικαιούται δεύτερες ευκαιρίες ή όχι; Και ποιος ήταν αυτός για να τον κρίνει, όταν και ο ίδιος είχε κάνει ήδη στη σύντομη ζωή του τα ίδια λάθη για τα οποία τόσα χρόνια κατέκρινε τον πατέρα του; Ποιος ήταν αυτός για να μην του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία όταν ο ίδιος θα πούλαγε την ψυχή του στο διάβολο για να έχει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή του!


Ο Τέρρυ μπήκε στο αυτοκίνητό του και οδήγησε σκεφτικός μέχρι το σπίτι της Έλενορ Μπέικερ.

«Αγόρι μου, τι ευχάριστη έκπληξη είναι αυτή!», είπε η Έλενορ μόλις κατέβηκε στο σαλόνι.

«Ήθελα να σου μιλήσω».

«Μα και βέβαια μωρό μου. Πες μου», είπε τρυφερά η Έλενορ.

«Ξέρεις... Ήρθε ο Δούκας να με βρει», είπε διστακτικά ο Τέρρυ.

«Το ξέρω Τέρρυ. Ήρθε να δει κι εμένα», είπε η Έλενορ ξαφνιάζοντας το γιό της.

«Εσένα;», ρώτησε έκπληκτος ο Τέρρυ.

«Την ίδια έκπληξη είχα κι εγώ όταν τον είδα», συμπλήρωσε η Έλενορ.

«Τελικά ο θάνατος αλλάζει τον άνθρωπο;» αναρωτήθηκε δυνατά ο Τέρρυ μη πιστεύοντας ότι ο Δούκας πλησίασε τη μητέρα του.

«Ο θάνατος; Μα τι είναι αυτά που λες Τέρρυ;», ρώτησε τρομαγμένη η Έλενορ.

«Μα δεν σου είπε για την υγεία του;»

«Όχι!», είπε αναστατωμένη ο Έλενορ. Τι μπορεί να συνέβαινε στον Ρίτσαρντ; Δεν της είχε πει τίποτα, αλλά ο Τέρρυ ανέφερε τη λέξη θάνατος. Συνέβαινε κάτι; Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά.

«Και τότε, τι ήρθε να κάνει; Να σου πει για το διαζύγιο με τη χοντρέλα του;»

«Το ποιο;», είπε ακόμα πιο έκπληκτη η Έλενορ.

«Ούτε αυτό σου είπε;»

«Όχι!», απάντησε η Έλενορ σαστισμένη.

«Ε, και τότε τι άλλο ήθελε να σου πει», ρώτησε ο Τέρρυ και την κοιτούσε σαν χαμένος.

«Ανησυχούσε για σένα αγόρι μου. Εσύ είσαι το μόνο μας κοινό σημείο», απάντησε η Έλενορ.

«Σωστά…. Όμως… Πως σου φάνηκε; Ήταν αλλαγμένος;»

«Αλλαγμένος; Από πότε; Έχω να τον δω σχεδόν 15 χρόνια. Ναι, σίγουρα ήταν αλλαγμένος από τότε!», απάντησε η ηθοποιός.

«Σωστά! Δεν μπορείς να ξέρεις. Εμένα όμως μου φάνηκε αλλαγμένος», είπε ο Τέρρυ και το ύφος του πρόδιδε μια συμπάθεια που η Έλενορ δεν περίμενε να δει.

«Τέρρυ αγόρι μου, δώσε μια ευκαιρία στον πατέρα σου. Φαίνεται να προσπαθεί πολύ για να σε κερδίσει», συμβούλεψε η Έλενορ το γιό της.

«Δεν ξέρω αν μπορώ να τον εμπιστευτώ», εξομολογήθηκε ο Τέρρυ στη μητέρα του.

«Ακολούθησε το ένστικτό σου μωρό μου», είπε απαλά η Έλενορ.

Ο Τέρρυ γύρισε και κοίταξε τη μητέρα του. Παρόλα όσα είχαν συμβεί μεταξύ αυτής και του Δούκα, η ίδια δεν γύρισε να μιλήσει άσχημα γι'αυτόν. Σχεδόν τον υπερασπίστηκε μάλιστα:

«Έχεις δίκιο μητέρα. Θα ακολουθήσω το ένστικτό μου», ο Τέρρυ έσκυψε και φίλησε τη μητέρα του. «Φεύγω τώρα να συναντήσω τον Ρόμπερτ», είπε και απομακρύνθηκε προς την έξοδο.

«Τέρρυ», τον σταμάτησε η φωνή της μητέρας του.

«Ναι;», ρώτησε ο Τέρρυ.

«Τι συμβαίνει με την υγεία του;», ρώτησε διακριτικά η Έλενορ.

Ο Τέρρυ γύρισε και την κοίταξε. Κάτι στη φωνή της πρόδιδε ανησυχία. Θα μπορούσε πράγματι αυτή η γυναίκα να ανησυχεί για τον πατέρα του; Θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα τους ξαναέβλεπε μαζί ακόμα κι αυτό σημαίνει να βρίσκονται απλά στον ίδιο χώρο; Ο Δούκας γιατί να την είχε συναντήσει άραγε;

«Τίποτα το οποίο θα έπρεπε να σε ανησυχεί», της είπε και της εξήγησε τι του είχε συμβεί.

Η Έλενορ τον παρακολουθούσε προσεχτικά. Μια τόσο άριστη ηθοποιός μπορούσε να κρύψει τις πραγματικές της σκέψεις, μπόρεσε όμως να ξεγελάσει και τον ίδιο της τον γιο;

«Γιατί όμως με ρώτησες;», τη ρώτησε ο Τέρρυ στο τέλος.

«Απλή περιέργεια», απάντησε αδιάφορα η Έλενορ.

Στο πρόσωπο του Τέρρυ χαράχτηκε ένα λοξό χαμόγελο. Έσκυψε κοντά της και της είπε χαμηλόφωνα:

«Μαμά, έχεις αρχίσει να χάνεις το υποκριτικό σου ταλέντο. Να το προσέξεις αυτό», τη φίλησε στο μάγουλο και βγήκε από το σαλόνι, αφήνοντας την Έλενορ μουδιασμένη και ακίνητη στη θέση της.


Το Σάββατο το πρωί ο Αλεχάνδρο πέρασε με το αυτοκίνητό του να πάρει τη Σουζάνα. Η Σουζάνα ήταν πολύ ενθουσιασμένη με αυτή την εκδρομή. Όλο το προηγούμενο απόγευμα σκεφτόταν πως θα μπορούσε να εξελιχθεί. Ονειρευόταν δρόμους μακρινούς με εικόνες που δεν είχε ξαναδεί και πράσινα μεγάλα λιβάδια γεμάτα λουλούδια.

Όταν χτύπησε η πόρτα του διαμερίσματος ήταν όλο χαρά. Η κυρία Μάρλοου μετά από μεγάλο διαπληκτισμό μεταξύ μητέρας και κόρης, κατέβασε τη Σουζάνα μέχρι το αυτοκίνητο και την έβαλε μέσα. Τους ευχήθηκε καλό δρόμο και γύρισε στο διαμέρισμά της.

Σε όλη τη διαδρομή ο Αλεχάνδρο είχε την προσοχή του επικεντρωμένη στο δρόμο, όμως με κάθε ευκαιρία ξέκλεβε κάποια ματιά στη Σουζάνα που καθόταν στο διπλανό κάθισμα.

Η Κλαρίτα τραγούδαγε και έκανε πειράγματα συνεχώς.

Η Σουζάνα μίλαγε και τραγούδαγε με την Κλαρίτα, αλλά κυρίως κοίταγε το τοπίο γύρω της. Μόλις άφησαν πίσω τους τη μεγάλη πόλη το τοπίο που έβλεπε μπροστά της την ενθουσίαζε. Είχε κάνει κάποια ταξίδια με τρένο κατά τη διάρκεια των θεατρικών περιοδειών, αλλά δεν είχε πάει ποτέ της εκδρομή εκτός πόλης. Τα ψηλά δέντρα που τύλιγαν τον μακρύ δρόμο την έκαναν να τα κοιτάει σαν μωρό παιδί. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός της που κάποιες φορές δεν άκουγε την Κλαρίτα που της απευθυνόταν.

Όταν μετά από δυο ώρες έφτασαν στον προορισμό τους ο Αλεχάνδρο την κράτησε από το χέρι για να μπορέσει να βγει από το αυτοκίνητο και να κάτσει στο καροτσάκι. Η Κλαρίτα έβγαλε το καλαθάκι του πικ-νικ και ξεχύθηκε στο δάσος. Είχε έρθει πολλές φορές σε αυτό το σημείο εκδρομή με τον αδερφό της. Έφτασε κάτω από ένα τεράστιο δέντρο δίπλα από το μικρό ποταμάκι που κύλαγε απαλά και άπλωσε τη μεγάλη κουβέρτα που είχε μαζί της. Λίγο αργότερα έφτασε και ο Αλεχάνδρο με τη Σουζάνα. Φτάνοντας όμως εκεί διαπίστωσαν ότι το καροτσάκι της Σουζάνα δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι το δέντρο, λόγο της ανωμαλίας του εδάφους. Η Σουζάνα απογοητεύτηκε μόλις το συνειδητοποίησε, αλλά δεν ήθελε να προκαλέσει αναστάτωση. Χαμογέλασε τρυφερά και είπε στον Αλεχάνδρο:

«Θα μπορούσα να κάτσω κι εδώ. Είμαι μια χαρά».

«Μέσα στον ήλιο; Όχι. Δεν είναι σωστό».

Ο Αλεχάνδρο γύρισε και κοίταξε τη Σουζάνα. Δειλά και με ένα σοβαρό ύφος της απευθύνθηκε:

«Δεσποινίς Μάρλοου, θα μου επιτρέψετε να σας μεταφέρω εγώ μέχρι εκείνο το σημείο;»

Η Σουζάνα σάστισε. Πριν προλάβει να απαντήσει η Κλαρίτα εξέφρασε την παιδική της γνώμη φωνάζοντας:

«Τι ρωτάς Αλεχάνδρο; Βοήθησέ την να κατέβει μέχρι εδώ! Θέλει και ερώτημα κάτι τέτοιο;»

Η Σουζάνα χαμογέλασε ντροπαλά και ο Αλεχάνδρο την πλησίασε. Τη βοήθησε να σηκωθεί και στη συνέχεια τη σήκωσε στα χέρια του. Η Σουζάνα πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του για να κρατήσει στην ισορροπία της. Όταν ένιωσε τα χέρια του Αλεχάνδρο να τυλίγονται γύρω της, ένιωσε να ανατριχιάζει. Μέχρι τώρα μόνο ο Τέρρυ την είχε μεταφέρει έτσι και αυτό έμοιαζε τόσο φυσικό που δεν της προκαλούσε καμία εντύπωση, όμως τώρα, στα χέρια του Αλεχάνδρο, ένιωθε αναστατωμένη, τρομαγμένη, φοβισμένη αλλά και ενθουσιασμένη. Δεν μπορούσε να περιγράψει το συναίσθημα.

Βέβαια ο δυνατός Αλεχάνδρο μετέφερε την μικροκαμωμένη Σουζάνα σαν πούπουλο και μέχρι να ολοκληρώσει τις σκέψεις της η Σουζάνα ένιωσε τον Αλεχάνδρο να την τοποθετεί απαλά πάνω στην κουβέρτα.

«Αυτό ήταν μόνο», της είπε χαμογελαστά κι αυτή τον ευχαρίστησε.

Οι ώρες κυλούσαν πολύ όμορφα. Η μικρή Κλαρίτα δεν χόρταινε να πειράζει και να παίζει με τον αδερφό της, ο οποίος έδειχνε ανεξάντλητη όρεξη να παίξει μαζί της. Η Σουζάνα δεν μπορούσε βέβαια να παίξει κυνηγητό μαζί τους, αλλά τους κοίταζε με μεγάλη ευχαρίστηση να διασκεδάζουν.

Η Σουζάνα απολάμβανε το ωραίο τοπίο. Έκατσαν όλοι μαζί και μίλησαν. Για τα μαθήματα της Κλαρίτα, για τη δουλειά του Αλεχάνδρο, για το θέατρο. Ο πάγος μεταξύ της Σουζάνα και του Αλεχάνδρο δεν άργησε να σπάσει και έτσι όλοι μαζί έπαιξαν, γέλασαν, έφαγαν. Η Σουζάνα απήγγειλε τους αγαπημένους στίχους της Κλαρίτα από τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Τα δύο αδέρφια άκουγαν μαγεμένα τη Σουζάνα να απαγγείλει τους σαιξπηρικούς στίχους. Η ηθοποιός ήταν πραγματικά άριστη σε αυτό το ρόλο. Η Σουζάνα απήγγειλε:

«…Αυτό θα το'θελα κι εγώ, μα σίγουρα
θα σ'επνιγαν τα στοργικά μου χάδια.
Καληνύχτα, καληνύχτα.
Τότε η πίκρα του χωρισμού έχει μια γλύκα τόση…»

«…που καληνύχτα θα σου λέω μέχρι να ξημερώσει!» συμπλήρωσε η Κλαρίτα κοιτάζοντας ονειροπαρμένα τη Σουζάνα και συνέχισε:

«Αχ Σουζάνα ήσουν τόσο καλή! Πες το μου ξανά», ζήτησε η κοπέλα και η Σουζάνα χαμογέλασε.

Όμως η Κλαρίτα δεν ήταν η μόνη που κοίταγε ονειροπαρμένα τη Σουζάνα. Ο Αλεχάνδρο παρακολουθούσε σιωπηλός τη νεαρή ηθοποιό και τα συνεπαρμένα μάτια του ήταν γεμάτα θαυμασμό. Πόσο του άρεσε να ακούει τη μελωδική φωνή της να απαγγέλει τόσο τρυφερά λόγια! Το πρόσωπό της έλαμπε όταν απήγγειλε αυτούς τους στίχους. Ο Αλεχάνδρο δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της.

Η Σουζάνα ήταν κολακευμένη με την προσοχή που της έδειχνε ο Αλεχάνδρο. Όταν ήρθε πια η ώρα να φύγουν και ο Αλεχάνδρο τη σήκωσε στα χέρια του για να τη μεταφέρει, η Σουζάνα ένιωσε πιο άνετα και όμορφα μαζί του. Χωρίς το πρωινό άγχος και τις αναστολές, παρατηρούσε τα όμορφα χαρακτηριστικά του όσο αυτός την είχε στα χέρια του.

Στο δρόμο της επιστροφής τα πράγματα ήταν πιο ήσυχα. Η μικρή Κλαρίτα εξαντλημένη κοιμήθηκε. Ο Αλεχάνδρο δεν μίλαγε και πολύ στη διαδρομή. Η Σουζάνα κοίταζε τον ήλιο που ετοιμαζόταν να πέσει καθώς πλησίαζαν στην πόλη και έφερνε και πάλι στη μνήμη της τις πολύ όμορφες στιγμές που έζησε εκείνη την ημέρα. Άραγε θα μπορούσε ποτέ να περάσει τόσο ευτυχισμένες στιγμές με τον Τέρρυ; Εκείνος δεν έδειχνε ποτέ παρόν στις βόλτες τους. Ήταν πάντα αφοσιωμένος στον δικό του κόσμο. Ένιωθε πως μαζί του δεν θα μπορούσε να περάσει ποτέ μια τόσο ευτυχισμένη μέρα και ήξερε κατά βάθος ότι πράγματι ήταν έτσι.

Γύρισε και κοίταξε τον Αλεχάνδρο που κοιτούσε απορροφημένος το δρόμο:

«Αλεχάνδρο;» είπε γλυκά.

Ο Αλεχάνδρο μόλις άκουσε αιφνίδια την τρυφερή φωνή της να καλεί το όνομά του κόντεψε να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου:

«Ορίστε;» τη ρώτησε προσπαθώντας να διατηρήσει την ευθεία πορεία του οχήματος.

«Σε ευχαριστώ πολύ για όσα έκανες σήμερα. Ήταν μια πολύ όμορφη ημέρα για μένα».

Ο Αλεχάνδρο της χαμογέλασε:

«Εγώ σε ευχαριστώ για όσα κάνεις για την οικογένειά μου. Μια ασήμαντη εκδρομή δεν μπορεί να ανταμείψει την καλοσύνη σου».

«Για μένα δεν ήταν ασήμαντη Αλεχάνδρο. Δεν υπάρχουν ποτέ στη ζωή μου τέτοιες μέρες».

«Αξίζεις πολλές τέτοιες μέρες», είπε αυθόρμητα και αμέσως μετάνιωσε που είπε δυνατά τη σκέψη του.

Η Σουζάνα ανταπέδωσε αμέσως τη φιλοφρόνηση εγκάρδια:

«Μακάρι να υπήρχαν περισσότεροι καλοί άνθρωποι σαν εσένα Αλεχάνδρο».