Ο Άλμπερτ κοίταξε την Κάντυ εξεταστικά. Καθόταν στον καναπέ του γραφείου του. Ένα περίεργο συναίσθημα τον είχε κατακλίσει. Ήταν απορημένος, λίγο λυπημένος, πολύ προβληματισμένος, αλλά όχι χαρούμενος. Όταν την είδε να μπαίνει πρωί-πρώι εντυπωσιάστηκε από την πρωινή επίσκεψη, αλλά τίποτα δεν τον προετοίμαζε για ότι θα ακολουθούσε:

«Κάντυ, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα με προβλημάτιζε τόσο μια τέτοια κουβέντα από σένα. Φανταζόμουν ότι αυτή την απόφασή σου θα μου την ανακοίνωνες με δάκρυα χαράς στα μάτια. Ότι θα άστραφτε το χαμόγελό σου. Ότι θα άκουγα μέχρι εδώ την καρδιά σου να χτυπάει. Ότι θα σε άκουγε όλο το κτίριο από τη χαρά. Κοίτα πως είσαι Κάντυ; Λες και σε πάνε για κρεμάλα. Δεν είναι αυτή η έκφραση μιας γυναίκας που θέλει να παντρευτεί τον εκλεκτό της!»

«Μα γιατί Άλμπερτ; Ο Τζων είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Είναι ευγενικός, καλός, τρυφερός, άριστος στη δουλειά του, πετυχημένος, με χιούμορ, όμορφος, με αγαπάει και ενδιαφέρεται για μένα».

«Όλα αυτά είμαι κι εγώ Κάντυ. Γιατί δεν παντρεύεσαι εμένα;»

«Έλα Άλμπερτ. Μην με πειράζεις!»

«Δεν σε πειράζω. Προσπαθώ να σε κάνω να δεις κάποια πράγματα πιο καθαρά. Υπάρχει απόσταση που χωρίζει τον έρωτα από τη φιλία Κάντυ κι εσύ δεν μοιάζεις με άνθρωπο που βαδίζει σε αυτή τη διαχωριστική γραμμή».

«Αν όχι σήμερα, αύριο μπορεί Άλμπερτ...»

«Κι αν όχι; Κάντυ γιατί παίρνεις αυτή την απόφαση όταν τα πάντα επάνω σου φωνάζουν ότι δεν είσαι έτοιμη να την πάρεις;»

«Φοβάμαι να είμαι μόνη μου Άλμπερτ. Όλες μου οι φίλες έχουν τακτοποιηθεί. Εγώ είμαι μόνη μου. Τι άλλο έχω να περιμένω; Αν δεν είναι ο Τζων τότε ποιος θα είναι; Είμαι σε ηλικία γάμου και έχω μια εξαιρετική προσφορά. Τι με σταματάει από το να δεχτώ;»

«Η καρδιά σου Κάντυ. Αυτό σου λέει η καρδιά σου; Το όνομά του φωνάζει;»

«Η καρδιά μου Άλμπερτ παραλογίζεται. Το όνομα που φωνάζει είναι γραμμένο σε φωτεινές επιγραφές και σε αφίσες. Μέχρι εκεί μπορώ να δω αυτό το όνομα Άλμπερτ. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα όνειρο. Ένα άπιαστο όνειρο γραμμένο με φωτεινά θεατρικά γράμματα», η Κάντυ αποχωρίστηκε το ψυχρό ύφος της και η φωνή της έσπασε.

Ο Άλμπερτ την πήρε στην αγκαλιά του και η Κάντυ ξέσπασε επιτέλους σε λυγμούς:

«Κλάψε μικρούλα μου. Ξέσπασε. Βγάλε από μέσα σου αυτό που σε βαραίνει».

«Δεν μπορώ να είμαι μόνη μου Άλμπερτ. Δεν μπορώ να έχω τον Τέρρυ. Τι άλλο μου μένει να κάνω; Δεν υπάρχει ούτε μπροστά, ούτε πίσω. Υπάρχει η καλύτερη από τις υποχρεωτικές επιλογές και αυτή σκέφτομαι να ακολουθήσω».

«Το μόνο που ήθελα πάντα Κάντυ ήταν η δική σου ευτυχία. Νιώθω όμως ανήμπορος να σε βοηθήσω τώρα και αυτό είναι που με τρελαίνει».

«Μη στεναχωριέσαι για μένα Άλμπερτ. Να δεις που με τον καιρό όλα θα πάνε καλά. Ξέρεις κι εσύ ότι ο Τζων είναι εξαιρετικός χαρακτήρας».

«Κάντυ γλυκιά μου. Θα σε στηρίξω σε ότι κι αν αποφασίσεις».

«Το έχω ήδη αποφασίσει Άλμπερτ».

«Εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου. Αλλά οφείλω να σου πω ότι είμαι αντίθετος σε αυτή σου την απόφαση».

«Θα αλλάξεις γνώμη Άλμπερτ. Όπως θα αλλάξω κι εγώ αισθήματα».

Ο Άλμπερτ την έσφιξε στην αγκαλιά του. Όλα τα λεφτά που είχε, όλη η αγάπη που της είχε, όλες οι γνωριμίες, η δύναμη, τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούσαν να τη βοηθήσουν τώρα και αυτό τον έκανε να νιώθει ακόμα μεγαλύτερο πόνο για την απόφασή της.


Η Κάντυ φόραγε ένα όμορφο φόρεμα και χαμογελούσε πλατιά. Ο Άλμπερτ είχε φροντίσει για την αίθουσα στο εστιατόριο που θα φιλοξενούσε τους αρραβώνες της. Η ίδια δεν ήθελε να γίνει στο μέγαρο των Άρντλευ. Ήθελε μόνο κάποιους πολύ κοντινούς φίλους και συγγενείς. Η Άννυ ήταν πια στον 7ο μήνα της εγκυμοσύνης της και η κοιλιά της είχε φουσκώσει πολύ. Ο Άρτσι δίπλα της. Ο Άλμπερτ και ο Τζων με τον αδερφό του (μιας και οι γονείς του δεν προλάβαιναν να έρθουν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από την ειδοποίηση του Τζων). Η Κάντυ είχε πει στην Πάτυ να κάτσει με την κυρία Πόνυ που δεν ένιωθε πολύ καλά τελευταία και ότι θα ερχόταν μια και καλή στον γάμο της.

Ο Άλμπερτ έκανε την πρόποση:

«Σήμερα δεν είναι μια συνηθισμένη παραμονή Χριστουγέννων. Ο Τζων Μπάουερ και η Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ, ενώπιων αγαπημένων φίλων δίνουν λόγο και αρραβώνα για γάμο».

Ο Τζων σηκώθηκε χαμογελαστός, πέρασε ένα όμορφο δαχτυλίδι στα χέρια της Κάντυ και την φίλησε τρυφερά στα χείλη. Η Κάντυ σάστισε. Ο Τζων, πολύ διακριτικός, δεν την είχε φιλήσει ποτέ πριν. Σήμερα αυτό το πρώτο φιλί της φαινόταν τόσο παράξενο! Δεν θύμιζε τα βελούδινα χείλη του Τέρρυ. Δεν έμοιαζε με εκείνο το πρώτο και μοναδικό φιλί που είχε νιώσει. Δεν ένιωθε όπως μια γυναίκα που ετοιμαζόταν να παντρευτεί έπρεπε να νιώθει.

Η έμπειρη αντρική ματιά του Άλμπερτ διάβασε αμέσως τη σκέψη της. Ο Τζων ευχαρίστησε τους καλεσμένους και η Κάντυ συνέχισε να φοράει ένα πλατύ χαμόγελο. Τα μάτια της όμως ήταν κενά. Το μυαλό της ταξίδευε αλλού. Αλλιώς την είχε φανταστεί αυτή την ημέρα. Αλλά μόνο την είχε φανταστεί… Και μόνη της. Πάντα μόνη της. Ο Τέρρυ δεν ήταν ποτέ μαζί της. Τώρα ο Τζων ήταν πρόθυμος να της προσφέρει σιγουριά και προστασία και η Κάντυ δεν ήθελε να τα στερηθεί αυτά. Πήρε το ποτήρι με τη σαμπάνια και ήπιε μια γουλιά. Έκλεισε τα μάτια της 'Αντίο αγαπημένε μου', σκέφτηκε και άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει στα μάγουλά της. Ένιωσε το χέρι του Τζων να της χαϊδεύει το μάγουλο:

«Δεν χρειάζεται να συγκινείσαι τόσο Κάντυ», της είπε τρυφερά.

Η Κάντυ τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε γλυκά. Τι τρυφερός που ήταν ο Τζων! Τι καλύτερο θα μπορούσε να περιμένει;

Όταν η βραδιά τελείωσε ο Άλμπερτ πήγε σε ένα μπαρ και ήπιε. Απόψε η συγκίνηση τον είχε νικήσει. Πόναγε πολύ που έβλεπε σήμερα την Κάντυ να αρραβωνιάζεται έναν άντρα που δεν αγαπάει. Πόναγε που ο ίδιος ήταν τόσο αδύναμος για να τη βοηθήσει. Πόναγε που για μια ακόμη φορά η μοίρα είχε κάνει τους ανθρώπους παιχνιδάκια της και έπαιζε ζάρια με τις καρδιές τους. Πόναγε γιατί εξάρες δεν έφερε απόψε κανείς.