Η Κάντυ έπεσε εξουθενωμένη στο κρεβάτι της. Άλλη μια κουραστική ημέρα είχε περάσει. Αυτή η κούραση όμως την ευχαριστούσε. Το να βοηθάει ανθρώπους να γίνουν καλά δεν ήταν ποτέ κάτι που την έκανε να βαρυγκωμεί. Γύρισε το κεφάλι της στο κομοδίνο και είδε το απόκομμα της εφημερίδας που είχε κρατήσει. Το πήρε στα χέρια της τρυφερά και κοίταξε τη φωτογραφία του Τέρρυ 'Αχ! Τέρρυ. Πόσο μου έχεις λείψει;' Έφερε εικόνες στο νου της από τις μέρες του κολλεγίου, από τις διακοπές στη Σκωτία, το τρένο που τον έπαιρνε μακριά της και μετά στο νοσοκομείο… Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Κοίταζε και ξανακοίταζε τη φωτογραφία. Η σκέψη να πάει να τον δει φαινόταν κάθε μέρα και πιο δελεαστική. Με τη σκέψη του Τέρρυ η Κάντυ αποκοιμήθηκε.


Η Έλενορ μπήκε εξαντλημένη στο καμαρίνι της. Η παράσταση είχε τελειώσει, αλλά η ίδια ήταν πολύ κουρασμένη. Έβγαλε την περούκα της και την πέταξε άτσαλα σε μια καρέκλα, ενώ η ίδια σωριάστηκε σε μια άλλη. Ευτυχώς σε λίγο τέλειωναν οι παραστάσεις και η ίδια είχε υποσχεθεί στον εαυτό της μια περίοδο απόλυτης ξεκούρασης. Την επόμενη σαιζόν δεν θα ανέβαζε καμία παράσταση. Η πόρτα από το καμαρίνι χτύπησε:

«Εμπρός!»

Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο μικρός βοηθός του θεάτρου με μια αγκαλιά κόκκινα και λευκά τριαντάφυλλα:

«Αυτά είναι για σας», είπε και τα έδωσε στην ηθοποιό.

«Ευχαριστώ», είπε η Έλενορ παίρνοντας στα χέρια της την κάρτα και ανοίγοντάς την:

Ήσουν εκπληκτική!
Δ. Ρ. Γκράντσεστερ

Η Έλενορ έσκισε την κάρτα και την πέταξε. Πήρε τα λουλούδια και νευριασμένα τα πέταξε μπροστά από την πόρτα του καμαρινιού της κλείνοντας την πόρτα με θόρυβο:

'Πρέπει να προσπαθήσεις πολύ περισσότερο Ρίτσαρντ', σκέφτηκε καθώς ξανακάθισε εκνευρισμένα στην καρέκλα της.

Ο Ρίτσαρντ που πλησίασε το καμαρίνι της είδε τα λουλούδια ριγμένα απ'έξω. Αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να χτυπήσει και έκανε αναστροφή. Μπορεί να έχασε τη μάχη, αλλά ήταν αποφασισμένος να κερδίσει τον αγώνα.


Το επόμενο πρωινό η Κάντυ πήγε στο γραφείο του Άλμπερτ. Ο Άλμπερτ όπως πάντα ήταν εκεί από νωρίς:

«Κάντυ, τι ευχάριστη έκπληξη είναι αυτή μικρή μου;», είπε ο Άλμπερτ και αγκάλιασε την Κάντυ που είχε ήδη προσγειωθεί στην αγκαλιά του.

«Οι μπελάδες ήρθαν πρωί-πρωί να σε βρουν Άλμπερτ».

«Τι ετοιμάζεις πάλι;», ρώτησε καχύποπτα ο Άλμπερτ.

Η Κάντυ τον κοίταξε σοβαρά:

«Άλμπερτ, θέλω να τον δω».

Ο Άλμπερτ την κοίταξε διστακτικά:

«Είσαι έτοιμη;»

«Ναι Άλμπερτ είμαι. Θα πάω να τον δω στο θέατρο».

«Θα τον ειδοποιήσεις ότι πας;»

«Όχι-όχι! Δε νομίζω να μπορώ να του μιλήσω. Αλλά θα ήθελα πολύ να τον δω. Μετά βλέπουμε. Σκέφτομαι να πάω σύντομα».

«Θέλεις να πάμε παρέα αυτό το σαββατοκύριακο;»

«Άλμπερτ μπορώ να πάω και μόνη μου. Δεν θέλω να σε βάζω σε κόπο».

«Κανένας κόπος μικρή μου. Άλλωστε θα είναι μια ευκαιρία να δω και τις δουλειές στη Νέα Υόρκη».

«Ω! Άλμπερτ! Πότε θα σταματήσει να μιλάς για δουλειές;»

«Όταν θα έρθει εκείνη η μέρα θα είσαι η πρώτη που θα το μάθεις. Φρόντισε να είσαι έτοιμη την Παρασκευή το μεσημέρι. Εντάξει μικρή μου; Τα υπόλοιπα θα τα ρυθμίσω εγώ».

Το τρένο διέσχιζε γρήγορα τις αποστάσεις, όμως το ταξίδι ήταν μακρύ. Η Κάντυ κοίταζε έξω από το παράθυρό της το τοπίο χωρίς να μπορεί να αποσπάσει τη σκέψη της από τον Τέρρυ. Λαχταρούσε τόσο πολύ να τον δει! Ήξερε ότι δεν μπορεί ποτέ ξανά να είναι δικός της, αλλά παρόλα αυτά ήθελε να τον ξαναδεί. Να δει τα μάτια του να λάμπουν και να θαυμάσει την παράσταση. Άλλωστε όφειλε στον εαυτό της αυτή την παράσταση. Μια φορά τον είχε δει μόνο να παίζει και αυτό σε έναν μικρό ρόλο. Τώρα όμως ήταν πρωταγωνιστής. Όλο το Μπρόντγουαιη μίλαγε γι'αυτόν. Ήταν σίγουρη ότι ο Τέρρυ θα ήταν εξαίσιος ηθοποιός, αλλά ήθελε πολύ να μπορέσει να τον θαυμάσει και η ίδια.

Ο Άλμπερτ την παρακολουθούσε σιωπηλός. Τι κρίμα για αυτά τα δυο παιδιά να αγαπιούνται τόσο πολύ και όμως να μην μπορούν να είναι μαζί! Θυμήθηκε τον πόνο στα μάτια του Τέρρυ και μελαγχόλησε. Θυμήθηκε και ένα άλλο ζευγάρι γαλανά μάτια να κάθεται δίπλα του και να συζητάν ώρες ατελείωτες. Να τον πειράζει και να του χαμογελάει. 'Γιατί η μοίρα να είναι τόσο σκληρή με τους ανθρώπους;' αναρωτήθηκε.

«Προσπάθησε να κοιμηθείς λίγο», είπε ανήσυχα στην Κάντυ.

«Ναι, Άλμπερτ θα προσπαθήσω», είπε η Κάντυ και ξαναχάθηκε στις σκέψεις της και στον ήχο του τρένου που ταξίδευε γρήγορα.

Ο Άλμπερτ άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βοήθησε την Κάντυ να βγει. Η Κάντυ πέρασε το χέρι της γύρω από το μπράτσο του και τον ακολούθησε. Κατευθύνθηκαν αμέσως στο θεωρείο τους. Η Κάντυ προσπαθούσε να είναι όσο πιο διακριτική μπορούσε. Η καρδιά της χτύπαγε σαν τρελή. Όλα θύμιζαν όλο και περισσότερο τον Τέρρυ. Οι αφίσες έξω από το θέατρο, τα σχόλια του κόσμου στους διαδρόμους που μιλούσαν γι'αυτόν με θαυμασμό, το όνομά του γραμμένο με μεγάλα γράμματα.

Έκατσε στο θεωρείο δίπλα στον Άλμπερτ. Ο κόσμος είχε αρχίσει να γεμίζει τα καθίσματα. Καλοντυμένοι κύριοι και κυρίες μίλαγαν μεταξύ τους για την παράσταση που έκλεψε τις εντυπώσεις και για τον Γκράντσεστερ που κέρδισε τις καλύτερες κριτικές του κοινού με την ερμηνεία του. Η πολυτέλεια του θεάτρου ήταν εντυπωσιακή. Η Κάντυ σκέφτηκε πόσο διαφορετικός ήταν ο χώρος από το θέατρο του Ρόκστοουν. Η καρδιά της γέμισε με υπερηφάνεια για τον Τέρρυ καθώς σκεφτόταν ότι σε τέτοια θέατρα του αρμόζει να είναι πρωταγωνιστής.

Τις σκέψεις τις διέκοψαν τα φώτα που έσβησαν σιγά-σιγά. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Δεν είδε από την πρώτη σκηνή να εμφανίζεται και αυτό την έκανε να αγωνιά περισσότερο.

Ο Τέρρυ εμφανίστηκε επιβλητικός στη σκηνή. Με ορθωμένο ανάστημα και καθαρή φωνή μάγευε τους θεατές που τον παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι. Ανάμεσα όμως στο κοινό σήμερα ήταν και δυο σμαραγδένια μάτια που δεν έπαψαν στιγμή να τον θαυμάζουν.

Η Κάντυ τον κοίταγε μαγεμένη. Αν τον θυμόταν όμορφο, σήμερα της φαινόταν ωραιότερος. Τα γαλαζοπράσινα μάτια του ήταν λαμπερά. Η φωνή του μια μελωδία στα αυτιά της. Τον θαύμαζε και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Δάκρυα χαράς που τον έβλεπε μετά από τόσο καιρό. Χαράς που ο Τέρρυ έδινε μια άριστη ερμηνεία. Δάκρυα λύπης που μπορούσε να τον βλέπει μόνο από μακριά. Που ποτέ ξανά δεν θα μπορούσε να νιώσει τα χέρια του να την τυλίγουν. Που ποτέ ξανά δεν θα μπορούσε να ακούσει τη φωνή του να καλεί το όνομά της.

Η Κάντυ δεν σταμάτησε να κλαίει ούτε λεπτό. Πόσο της είχε λείψει ο Τέρρυ! Πόσο πολύ τον αγαπούσε ακόμα! Η καρδιά της πόναγε μόνο που τον αντίκρισε. Και τι δεν θα 'δινε για να την έπαιρνε και πάλι στην αγκαλιά του.

Ο Άλμπερτ την κοίταγε να κλαίει απαρηγόρητη ανήμπορος να κάνει κάτι για να απαλύνει τον πόνο της. Μόλις τελείωσε η παράσταση, η Κάντυ γύρισε και τον κοίταξε:

«Πάμε Άλμπερτ;»

«Δεν θα πας να τον δεις;»

«Δεν μπορώ να τον δω Άλμπερτ!», είπε η Κάντυ και η φωνή της μόλις που ακουγόταν.

«Καταλαβαίνω μικρή μου. Ακολούθησέ με», της είπε και η Κάντυ στηρίχτηκε επάνω του.

«Άλμπερτ. Σ'ευχαριστώ που είσαι εδώ. Τελικά δεν θα μπορούσα να το κάνω μόνη μου».

«Πάντα κάπου εδώ κοντά θα είμαι για σένα μικρή μου», την καθησύχασε ο Άλμπερτ.

Ο Τέρρυ έπιασε μια κίνηση στο πρώτο θεωρείο στο τέλος της παράστασης. Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε, αλλά ο Τέρρυ ήταν σχεδόν σίγουρος ότι είδε τη φιγούρα του Άλμπερτ. Υποκλίθηκε στο κοινό και αποχώρησε από τη σκηνή.


Γύρισε στο καμαρίνι του. Και αυτή η παράσταση είχε πάει καλά. Ίσως πιο καλά από άλλες. Άλλαξε ρούχα και έκατσε μπροστά στον καθρέφτη. Έμεινε για ώρα να κοιτάζει αφηρημένος το είδωλό του. Σήμερα κάτι παράξενο του συνέβαινε. Ένα βάρος στο στήθος. Ένας πόνος στην καρδιά του. 'Κάντυ', σκέφτηκε, 'που να είσαι απόψε φακιδομουτράκι μου;'

Έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι και το ήπιε μονομιάς. Έβγαλε τα ρούχα που μόλις είχε φορέσει και βολεύτηκε στον καναπέ. Απόψε δεν ήθελε να φύγει από το θέατρο. Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι του. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Απόψε ήθελε να μείνει μόνος στο καμαρίνι του. Έβγαλε από την τσέπη του την παλιά φυσαρμόνικα και ξεκίνησε να παίζει έναν παλιό σκωτσέζικο μελαγχολικό σκοπό.


Η Έλενορ μπήκε και πάλι στο καμαρίνι της μετά την παράσταση. Έκπληκτη είδε και πάλι μπροστά της μια αγκαλιά άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα. Χαμογέλασε ικανοποιημένη. Δεν υπήρχε κάρτα, αλλά εκείνη ήξερε από ποιον ήταν. Πριν δυο βδομάδες ο Ρίτσαρντ της είχε στείλει μια ίδια αγκαλιά λουλούδια. Η ίδια εκνευρισμένη τα είχε πετάξει. Όλη την επόμενη εβδομάδα ο Ρίτσαρντ συνέχισε να της στέλνει λουλούδια, χωρίς κάρτα, τα οποία όλα είχαν την ίδια τύχη με τα πρώτα.

Μετά όμως τα λουλούδια σταμάτησαν. Για μια βδομάδα δεν είχε νέα του. Σκέφτηκε αμέσως ότι αυτό ήταν. Ο Ρίτσαρντ απογοητεύτηκε και τα παράτησε. Αυτό κατά βάθος την είχε πληγώσει. Σκεφτόμενη σαν μια γυναίκα πληγωμένη και προδομένη, ήθελε να νιώσει ότι ο Ρίτσαρντ θα χρειαζόταν να κάνει μεγάλη και επίπονη προσπάθεια για να την ξανακερδίσει.

Σήμερα όμως τα λουλούδια εμφανίστηκαν ξανά. Δεν μπορούσε να σκεφτεί για ποιον λόγο ο Ρίτσαρντ είχε εξαφανιστεί όλη την εβδομάδα, αλλά αυτή τη φορά, αποφάσισε να τα κρατήσει. Έκοψε ένα κόκκινο μπουμπούκι και το στερέωσε στο ντεκολτέ της.

Ο Ρίτσαρντ πέρασε έξω από το καμαρίνι της και είδε ότι τα λουλούδια αυτή τη φορά δεν είχαν τσαλαπατηθεί αλλά τα είχε κρατήσει. Χαμογέλασε ικανοποιημένος και απομακρύνθηκε διακριτικά. Το σχέδιό του μπορεί και να είχε πάει καλά. Μετά από μια βδομάδα απόρριψης ο Ρίτσαρντ σκέφτηκε ότι θα ήταν καλό να αποχωρήσει για λίγο. Να της αφήσει χώρο και χρόνο να σκεφτεί και γιατί όχι, να τον αναζητήσει και η ίδια. Είχε επανέλθει και πάλι δειλά, αλλά μόλις δεν είδε τα λουλούδια του στο πάτωμα αναθάρρεψε.

Την επόμενη ημέρα της έστειλε μια νέα ανθοδέσμη. Μεγαλύτερη αυτή τη φορά, αλλά πάντα με κόκκινα και λευκά τριαντάφυλλα. Η κάρτα έγραφε:

Θα ήθελες να δειπνήσεις μαζί μου;
Ρ.Δ. Γκράντσεστερ

Όταν ο Ρίτσαρντ είδε ότι και αυτή η ανθοδέσμη δεν είχε καταλήξει στο πάτωμα χαμογέλασε πλατιά. Αποχώρησε και πάλι χωρίς να την ενοχλήσει. Είχε πάρει την απάντηση στο ερώτημά του άλλωστε.


Ο Ρίτσαρντ σηκώθηκε από την καρέκλα του, φίλησε το χέρι της Έλενορ, τράβηξε την καρέκλα της για να κάτσει και έκανε νόημα στο σερβιτόρο για να παραγγείλουν:

«Είσαι εκθαμβωτική Έλενορ. Σε ευχαριστώ που δέχτηκες να βγεις μαζί μου», της είπε προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει όλη του γοητεία.

«Ω! Ρίτσαρντ. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Είμαι εδώ μόνο και μόνο επειδή θεωρώ ότι μια πιθανή ανθρώπινη επαφή μεταξύ μας θα έκανε καλό στον Τέρρυ, ο οποίος μας χρειάζεται και τους δυο μας περισσότερο από ποτέ».

Ο Ρίτσαρντ ακολουθώντας τους ρυθμούς της συζήτησης που επέλεγε η Έλενορ τη ρώτησε με ενδιαφέρον:

«Συμβαίνει κάτι στο παιδί μας;»

Η Έλενορ ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει ακούγοντας τις λέξεις 'παιδί μας', αλλά επέλεξε να προχωρήσει:

«Όχι κάτι καινούργιο βέβαια. Ο τυφώνας 'Σουζάνα' δεν λέει να τον εγκαταλείψει μέχρι να τον ισοπεδώσει τελείως».

«Ποια είναι η Σουζάνα;»

«Έλα τώρα Ρίτσαρντ; Μην μου πεις ότι είσαι τόσο πολύ μακριά από τη ζωή του γιού σου;»

Ο Ρίτσαρντ ντράπηκε με την πρόταση της Έλενορ, αλλά η ίδια δεν έδωσε σημασία στα συναισθήματά του. Άρχισε να του εξιστορεί το ατύχημα της Σουζάνα και την τροπή που είχε πάρει η ζωή του Τέρρυ από εκείνη την ημέρα:

«Ω Ρίτσαρντ! Πρέπει να κάνεις κάτι! Μίλησέ του, σταμάτησέ τον. Ο Τέρρυ είναι τυφλωμένος από το καθήκον του απέναντι στη Σουζάνα. Δεν καταλαβαίνει ότι καταστρέφει τη ζωή του. Χώρισε με την Κάντυ αλλά η καρδιά του είναι ακόμα μαζί της. Και θα είναι για πάντα. Έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τα πάντα. Απλά αφήνει τις μέρες να κυλούν χωρίς να νοιάζεται για τίποτα. Πεθαίνει η ψυχή του κάθε μέρα. Δεν αντέχω να τον βλέπω να πονά και να βουλιάζει όλο και περισσότερο σε έναν συναισθηματικό βούρκο που σύντομα θα τον σκεπάσει ολόκληρο και δεν θα έχει μείνει τίποτα από αυτόν».

Ο Ρίτσαρντ την παρακολουθούσε σα χαμένος. Άκουγε τη δική του ζωή να ξαναπερνά από μπροστά του μόνο που αυτή τη φορά ήταν ο γιος του αυτός που θυσίαζε την αγάπη του και καταδίκαζε τον εαυτό του στο αέναο κενό.

«Έλενορ, θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου. Στο υπόσχομαι. Δεν ήξερα τι πάει να κάνει. Νόμιζα ότι την αγαπούσε αυτή την κοπέλα. Έτσι διάβασα στις εφημερίδες. Είναι τόσο μικρός! Δεν ξέρει που πάει να μπλέξει. Δεν θα το επιτρέψω να περάσει έτσι τη ζωή του και κάθε μέρα να μετανιώνει για όσα έκανε. Και πολύ περισσότερο. Να μετανιώνει για όσα τελικά δεν έκανε».

Η Έλενορ τον άκουγε συγκινημένη. Έπιασε το χέρι του και τον κοίταξε ειλικρινά στα μάτια:

«Σε ευχαριστώ Ρίτσαρντ».

Ο Ρίτσαρντ έκλεισε με το άλλο χέρι του το δικό της και της απάντησε:

«Έλενορ, θέλω να με πιστέψεις όταν σου λέω ότι θα κάνω ότι είναι δυνατόν για να είμαι σωστός πατέρας δίπλα του. Έκανα τόσα λάθη μαζί του … Και με μας … Αλλά τώρα θα προσπαθήσω να διορθώσω όσα διορθώνονται. Και πίστεψέ με, αυτή τη φορά δεν με νοιάζει το κόστος Έλενορ!»

Ο Ρίτσαρντ βρήκε την ευκαιρία να της μιλήσει:

«Ξέρεις ότι δεν είναι μόνο ο Τέρρενς αυτός που θέλω να κερδίσω, αλλά κι εσύ. Είμαι έτοιμος για να κάνω ότι χρειαστεί, αρκεί να σας έχω και πάλι και τους δυο κοντά μου».

Η Έλενορ τράβηξε απαλά το χέρι της από το δικό του και του απάντησε χωρίς να μπορεί να τον κοιτάξει εύκολα στα μάτια:

«Δεν ξέρεις τι μου ζητάς Ρίτσαρντ! Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα σε ξανασυναντήσω. Δεν μπορείς να έρχεσαι από το πουθενά και να μου ζητάς το αδύνατο. Θέλω χρόνο. Κατάλαβέ με…»

«Και θα έχεις όσο θελήσεις. Άσε με μόνο να είμαι κοντά σου. Σου υπόσχομαι να είμαι πάντα διακριτικός».

Η Έλενορ ένευσε καταφατικά. Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε πλατιά και της είπε:

«Ξέρεις πως ονομάζεται κάποιος που δίνει ελπίδα σε έναν άνθρωπο που έχει απελπιστεί; Άγγελος. Κι εσύ είσαι ο δικός μου άγγελος Έλενορ».

Η Έλενορ του χαμογέλασε. Ο Ρίτσαρντ συνέχισε:

«Τώρα όμως πρώτη προτεραιότητα είναι ο Τέρρενς».