Η Σουζάνα είχε μόλις γυρίσει από το παιδικό εργαστήρι και ένιωθε πολύ κουρασμένη. Το νέο τμήμα πήγαινε πολύ καλά. Η Σουζάνα είχε αναλάβει την εκπαίδευση των παιδιών. Αγαπημένη της μαθήτρια η Κλαρίτα, που παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της μητέρας της και του αδερφού της, η Σουζάνα είχε καταφέρει να τους πείσει ότι αυτά τα μαθήματα θα αποτελούσαν σπουδαία ευκαιρία για την μικρή. Δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να πείσει τον Αλεχάνδρο, αλλά ο ίδιος τελικά δέχτηκε όταν η Σουζάνα του πρότεινε να δουλέψει στο εργαστήρι ως βοηθός της και έτσι θα παρακολουθούσε από κοντά την εκπαίδευση της Κλαρίτα. Ο Αλεχάνδρο είχε ξαφνιαστεί με την πρόταση, αλλά αποτελούσε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να περνάει πολύ χρόνο με τη Σουζάνα, αλλά να έχει και στο νου του την μικρή αδερφή του.

Τα παιδιά έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον και η Σουζάνα είχε επιλέξει να ανεβάσουν τη 'Στρίγκλα που έγινε αρνάκι΄. Ήξερε ότι την περίμενε σκληρή δουλειά με πρώτο θεατρικό τον Σαίξπηρ, αλλά ήταν αποφασισμένη να βάλει τα δυνατά της για να το πετύχει. Όλη μέρα ήταν στο εργαστήρι και τα απογεύματα δούλευε με το σενάριο έτσι ώστε να μπορεί να αποδοθεί από τους νεαρούς μαθητές της, αλλά να είναι και ευκολότερο για το μικρότερο κοινό.

«Σουζάνα», ακούστηκε η φωνή της κυρίας Μάρλοου.

«Ναι, μητέρα».

«Περιμένεις γράμμα;»

«Όχι κάτι συγκεκριμένο».

«Ήρθε αυτό για σένα σήμερα», είπε και της έδωσε τον φάκελο.

Η Σουζάνα άνοιξε το φάκελο και διάβασε το γράμμα. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και στα χείλη της διαγράφηκε ένα τεράστιο χαμόγελο:

«Μαμά, μαμά», φώναξε δυνατά.

«Τι είναι κορίτσι μου; Τι συμβαίνει;»

«Είναι από το νοσοκομείο μαμά. Ο γιατρός Ντέϊβις με ενημερώνει ότι όλα είναι έτοιμα για το προσθετικό μέλος. Έχει φτάσει ήδη το μέλος στο νοσοκομείο και από εβδομάδα θα πρέπει να κλείσω ραντεβού. Μαμά! Το πιστεύεις; Επιτέλους. Ήρθε!»

Η κυρία Μάρλοου χαμογέλασε στα νέα. Βαθειά μέσα της δεν ήξερε αν έπρεπε όμως να λυπάται ή να χαίρεται. Από τη μία ήθελε να ξαναδεί τη Σουζάνα να μπορεί να περπατάει, ακόμα και με τη χρήση μαγκούρας, από την άλλη δεν ήξερε αν αυτή η καλυτέρευση θα οδηγούσε στον πολυπόθητο γάμο της κόρης της, μιας και έβλεπε ότι η Σουζάνα δεν έκανε τίποτα για να πιέσει τον Τέρρυ και εκείνος δεν συζήταγε ποτέ το θέμα του γάμου. Η ανεξαρτησία της Σουζάνα τώρα που θα έβαζε το προσθετικό μέλος φαινόταν απειλή για τα σχέδιά της.


«Σουζάνα, ήρθε ο Τέρρυ να σε πάρει».

«Ναι μητέρα έρχομαι».

Η Σουζάνα κοιτάχτηκε για μια τελευταία φορά στον καθρέφτη. Κοίταξε το είδωλό της και αχνογέλασε. Ένιωθε ότι αποχαιρετάει τον παλιό εαυτό της σήμερα. Πήγε προς το σαλόνι που την περίμενε ο Τέρρυ:

«Είσαι έτοιμη;»

«Ναι Τέρρυ είμαι».

Ο Τέρρυ την κατέβασε μέχρι το αυτοκίνητό του και οδήγησε μέχρι το νοσοκομείο:

«Δεν χρειάζεται να ανησυχείς Σουζάνα. Όλα θα πάνε καλά».

«Φοβάμαι Τέρρυ. Δεν ξέρω πως θα είναι να είμαι και πάλι όρθια».

«Θα το συνηθίσεις πολύ γρήγορα. Χαίρομαι πραγματικά που το πήρες απόφαση και που επιτέλους ήρθε το μέλος. Θα σε βοηθήσει και στη δουλειά σου. Θα δεις!»

Η Σουζάνα πρώτη φορά άκουγε τον Τέρρυ τόσο ομιλητικό απέναντί της και διέκρινε ένα ίχνος ενθουσιασμού:

«Θα με βοηθήσεις μέχρι να το συνηθίσω Τέρρυ;»

«Ασφαλώς και θα σε βοηθήσω Σουζάνα. Τι ερώτηση είναι αυτή;», απάντησε ο Τέρρυ και πάρκαρε το αυτοκίνητο έξω από το νοσοκομείο. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και βοήθησε τη Σουζάνα να κατέβει. Η Σουζάνα κοίταξε το μεγάλο κτίριο, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε:

«Εντάξει Τέρρυ. Μπορούμε να πηγαίνουμε».


«Τέρρυ μωρό μου καλωσόρισες».

«Γεια σου μαμά. Ελπίζω να μην άργησα», είπε ο Τέρρυ και κινήθηκε προς το σαλόνι.

«Όχι καθόλου, πέρασε».

«Ομολογώ πως με έβαλες σε μεγάλο πειρασμό. Είμαι περίεργος να δω ποια είναι η μεγάλη έκπληξη και τι γιορτάζουμε σήμερα».

«Αυτό θα το μάθεις πολύ σύντομα», είπε η Έλενορ με πονηρό βλέμμα.

«Δεν ξέρω τι είναι, αλλά ότι κι αν είναι σε έχει κάνει να λάμπεις ολόκληρη», σχολίασε εύθυμα ο Τέρρυ.

«Απόψε Τέρρυ θα δώσω τη μεγάλη μου πρεμιέρα», του απάντησε η ηθοποιός και γύρισε προς την είσοδο του σαλονιού.

Στο σαλόνι ξεπρόβαλε ο Ρίτσαρντ, ο οποίος πλησίασε την Έλενορ και πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της.

Ο Τέρρυ έμεινε άφωνος. Η εικόνα των γονιών του στον ίδιο χώρο ήταν κάτι που και ο ίδιος δεν μπορούσε ούτε στα όνειρά του να φανταστεί. Πόσο μάλλον να τους δει αγκαλιασμένους. Έτσι σαστισμένος τους κοίταγε χωρίς να μπορεί να αρθρώσει κουβέντα.

Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε και του ανακοίνωσε:

«Τέρρενς αγόρι μου, η μητέρα σου δέχτηκε να με παντρευτεί και να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της μαζί μου, κάνοντάς με τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου».

Οι γονείς του κοιτάζονταν στα μάτια και γέλαγαν σαν μικρά παιδιά. Ο Τέρρυ δεν ήξερε πώς να αντιδράσει:

«Λοιπόν Δούκα, έτσι εύκολα στα συγχώρεσε όλα η μητέρα μου;», είπε απότομα ο Τέρρυ.

Και οι δύο ήταν προετοιμασμένοι για όλα τα πιθανά ξεσπάσματά του. Η ηθοποιός τον πλησίασε και του έπιασε το χέρι:

«Τέρρυ μωρό μου, στην αγάπη και στον πόλεμο, γίνονται πολλά πράγματα που δεν εξηγούνται με τη λογική. Δεν ξέρω γιατί, αλλά για μένα δεν υπάρχει κάτι πιο φυσικό από το να είμαι με τον πατέρα σου». Η ειλικρίνεια στη φωνή της προβλημάτισε τον Τέρρυ. Την κοίταξε που έλαμπε. Όλες της οι στεναχώριες, οι αποχωρισμοί και τα δάκρυα ήρθαν και πέρασαν αστραπιαία μπροστά από τα μάτια του. Μα πως μπορούσε αυτός να κρίνει μια γυναίκα που στερήθηκε τον άντρα που αγάπησε και το παιδί της για τόσο καιρό; Πως μπορούσε να κρίνει αυτός γιατί επέλεξε να νιώσει λίγη ευτυχία όταν η μόνη ζωή που είχε ήταν το θέατρο;

«Συγχωρέστε με. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Δεν έπρεπε να μιλήσω έτσι σήμερα που εσείς γιορτάζετε. Εύχομαι να είστε καλά και ευτυχισμένοι. Ειλικρινά το εύχομαι», είπε δειλά ο Τέρρυ.

Ο Ρίτσαρντ τον πλησίασε:

«Ξέρω τα λάθη μου Τέρρενς και δεν περιμένω να είσαι με όλα τόσο επιεικής, αλλά ελπίζω να σου αρκεί ότι σκοπεύω να μην κάνω άλλα. Εσύ και η μητέρα σου είστε ότι σημαντικότερο υπήρχε πάντα στη ζωή μου και θέλω έστω και αργά να θεωρείς ότι είμαστε πια μια οικογένεια».

Ο Τέρρυ τον παρακολουθούσε σαστισμένος:

«Βάζεις τον εαυτό σου σε μεγάλους μπελάδες πατέρα. Τώρα πια είμαι σε ηλικία να την υπερασπιστώ αν αποφασίσεις να την ξαναπληγώσεις», είπε ο Τέρρυ με ένα ίχνος επίθεσης στη φωνή του.

«Και μόνο που σε ακούω να με φωνάζεις 'πατέρα' μου δίνει δύναμη να προσέχω ακόμα περισσότερο της κινήσεις μου γιέ μου».

Ο Τέρρενς συνειδητοποίησε ότι ασυναίσθητα τον αποκάλεσε 'πατέρα'. Ίσως τελικά αυτή η επανασύνδεση να μην ήταν τόσο άσχημη όσο τη φανταζόταν.

Η Έλενορ τον αγκάλιασε τρυφερά:

«Τέρρυ μωρό μου, σε ευχαριστώ που είσαι αυτός που είσαι. Σε ευχαριστώ που μας στηρίζεις. Να 'ξερες μόνο πόση σημασία έχει αυτό για μένα!»

Ο Τέρρυ ανταπέδωσε το αγκάλιασμα στη μητέρα του:

«Αρκεί να είσαι ευτυχισμένη», της είπε και χαμογέλασε στον πατέρα του. Αυτό το βράδυ για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ήταν όλοι μαζί μια οικογένεια.


Ο Τέρρυ γύρισε στο μικρό διαμέρισμά του. Τα συναισθήματα απόψε ήταν ανάμικτα. Χαιρόταν για την ευτυχία των γονιών του. Ήταν κάτι άλλωστε για το οποίο ο ίδιος είχε προσευχηθεί πολλές φορές, αλλά όσο μεγάλωνε και οι προσευχές δεν εισακούονταν, αντιθέτως, η κατάσταση χειροτέρευε με μια μάνα που δεν τον αναζήτησε ποτέ και έναν πατέρα να ήταν πάντα απών, τόσο έπαυε να ελπίζει σε θαύματα και η ευτυχισμένη εικόνα θόλωνε όλο και περισσότερο. Τώρα όμως ήταν αλήθεια. Οι γονείς του ήταν επιτέλους μαζί και ο ίδιος είχε μια οικογένεια. Αυτή η ανατροπή τον έβγαζε εκτός ισορροπίας.

Έβαλε ένα ουίσκι και άναψε τσιγάρο. Κάθισε και κοίταγε τον καπνό του τσιγάρου να ανεβαίνει αργά προς το ταβάνι.

Αυτή η νέα κατάσταση τον έβαλε σε σκέψεις. Ο πατέρας του, ένας άνθρωπος του καθήκοντος, παράτησε τα πάντα για να γυρίσει στη γυναίκα που πάντα αγαπούσε. Φαντάστηκε τον εαυτό του μετά από 20 χρόνια δυστυχισμένο στο πλευρό της Σουζάνα. Άραγε τότε θα είχε κι αυτός τη δύναμη να τα παρατήσει όλα και να πάει να βρει την αγαπημένη του Κάντυ; Η Έλενορ δεν έκανε ποτέ της οικογένεια. Οικογένειά της ήταν το θέατρο. Πόσο βολικό αυτό για τον Δούκα! Ο ίδιος όμως θα είχε ποτέ αυτή την ευκαιρία; Φαντάστηκε την Κάντυ αγκαλιά με έναν άλλον άντρα και τα δυο μικρά παιδάκια τους. Άνοιξε απότομα τα μάτια για να διώξει μακριά αυτή τη σκέψη. Κι αν δεν υπήρχε αύριο; Αν σήμερα ήταν όλα όσα είχε; Θα έκανε ότι έκανε κι ο πατέρας του; Θα τα παράταγε όλα για να γυρίσει στη γυναίκα που αγαπούσε ή τελικά ο ίδιος ήταν πιο δειλός και θα θυσίαζε τα πάντα; Τη ζωή του, την ψυχή του, την αγάπη του, στο όνομα του καθήκοντος.

Πήρε βιαστικά την πένα του και άρχισε να γράφει:

Φίλε μου Άλμπερτ
Σου γράφω δυο γραμμές για να σου ζητήσω μια χάρη. Δεν ξέρω αν είναι σωστό. Δεν ξέρω αν θα τη χρησιμοποιήσω, αλλά θα ήθελα να σου ζητήσω να μου δώσεις τη διεύθυνσή της.
Με εκτίμηση,
Τέρρενς Γκ. Γκράντσεστερ


Η Κάντυ χάζευε έξω από το παράθυρο τη βροχή να σιγοπέφτει όταν άκουσε την πόρτα να χτυπάει. Δεν περίμενε επισκέψεις, αλλά υπέθεσε ότι μπορεί να ήταν ο Άλμπερτ και άνοιξε όλο χαρά:

«Τζων», είπε έκπληκτη.

«Καλησπέρα Κάντυ».

«Δεν σε περίμενα. Πέρνα μέσα. Εσύ είσαι σχεδόν μούσκεμα», είπε ανήσυχη η Κάντυ.

«Ναι. Ο χειμώνας πλησιάζει. Αυτά για σένα», είπε ο Τζων χαμογελαστός δίνοντάς της ένα μπουκέτο λουλούδια.

Η Κάντυ τα κοίταξε έκπληκτη:

«Ευχαριστώ. Θα φτιάξω τσάι να ζεσταθείς».

«Όχι Κάντυ, δεν χρειάζεται. Ήρθα απροειδοποίητα και ήρθα για λίγο μόνο. Δεν θα κάτσω πολύ. Ήθελα μόνο να σε δω και να σου μιλήσω», είπε ο Τζων.

Κάθισαν στο τραπέζι και η Κάντυ χαμογέλασε:

«Τζων θα πρέπει να προσέχεις πως κυκλοφορείς. Φαντάζεσαι να αρρωστήσεις; Ποιος θα σε προσέχει; Τα παιδάκια;»

Ο Τζων της χαμογέλασε εγκάρδια:

«Λοιπόν, έχω μια ιδέα για αυτό... Κάντυ, θα έχεις καταλάβει μέχρι τώρα ότι έχω κάποια αισθήματα για σένα. Ξέρω ότι δεν έχω μιλήσει ποτέ ανοιχτά για αυτά, αλλά νομίζω πως ήρθε η ώρα να σου πω ότι θα ήθελα να γίνεις γυναίκα μου».

Η Κάντυ τα έχασε.

«Δεν χρειάζεται να μου απαντήσεις αμέσως Κάντυ. Καταλαβαίνω ότι χρειάζεσαι το χρόνο σου. Η αλήθεια είναι ότι περνάμε πολλές ώρες μαζί και είναι όλες πολύ όμορφες. Εγώ ξέρω τι αισθάνομαι για σένα και δεν θα μου έδινε μεγαλύτερη χαρά τίποτε άλλο από το να δεχτείς να περάσεις τη ζωή σου στο πλάι μου. Αν κρυώσω να έχω εσένα να με περιποιείσαι και αν φοβηθείς να έχεις εμένα να στηριχτείς».

Ο Τζων σηκώθηκε, την κοίταξε στα μάτια, έπιασε το χέρι της και το φίλησε τρυφερά:

«Και τώρα που τόσο άτσαλα σου εξομολογήθηκα ότι σε αγαπώ, μπορώ να επιστρέψω σπίτι και να βάλω κάτι στεγνό επάνω μου, γιατί αν κρυώσω θα απαιτήσω πιο γρήγορα απάντησή σου», είπε γελώντας.

Η Κάντυ χαμογέλασε:

«Τζων...»

«Μην πεις τίποτα τώρα Κάντυ. Έχεις όσο χρόνο θέλεις να το σκεφτείς», είπε ο Τζων και αποχώρησε από το χώρο αφήνοντας την Κάντυ σαστισμένη. Μόλις της έκανε πρόταση γάμου ή της φάνηκε;