Η Κριστίν κατέβηκε από το δωμάτιό της στο φουαγιέ. Ήταν μία η ώρα και πλησίαζε η ώρα που θα συναντούσε τον ξάδελφό της Τζων. Είχε πολλά χρόνια να τον δει. Ούτε ποτέ είχε τις κοντινότερες σχέσεις μαζί του, αλλά με τη μητέρα του είχε πάντα καλές επαφές και άλλωστε ήταν ανεπίτρεπτο να μην δει έναν συγγενή της ενώ βρισκόταν στην πόλη.
Ο Τζων ήταν ήδη στο φουαγιέ όταν εκείνη κατέβηκε. Τη χαιρέτησε χαμογελαστά και προχώρησαν προς το εστιατόριο για να πάρουν το μεσημεριανό τους.
«Ένα τραπέζι για τρεις παρακαλώ», ζήτησε ο Τζων καθώς μπήκε στο εστιατόριο.
Η Κριστίν τον κοίταξε με απορία και τον ρώτησε μόλις τακτοποιήθηκαν στις θέσεις τους:
«Περιμένουμε παρέα;»
Ο Τζων χαμογέλασε πλατιά:
«Αγαπητή ξαδέρφη θα μας συνοδεύσει και η αρραβωνιαστικιά μου σε λίγη ώρα. Θα έρθει αμέσως μόλις τελειώσει η βάρδιά της. Είναι νοσοκόμα», είπε περήφανα ο Τζων.
«Αρραβωνιαστικιά; Τζων συγχαρητήρια. Δεν είχα πληροφορηθεί τον αρραβώνα σου. Αυτό είναι υπέροχο! Θα χαρώ πολύ να γνωρίσω τη μέλλουσα σύζυγό σου».
Η συζήτησή τους κύλησε ευχάριστα και σύντομα δεν άργησε να εμφανιστεί και η Κάντυ στο τραπέζι. Ο Τζων σηκώθηκε και τη βοήθησε να κάτσει. Αμέσως σύστησε τις δύο γυναίκες:
«Αγαπητή μου, Κριστίν Σκοτ, ξαδέρφη μου. Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ, αρραβωνιαστικιά μου».
Η Κάντυ πρότεινε το χέρι της χαρούμενη για να χαιρετήσει τη νέα γυναίκα. Εκείνη όμως έμεινε να την κοιτάει σαστισμένη. Το γλυκό της χαμόγελο έσβησε από τα χείλη της. Ξεροκατάπιε:
«Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ, είπατε;», ψέλλισε η γυναίκα.
«Ναι», απάντησε η Κάντυ παρατηρώντας τη γυναίκα που άλλαξε χρώμα και ύφος απότομα. «Σας συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με ενδιαφέρον η Κάντυ.
«Όχι-όχι. Το όνομά σας μου θύμισε κάτι. Γνώριζα κάποτε έναν Άρντλευ...»
Η Κάντυ ξαναβρήκε αμέσως το χαμόγελό της:
«Α, βέβαια. Οι Άρντλευ είναι μεγάλη οικογένεια. Είναι η μεγαλύτερη στο Σικάγο. Θα ήταν δύσκολο να μην την ξέρατε. Ποιον γνωρίζετε από την οικογένεια;» ρώτησε η Κάντυ και σκέφτηκε μέσα της 'Ελπίζω μόνο να μην μου πει τον αχώνευτο το Νηλ'
«Κάποιον κύριο Γουίλιαμ Άρντλευ», απάντησε η Κριστίν και έριξε τα μάτια της χαμηλά.
Η Κάντυ σοβάρεψε ξαφνικά. Κριστίν! Θα μπορούσε να είναι αυτή; Κοίταξε καλύτερα τη νεαρή γυναίκα. Η περιγραφή της έμοιαζε με αυτή που της είχε δώσει ο Άλμπερτ. Μεγάλα γαλανά μάτια, μακριά καστανά μαλλιά. Η Κάντυ τη ρώτησε διστακτικά:
«Από πού γνωρίζετε τον Άλμπερτ; Τον Γουίλιαμ εννοώ;»
Η Κριστίν συνέχισε να μιλά με κατεβασμένα τα μάτια στο πιάτο της:
«Φοιτήσαμε στο ίδιο πανεπιστήμιο στο Λονδίνο».
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο σερβιτόρος, ζήτησε συγνώμη για τη διακοπή και ενημέρωσε τον Τζων ότι έχει τηλεφώνημα από το νοσοκομείο. Ο Τζων ζήτησε συγνώμη και αποχώρησε από το τραπέζι. Η Κριστίν βρήκε ευκαιρία που έμειναν μόνες οι δυο γυναίκες:
«Εσύ είσαι η κόρη του, έτσι;», ρώτησε δειλά.
«Ναι. Πράγματι. Μα που το ξέρεις ότι είμαι κόρη του; Ο Άλμπερτ ούτε καν με γνώριζε όταν ήταν στο Λονδίνο».
«Όχι ακριβώς. Μόλις σε είχε υιοθετήσει».
Η Κάντυ κοίταξε την Κριστίν. Μπορούσε να καταλάβει ότι η Κριστίν είχε βυθιστεί σε ένα ταξίδι αναμνήσεων. Η Κάντυ την κοίταξε και της είπε τρυφερά:
«Είσαι ακριβώς όπως σε είχε περιγράψει».
Η Κριστίν σάστισε:
«Σου έχει μιλήσει για μένα;»
Η Κάντυ της χαμογέλασε:
«Ναι βέβαια» της απάντησε γλυκά.
Η Κριστίν αναθάρρεψε:
«Πως είναι;»
Η Κάντυ χάρηκε με το ενδιαφέρον της γυναίκας:
«Είναι καλά. Αν σκεφτείς βέβαια ότι περνάει όλη την ημέρα του ανάμεσα σε χαρτιά και σε συναντήσεις… κάτι που δεν είναι καθόλου μα καθόλου του χαρακτήρα του, ναι, είναι καλά».
Τη συζήτηση διέκοψε ο Τζων:
«Συγνώμη κυρίες μου, αλλά ήταν από το νοσοκομείο».
Η συζήτηση συνεχίστηκε με διάφορα θέματα ιατρικού κυρίως περιεχομένου. Η Κριστίν είχε έρθει από τη Νέα Υόρκη όπου έμενε και εργαζόταν τα τελευταία χρόνια για λίγες μέρες για να παρακολουθήσει ένα ιατρικό συνέδριο για νέες θεραπείες στα ζώα, κοντινότερες με αυτές των ανθρώπων. Ήταν χαρούμενη που έβλεπε κάποιον μακρινό συγγενή της αφού ήταν δύσκολο να βρει κάποιον δικό της άνθρωπο τόσο μακριά από την πατρίδα της.
Όταν τελείωσαν το φαγητό τους και ήρθε η ώρα να φύγουν, οι δυο γυναίκες χαιρετήθηκαν εγκάρδια.
«Χάρηκα που σε γνώρισα Κριστίν, ελπίζω να ξανασυναντηθούμε όσο θα είσαι εδώ».
«Θα χαρώ πολύ να σε ξαναδώ Κάντυ. Θα είμαι εδώ για τρεις μέρες ακόμα. Στο δωμάτιο 308», είπε χαμογελώντας η Κριστίν.
«Καλό απόγευμα ξαδέρφη», χαιρέτησε ο Τζων και απομακρύνθηκε με την Κάντυ από το ξενοδοχείο:
«Λοιπόν», τη ρώτησε βγαίνοντας «τι πρόγραμμα έχεις για την υπόλοιπη ημέρα;»
«Έχω ένα ραντεβού που είχα ξεχάσει», απάντησε η Κάντυ και τον αποχαιρέτησε βιαστικά. Υπήρχε κάτι που έπρεπε να κάνει που δεν μπορούσε να περιμένει.
Η Κάντυ έφτασε έξω από το γραφείο του Άλμπερτ. Ήταν τόσο ενθουσιασμένη που δεν μπορούσε να περιμένει για να τον δει. Ο Τζωρτζ σηκώθηκε αμέσως να την υποδεχτεί:
«Δεσποινίς Κάντυ!»
Η Κάντυ αμέσως διαμαρτυρήθηκε:
«Έλα τώρα Τζωρτζ, πότε θα σταματήσεις πια με αυτό το δεσποινίς;»
«Δεν είναι εύκολος για μένα ο ενικός Κάντυ», είπε ο Τζωρτζ αχνογελώντας.
«Ήρθα να δω τον Άλμπερτ».
«Ο Γουίλιαμ είναι σε μια συνάντηση. Δεν θα αργήσει όμως πολύ. Αν θέλεις μπορείς να περάσεις στο γραφείο του και να τον περιμένεις».
«Εντάξει Τζωρτζ. Θα περιμένω».
Η Κάντυ πέρασε στο γραφείο του Άλμπερτ και ο Τζωρτζ έκλεισε την πόρτα πίσω της. Κοίταξε τριγύρω της. Η τεράστια βιβλιοθήκη είχε αμέτρητα βιβλία και τα χαρτιά και οι σημειώσεις του Άλμπερτ ήταν ψηλές στοίβες πάνω στο γραφείο του.
'Καημένε μου Άλμπερτ. Πως αντέχεις μέσα σε όλη αυτή τη χαρτούρα;' Σκέφτηκε η Κάντυ.
Πλησίασε το έπιπλο και ακούμπησε με τα δάχτυλά της τα χαρτιά, χαζεύοντας αδιάφορα. Η ματιά της όμως πάγωσε όταν πάνω από κάποια συμβόλαια βρήκε ένα γράμμα. Αναγνώρισε αμέσως τον καλλίγραφο χαρακτήρα του Τέρρυ. Το πήρε στα χέρια της σαστισμένη και ασυναίσθητα άρχισε να το διαβάζει:
Φίλε μου
Χάρηκα πολύ που μπόρεσα και σε είδα τις προάλλες στο Σικάγο. Είναι πάντα βάλσαμο οι συναντήσεις μας και τα λόγια σου μαλακώνουν τις πληγές της ψυχής μου.
Σκεφτόμουν στο τρένο τη συζήτησή μας. Αναλογίστηκα βαθιά τα λόγια σου, αλλά όχι Άλμπερτ. Δεν θα άλλαζα κουβέντα από όσα σου είπα.
Μάτια, ένα τελευταίο βλέμμα.
Χέρια ένα τελευταίο αγκάλιασμα.
Και χείλη, ω εσείς πύλες της ανάσας,
σφραγίστε μ'ένα νόμιμο φιλί το αιώνιο σύμβολο με τον παγωμένο Χάρο.
Έλα, πικρέ οδηγέ μου,
έλα, ξεναγέ μου,
έλα, πιλότε της απελπισίας μου,
ρίξε στα βράχια,
τσάκισε το θαλασσοδαρμένο μου καράβι!
Αυτό για την αγάπη μου!
Να λοιπόν! Μ'ένα φιλί πεθαίνω.
Με εκτίμηση
Τέρρενς Γκ. Γκράντσεστερ
Ο Άλμπερτ μπήκε στο γραφείο χαμογελαστός που τον περίμενε η Κάντυ, αλλά το χαμόγελό του αμέσως έσβησε όταν την είδε που έκλαιγε με λυγμούς. Έτρεξε αμέσως κοντά της και την πήρε στην αγκαλιά του. Της χάιδεψε τα μαλλιά και ανήσυχος τη ρώτησε:
«Κάντυ γλυκιά μου τι σου συμβαίνει;»
Η Κάντυ μέσα σε αναφιλητά σήκωσε τα μάτια της, τον κοίταξε και του απάντησε δείχνοντάς του το γράμμα που κράταγε στα χέρια της:
«Τι του συμβαίνει Άλμπερτ; Είναι καλά;»
Ο Άλμπερτ το πήρε στα χέρια του και την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά:
«Είναι καλά γλυκιά μου. Είναι καλά».
Η Κάντυ έμεινε εκεί για λίγη ώρα να κλαίει. Δεν περίμενε να διαβάσει κάτι τέτοιο. Ο Τέρρυ της. Αχ! Ο Τέρρυ της! Πόσο θα ήθελε να τον είχε κοντά της. Η φωνή του Άλμπερτ την επανέφερε στην πραγματικότητα:
«Κάντυ, τι σε έφερε μέχρι εδώ;»
Η Κάντυ σκούπισε τα μάτια της και τον κοίταξε με ένα χαμόγελο. Ακόμα δεν μπορούσε να συνέλθει αλλά έπρεπε να του ανακοινώσει τα ευχάριστα νέα:
«Άλμπερτ έχω κάτι πολύ σπουδαίο να σου πως που δεν μπορούσε να περιμένει».
Ο Άλμπερτ χαμογέλασε αμέσως μόλις την είδε να χαμογελάει. Ότι κι αν ήταν αυτό που είχε να του πει, είχε καταφέρει να της αποσπάσει την προσοχή από τον αγαπημένο της Τέρρυ:
«Ωραία. Σε ακούω μικρούλα μου. Τι είναι αυτό το σπουδαίο που δεν μπορεί να περιμένει;»
«Άλμπερτ, η Κριστίν είναι στο Σικάγο».
Ο Άλμπερτ αμέσως σοβάρεψε. Ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά του μόλις άκουσε το όνομά της. Έμεινε να κοιτάζει σαστισμένος την Κάντυ:
«Τι εννοείς Κάντυ; Ποια Κριστίν;»
«Η 'δική σου' Κριστίν Άλμπερτ», είπε η Κάντυ παιχνιδιάρικα. Τα μάτια της είχαν αρχίσει να στεγνώνουν από τα δάκρυα και γυάλιζαν καθώς περιεργάζονταν τις αντιδράσεις του Άλμπερτ.
«Κάντυ, πες μου τι εννοείς; Πως μπορείς να ξέρεις εσύ την Κριστίν;»
Η Κάντυ έκατσε και του εξήγησε για τη μακρινή συγγενή του Τζων και για όλη τη συνάντησή τους. Έδωσε το χαρτί με τη διεύθυνσή της στον Άλμπερτ και του είπε πειράζοντάς τον:
«Λοιπόν Άλμπερτ. Για να σε δω τώρα στα δύσκολα!»
Ο Άλμπερτ αχνογέλασε έμεινε ακίνητος να κοιτάζει το χαρτάκι χωρίς να μπορεί πια να ακούει την Κάντυ. Η Κριστίν. Η 'δική του' Κριστίν ήταν εκεί. Και τώρα; Είχε πάρει πολλές δύσκολες και πολύπλοκες αποφάσεις στη δουλειά του, αλλά αυτή του φαινόταν ακατόρθωτο να την πάρει.
Η Σουζάνα καθόταν για μια ακόμη φορά στο εργαστήρι ως αργά. Έγραφε το σενάριο του θεατρικού και δεν ήθελε να σταματήσει στη μέση. Είχε μείνει πίσω και έπρεπε να προχωρήσει οπωσδήποτε. Με όλες αυτές τις ασκήσεις για να συνηθίσει το πρόσθετο μέλος της, δεν έμενε καθόλου χρόνος για να προχωρήσει το σενάριο. Σηκώθηκε και πήγε μέχρι τη βιβλιοθήκη. Το βιβλίο που έψαχνε ήταν στο πάνω ράφι. Τεντώθηκε για να το πιάσει. Καθώς όμως το έφτανε μια ξαφνική ζαλάδα την έκανε να χάσει την ισορροπία της και να πέσει. Η Κλαρίτα που διάβαζε ήσυχα δίπλα της την είδε:
«Σουζάνα!», φώναξε, αλλά δεν πήρε απάντηση.
«Αλεχάνδρο, Αλεχάνδρο», άρχισε να φωνάζει η μικρή με όλη της τη δύναμη κλαίγοντας. «Αλεχάνδροοοο»
Ο Αλεχάνδρο μπήκε μέσα. Μόλις είδε τη Σουζάνα στο πάτωμα χλωμή έτρεξε από πάνω της και γονάτισε δίπλα της:
«Σουζάνα, Σουζάνα».
Την πήρε στα χέρια του και την ξάπλωσε απαλά στον καναπέ:
«Φώναξε έναν γιατρό», είπε στην Κλαρίτα και η μικρή έφυγε τρέχοντας για το θυρωρείο του ιδρύματος.
Ο Αλεχάνδρο κοίταζε τρομαγμένος το χλωμό πρόσωπο της Σουζάνα. Έριξε λίγο νερό στα χέρια του και χάιδεψε το πρόσωπό της για να τη δροσίσει:
«Σουζάνα μ'ακούς; Μίλησέ μου. Σε παρακαλώ. Μίλησέ μου», είπε και συνέχισε να της βρέχει το πρόσωπο.
Αμέσως μπήκε ο θυρωρός με την Κλαρίτα. Έσκυψε πάνω της και άνοιξε το φαρμακείο που είχε μαζί του. Έβγαλε ένα μπουκαλάκι με αιθέρα και αμέσως η Σουζάνα συνήλθε μόλις το πλησίασε στη μύτη της. Άνοιξε τα μάτια της και είδε τα ανήσυχα πρόσωπα γύρω της:
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε.
«Λιποθυμήσατε δεσποινίς Μάρλοου. Δεν είναι κάτι σοβαρό», απάντησε ο θυρωρός.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Τέρρυ στο δωμάτιο. Είχε περάσει να πάρει τη Σουζάνα από το σπίτι για να πάνε στο ραντεβού της με τον γιατρό Ντέϊβις. Όταν η κυρία Μάρλοου του είπε ότι δεν έχει επιστρέψει ακόμα, πήγε να τη βρει στο εργαστήρι. Μπαίνοντας στο γραφείο της την βρήκε ξαπλωμένη με όλους τους υπόλοιπους τριγύρω της. Πέρασε δίπλα από τον Αλεχάνδρο χωρίς να τον προσέξει καν. Ο Αλεχάνδρο όμως τον κοίταξε με παγωμένο βλέμμα. Στο όμορφο πρόσωπο του Τέρρυ έβλεπε έναν αντίζηλο που δεν θα μπορούσε ποτέ να νικήσει. Ο Τέρρυ έσκυψε πάνω από τη Σουζάνα:
«Τι συμβαίνει;», ρώτησε απότομα.
«Δεν είναι κάτι σοβαρό. Λιποθύμησε κύριε», απάντησε ο θυρωρός.
«Είστε ο γιατρός; Τι της συνέβη;»
«Όχι, ο θυρωρός είμαι, αλλά …»
«Και τότε πως είστε σίγουρος ότι δεν είναι κάτι σοβαρό;», φώναξε εκνευρισμένος ο Τέρρυ.
«Ξέρετε κύριε…», ψέλλισε ο θυρωρός.
Ο Τέρρυ τη σήκωσε στα χέρια του:
«Πάμε να σε δει ένας γιατρός».
Φτάνοντας στο ύψος του Αλεχάνδρο ο Τέρρυ τον κοίταξε ψυχρά:
«Μα τι σκεφτόσασταν και δεν φέρατε έναν γιατρό;»
«Σε παρακαλώ Τέρρυ! Από την κούραση ήταν. Το παράκανα! Δεν υπάρχει λόγος αναστάτωσης», δικαιολογήθηκε η Σουζάνα.
«Αυτοί οι άνθρωποι σε προσέχουν Σουζάνα;», ρώτησε ο Τέρρυ καθώς απομακρυνόταν από το γραφείο αφήνοντας πίσω τον Αλεχάνδρο να τον κοιτάει με μίσος.
'Τι κακότροπος και αχώνευτος άνθρωπος! Όμως αγαπάει πολύ τη Σουζάνα! Και τι δεν θα έδινα να είμαι στη θέση του!' σκέφτηκε ο Αλεχάνδρο καθώς τους κοίταζε να βγαίνουν από το γραφείο.
Η Κριστίν γύρισε από το συνέδριο εξαντλημένη στο ξενοδοχείο. Πλησίασε τη ρεσεψιόν για να ζητήσει το κλειδί του δωματίου της. Μαζί με το κλειδί ο ρεσεψιονίστ της έδωσε και έναν φάκελο:
«Έχετε και ένα γράμμα δεσποινίς».
«Σας ευχαριστώ», είπε η Κριστίν και τον πήρε στα χέρια της. Ανέβηκε στο δωμάτιό της. Άνοιξε το φάκελο με περιέργεια και διάβασε:
Κριστίν
Μόλις ενημερώθηκα την άφιξή σου στο Σικάγο. Θα χαρώ πολύ να σε συναντήσω πριν φύγεις. Θα μπορώ να είμαι αύριο το απόγευμα στις 5 στην είσοδο του ξενοδοχείου σου. Ελπίζω να σε δω.
Γουίλιαμ Άλμπερτ Άρντλευ
Η καρδιά της Κριστίν χτυπούσε σαν τρελή. Θα μπορούσε να είναι αλήθεια λοιπόν; Ο Γουίλιαμ να θέλει να τη δει; Από χτες που συνάντησε την Κάντυ, δεν μπορούσε να τον βγάλει από το μυαλό της. Θυμήθηκε όλες τις όμορφες στιγμές που πέρασαν μαζί στο πανεπιστήμιο. Τους περιπάτους τους, τις συζητήσεις τους, το πρώτο της φιλί… και όλα τα υπόλοιπα που ακολούθησαν. Η μοίρα τους είχε χωρίσει τότε, αλλά εκείνη δεν μπόρεσε να τον ξεχάσει ποτέ. Αφοσιώθηκε στη δουλειά της και δεν άφηνε περιθώριο για κανέναν και τίποτα. Ταξίδευε συχνά και φρόντιζε να μην μένει πουθενά για πολύ. Η μόνη φορά που ζήτησε να στεριώσει κάπου στη ζωή της ήταν με τον Γουίλιαμ. Όταν χώρισαν για την Κριστίν ήταν πιο εύκολη η φυγή. Να είναι παντού και πουθενά. Να μην ξαναδεσμευτεί με τίποτα και με κανέναν.
Τώρα λοιπόν ο Γουίλιαμ της ζήτησε να τη δει; Έπρεπε να τον συναντήσει; Τι θα του έλεγε; Πως θα μπορούσε μετά να τον αποχωριστεί ξανά; Πως θα του φαινόταν αυτή μετά από τόσα χρόνια; Δεν ήταν πια κοριτσάκι. Ήταν σχεδόν 27 χρονών. Κι αν απογοητευόταν όταν την έβλεπε; Αλλά και πάλι, τι σημασία θα είχε;
Οι ίδιες σκέψεις όμως είχαν περάσει και από το μυαλό του Άλμπερτ. Δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να τη συναντήσει. Τι θα της έλεγε; Και κυριότερα, τι θα του έλεγε αυτή; Στο μυαλό του την είχε φανταστεί σύζυγο και μητέρα τριών παιδιών. Πως θα μπορούσε ο ίδιος να ζήσει μετά με τη βεβαιότητα μιας τέτοιας εικόνας; Κι αν αυτό δεν ίσχυε, πως θα της φαινόταν μετά από τόσα χρόνια; Στη σκέψη του ήρθε η φωνή της Κάντυ πριν από λίγη ώρα 'Έλα τώρα Άλμπερτ. Μην κάνεις σαν μωρό. Ποια γυναίκα μπορεί να σου αντισταθεί εσένα; Και να μην ανησυχείς καθόλου. Εμένα μια χαρά ανύπαντρη μου φάνηκε'. Κι από την άλλη βέβαια πως θα μπορούσε ο ίδιος να συνεχίσει γνωρίζοντας ότι μπορούσε να κάνει κάτι και δεν το έκανε; Γνωρίζοντας ότι για δεύτερη φορά δεν πάλεψε και δεν προσπάθησε γι'αυτήν. Όχι! Αυτό ήταν χειρότερο. Έπρεπε να τη συναντήσει. Έγραψε το μήνυμα και φώναξε τον Τζωρτζ στο γραφείο του.
«Τζωρτζ, θα ήθελα σε παρακαλώ να παραδώσεις εσύ προσωπικά αυτό το γράμμα. Δεν θα ήθελα να παραπέσει πουθενά», είπε ο Άλμπερτ δίνοντάς του το γράμμα.
Ο Τζωρτζ κοίταξε το φάκελο και τα έχασε:
«Κριστίν Σκοτ, ξενοδοχείο Σικάγο Παλλάς, δωμάτιο 308».
Ο Τζωρτζ σήκωσε το κεφάλι και αντίκρισε τον Άλμπερτ. Είχε χρόνια να ακούσει αυτό το όνομα, αλλά ήξερε καλά πόσα σήμαινε αυτό το όνομα για τον Άλμπερτ.
«Να μείνω ήσυχος Τζωρτζ;»
«Ασφαλώς Γουίλιαμ», είπε ο Τζωρτζ και βγήκε από το γραφείο του Άλμπερτ.
Ο Άλμπερτ ήταν ακριβώς στις 5 στο λόμπυ του ξενοδοχείου. Ένιωθε σαν μαθητής πρώτη μέρα στο σχολείο. Η αγωνία του μεγάλωνε και τα λεπτά του φαίνονταν αιώνες. Ξαφνικά την είδε να κατεβαίνει τις σκάλες. Τα μάτια του δεν μπορούσαν να φύγουν από τη μορφή της. Ήταν η ίδια. Ο χρόνος που πέρασε από πάνω της είχε απλά καταφέρει να ωριμάσει και να καλυτερέψει τα ήδη όμορφα χαρακτηριστικά της. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει έντονα.
Η Κριστίν, με αργό βήμα δεν μπορούσε και η ίδια να πιστέψει πόσο της είχαν λείψει αυτά τα μπλε μάτια που την κοίταζαν τόσο έντονα να πλησιάζει. Ένιωσε ότι θα της κοβόταν η ανάσα όταν επιτέλους έφτασε κοντά του:
«Καλησπέρα Γουίλιαμ», είπε με ένα τρυφερό αφοπλιστικό χαμόγελο.
Ο Άλμπερτ ένιωσε να ανατριχιάζει μόλις άκουσε τη φωνή της να αποκαλεί το όνομά του. Έσκυψε σε μια μικρή υπόκλιση, πήρε το χέρι της και το φίλησε. Η Κριστίν ένιωσε ότι ζαλιζόταν μόλις ένιωσε το χέρι της στο δικό του:
«Καλησπέρα Κριστίν».
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Λέξη δεν έβγαινε από τα χείλη τους. Η σιωπή που απλωνόταν ήταν ο πιο έντονος διάλογος μεταξύ τους. Χρόνια μοναξιάς, απουσίας, πόθου, πόνου, δακρύων είχαν απλωθεί σε αυτό το πέπλο σιωπής που τους τύλιγε. Μέχρι να φτάσουν σε ένα κοντινό πάρκο δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Δεν αντάλλαξαν ματιά. Και μόνο όταν πια περπατούσαν στο πάρκο ένιωσαν και οι δυο πιο οικεία και ξεκίνησαν τη συζήτηση.
Η δουλειά και το πολυάσχολο πρόγραμμα του καθενός ήταν η πιο ασφαλής συζήτηση. Σχεδόν σίγουρα δεν άγγιζε κανένα ευαίσθητο σημείο. Πέρασαν ώρα μιλώντας για τα προγράμματά τους και για τα μελλοντικά τους επαγγελματικά πλάνα. Κάθε φορά που κάποιος από τους δύο μίλαγε, έβλεπες ξεκάθαρα τον άλλον να ακούει και να παρατηρεί τον ομιλητή του χαμένος στο χείμαρρο των δικών του αναμνήσεων.
Δεν πήρε πολύ ώρα για να νιώσουν και οι δύο πια πολύ όμορφα με τη συντροφιά του άλλου. Μίλαγαν ασταμάτητα και γέλαγαν δυνατά και εγκάρδια. Σαν δυο φίλοι που δεν αποχωρίστηκαν ποτέ. Σαν δυο εραστές που ήταν ακόμα μαζί.
Καθώς η ώρα προχωρούσε ο Άλμπερτ βρήκε την ευκαιρία να περάσει τη συζήτηση σε πιο προσωπικά επίπεδα και να ρωτήσει αυτό που τον έκαιγε περισσότερο:
«Και δεν παντρεύτηκες ποτέ Κριστίν;», τη ρώτησε με αργή και σταθερή φωνή.
«Όχι», είπε απλά η Κριστίν.
«Πως κι έτσι;», συνέχισε ο Άλμπερτ προσπαθώντας να μάθει περισσότερα.
«Αυτά είναι τυχερά Γουίλιαμ. Η δουλειά μου με κρατάει πολύ απασχολημένη ξέρεις». Η Κριστίν προσπάθησε να απομακρύνει τη συζήτηση από την πορεία που έπαιρνε:
«Κι εσύ όμως παρόλο που δεν παντρεύτηκες, έχεις μια κόρη σε ηλικία γάμου…»
Ο Άλμπερτ χαμογέλασε φέρνοντας το πρόσωπο της Κάντυ στο νου του:
«Πράγματι. Η μικρή μου είναι πια ολόκληρη δεσποινίς».
«Είναι φοβερά συμπαθητικό αυτό το κορίτσι. Έχει κάτι… Έχει κάτι επάνω της που σε κερδίζει με την πρώτη ματιά...»
«Θα εκπλαγείς για το πόσες ώρες μπορώ να σου εξηγώ τι είναι αυτό το κάτι», απάντησε ο Άλμπερτ χαμογελώντας.
Λίγο αργότερα έφτασαν και πάλι έξω από το ξενοδοχείο της Κριστίν.
«Σε ευχαριστώ Γουίλιαμ. Καληνύχτα» είπε η Κριστίν και γύρισε να φύγει. Ο Άλμπερτ με μια απότομη κίνηση της έπιασε το χέρι και τη σταμάτησε:
«Μια στιγμή! Μπορώ να σε ξαναδώ αύριο;», τη ρώτησε ξεκάθαρα, όμως στο βλέμμα του διακρινόταν η αγωνία για την απάντησή της.
«Εεεε… ναι… βέβαια, αλλά δεν θα πρέπει να αργήσουμε για να προλάβω να ετοιμάσω τα πράγματά μου. Μεθαύριο το πρωί φεύγω».
«Σου υπόσχομαι να μην σε καθυστερήσω από το πρόγραμμά σου», είπε ο Άλμπερτ και συμπλήρωσε:
«Αύριο την ίδια ώρα;»
«Ναι» απάντησε η Κριστίν.
Ο Άλμπερτ της φίλησε το χέρι και το άφησε να γλιστρήσει απαλά:
«Καληνύχτα Κριστίν».
Η Κριστίν τον κοίταζε μαγεμένη:
«Καληνύχτα Γουίλιαμ», είπε και μπήκε βιαστικά στο ξενοδοχείο.
Ανέβηκε στο δωμάτιό της και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Έκατσε στο κρεβάτι της και ψέλλισε:
«Γουίλιαμ! Γουίλιαμ!» προτού ξεσπάσει σε κλάματα. «Πως θα μπορέσω να σε αποχωριστώ Γουίλιαμ; Τι ανόητη που ήμουν; Δεν έπρεπε να δεχτώ να σε συναντήσω ποτέ».
Το επόμενο απόγευμα ακριβώς στις 5 ο Άλμπερτ περίμενε την Κριστίν με ένα λουλούδι στο χέρι. Της το πρόσφερε αμέσως μόλις την είδε:
«Επέτρεψέ μου να σου προσφέρω αυτό το μικρό λουλούδι. Προτίμησα αυτό από τον κήπο μου».
Η Κριστίν το πήρε στα χέρια της και το πλησίασε στη μύτη της. Έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντας τη μυρωδιά του. Ο Άλμπερτ απολάμβανε το θέαμα.
«Σε ευχαριστώ Γουίλιαμ», είπε η Κριστίν και του χαμογέλασε.
«Θα ήθελες να περπατήσουμε απόψε;», ρώτησε ευγενικά ο Άλμπερτ.
Η Κριστίν ενθουσιάστηκε με την ιδέα:
«Μα ναι. Ακούγεται καταπληκτική ιδέα» είπε η Κριστίν όλο ενθουσιασμό.
Και αυτό το απόγευμα πέρασε χωρίς να το καταλάβουν. Περπάταγαν στους δρόμους του Σικάγο συζητώντας και γελώντας. Η Κριστίν ένιωθε την καρδιά της έτοιμη να σπάσει κάθε φορά που την πλησίαζε ο Άλμπερτ. Ένιωθε τόσο εύθραυστη που πολλές φορές πίστευε ότι θα ξεσπάσει σε κλάματα.
Ο Άλμπερτ αντιθέτως ένιωθε πολύ καλά με την Κριστίν. Βλέποντας τη δεχτική της συμπεριφορά απέναντί του έπαιρνε όλο και περισσότερο θάρρος. Ένιωθε όλο και πιο σίγουρος για τις κινήσεις που έπρεπε να ακολουθήσει. Ήταν ασφαλώς πολύ προσεχτικός γιατί καταλάβαινε ότι όλη η κατάσταση κρεμόταν σε μια λεπτή κλωστή.
Η ώρα του αποχαιρετισμού τους πλησίαζε. Περνώντας έξω από το πάρκο που ήταν δίπλα στο ξενοδοχείο της Κριστίν ο Άλμπερτ κοντοστάθηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Η Κριστίν τον κοίταξε απορημένη:
«Γιατί σταμάτησες;» τον ρώτησε.
Ο Άλμπερτ βλέποντας τα γαλάζια μάτια της να τον κοιτάνε πήρε όλη τη δύναμη που χρειαζόταν και την πλησίασε. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια και της είπε με τον πιο απλό τρόπο όλα όσα σκεφτόταν αυτές τις μέρες:
«Κριστίν… Θέλω να προσπαθήσω να σε ξανακερδίσω. Θα κάνω τα πάντα να μην σε απογοητεύσω αυτή τη φορά. Τι λες; Θα μου δώσεις μια ευκαιρία;»
Η Κριστίν τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε γλυκά. Ο Άλμπερτ έσκυψε και ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Εκείνη του ανταπέδωσε το φιλί του. Ο Άλμπερτ ένιωσε μια ειλικρίνεια σε αυτό το φιλί. Έμοιαζε με αυτά που της έδινε πριν χρόνια μπροστά στον Τάμεση. Ένιωθε όμως σαν να μην πέρασε ούτε μέρα από την τελευταία φορά που τη φίλησε.
Σήκωσε τα χέρια της και ακούμπησε τις παλάμες της στα μάγουλά του κλείνοντας έτσι το πρόσωπό του στα χέρια της. Ο Άλμπερτ που λάτρευε αυτή της την κίνηση τη φίλησε πιο έντονα, τύλιξε τα χέρια του στη μέση της και τη σήκωσε ψιλά στην αγκαλιά του συνεχίζοντας να τη φιλάει. Όταν πια απομάκρυνε τα χείλη του από τα δικά της φόρεσε το πιο πλατύ χαμόγελο στα χείλη του και της είπε:
«Με κάνεις τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο».
«Κι εσύ Γουίλιαμ», απάντησε η Κριστίν και μην μπορώντας να ελέγξει άλλο τα συναισθήματά της ένιωσε τα μάτια της να πλημμυρίζουν με δάκρυα.
Το επόμενο πρωινό ο Άλμπερτ τη συνόδεψε μέχρι το σταθμό. Ο χρόνος που τους έμενε ακόμα ήταν πια ελάχιστος. Ο Άλμπερτ την αγκάλιαζε και τη φιλούσε διαρκώς σα να ήταν ακόμα φοιτητές.
Κάποια στιγμή η Κριστίν ξεκόλλησε τα χείλη της και του είπε με ύφος δήθεν ενοχλημένο:
«Σταμάτα Γουίλιαμ. Έχουμε γίνει θέαμα. Πρέπει να ανέβω».
Ο Άλμπερτ πήρε τα χέρια της στα δικά του και της είπε:
«Κριστίν, θέλω να ξέρεις ότι όσα δεν έκανα και όσα δεν είπα, για όλα θα επανορθώσω τώρα. Όσα δάκρυα χύσαμε και όσες πικρές στιγμές μοναξιάς ζήσαμε, τόσες και ακόμα περισσότερες στιγμές ευτυχίας σου υπόσχομαι. Δεν θα αφήσω κανένα εμπόδιο να μπει ανάμεσά μας. Θέλω να με πιστέψεις ότι θα κάνω τα πάντα για να ξανακερδίσω την εμπιστοσύνη σου και να είμαστε και πάλι μαζί».
Η Κριστίν ακούμπησε απαλά τα χείλη της στα δικά του και του απάντησε:
«Ποτέ δεν σε πίστεψα περισσότερο Γουίλιαμ», και αφήνοντάς τον πίσω της ανέβηκε στο τρένο.
Η Κάντυ έβγαλε ένα περιδέραιο και το πέρασε στο λαιμό της Πάτυ:
«Αυτό είναι από την Άννυ μας που δεν μπορεί να είναι σήμερα εδώ», είπε η Κάντυ συγκινημένη στην Πάτυ και συμπλήρωσε: «Είσαι πανέμορφη Πάτυ μου!»
Η Πάτυ έτοιμη να δακρύσει ακούμπησε με το λευκό της γάντι το περιδέραιο:
«Πόσο πιο όμορφη είναι η ζωή μου με εσάς τις δύο Κάντυ. Σας ευχαριστώ για όλα».
«Έλα τώρα Πάτυ. Δεν είναι ώρα να μας πιάνουν τα κλάματα. Θα χαλάσει το μακιγιάζ», διαμαρτυρήθηκε εύθυμα η Κάντυ.
Ο Άρτσι χτύπησε την πόρτα:
«Πάτυ. Όλοι σε περιμένουν». Η Πάτυ ένευσε καταφατικά και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Άρτσι της πρότεινε το μπράτσο του. Η Πάτυ πέρασε το χέρι της μέσα στο δικό του και τον κοίταξε συγκινημένη. Στο μυαλό της ήρθαν τα λόγια του λίγη ώρα πριν: 'Πάτυ, ξέρω ότι δεν είμαστε συγγενείς, αλλά θα ήταν τιμή μου να σε συνοδεύσω. Άλλωστε αν όλα ήταν αλλιώς τώρα θα ήσουν αδερφή μου, άρα μπορείς να πεις ότι κατά κάποιο τρόπο έχουμε μια συγγένεια'. Προχώρησαν και βγήκαν στην αυλή όπου θα γινόταν η τελετή.
Η Κάντυ παρακολουθούσε συγκινημένη και όταν είδε τον Τομ να φιλάει την Πάτυ στο τέλος της τελετής, δάκρυα χαράς κύλησαν στα μάτια της. Σύντομα θα ακολουθούσε και ο δικός της γάμος, αλλά για κάποιον λόγο που η Κάντυ γνώριζε καλά, δεν βιαζόταν καθόλου για αυτή την ημέρα.
Ο Άλμπερτ χτύπησε ανυπόμονα την πόρτα του διαμερίσματος της Κριστίν. Η Κριστίν τα έχασε όταν τον είδε μπροστά της.
«Γουίλιαμ!», αναφώνησε η Κριστίν. Ο Άλμπερτ την έκλεισε στην αγκαλιά του και τη φίλησε.
Δεν έχανε ευκαιρία να πηγαίνει στη Νέα Υόρκη για να τη δει. Από την ημέρα που ξανασυναντήθηκαν, έκανε ότι μπορούσε για να είναι κοντά της. Τα πολλά ταξίδια για δουλειές δεν κίνησαν τις υποψίες σε κανέναν για τις συχνές επισκέψεις του Άλμπερτ στη Νέα Υόρκη. Μόνο ο Τζωρτζ ήξερε που θα ήταν και παρακολουθούσε ανήσυχα όλες τις κινήσεις του. Ήξερε καλά μέχρι που ήταν διατεθειμένος να φτάσει ο Άλμπερτ για την Κριστίν και η διαδικασία τον τρόμαζε.
Την ώρα που ξημέρωνε η Κριστίν ξύπνησε και κατάλαβε ότι ο Άλμπερτ δεν ήταν πια στο κρεβάτι:
«Γουίλιαμ;», τον αναζήτησε.
«Σε ξύπνησα;», άκουσε απαλή τη φωνή του να της απαντάει και ένιωσε ανακούφιση.
«Όχι. Ξύπνησα και δεν σε είδα δίπλα μου και…»
«Δεν πάω πουθενά Κριστίν. Κοιμήσου καρδιά μου».
Η Κριστίν τύλιξε το σεντόνι γύρω της και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Τον πλησίασε και έκατσε δίπλα του κοιτάζοντας μαζί του τα φώτα της πόλης να σβήνουν και τον ήλιο να στέλνει δειλά τις πρώτες ακτίνες του στο νυχτερινό ουρανό:
«Ποιες σκέψεις σε κρατάνε ξάγρυπνο απόψε;»
Ο Άλμπερτ την κοίταξε και της χαμογέλασε. Αυτή η γυναίκα τον ήξερε τόσο καλά! Αναρωτιόταν συχνά αν μπορούσε να διαβάσει και τις σκέψεις του:
«Πόσο πολύτιμο χρόνο χάσαμε Κριστίν;»
«Δεν θυμάμαι καμιά μέρα που να μην ήσουν στην καρδιά μου Γουίλιαμ. Απλά είχαμε καιρό να ειδωθούμε», του απάντησε απαλά.
«Ήμουν σίγουρος ότι θα είχες κάνει οικογένεια ως τώρα. Δεν σε βρήκα ποτέ στη Γαλλία και όταν πια συνήλθα από την αμνησία είχε περάσει τόσος καιρός που είχα πια απελπιστεί. Δεν είχα το κουράγιο να μάθω την αλήθεια…»
Η Κριστίν χαμογέλασε:
«Οικογένεια; Πως σου ήρθε αυτή η απίθανη ιδέα Γουίλιαμ;»
«Απίθανη; Το απίθανο είναι που δεν έχεις οικογένεια Κριστίν!»
Η Κριστίν τον κοίταξε και άπλωσε το χέρι της στο πρόσωπό του. Άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά απαλά:
«Θυμάσαι Γουίλιαμ κάποτε έξω από τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ στο πάρκο, που σου ορκίστηκα ότι θα είμαι δική σου για πάντα;»
Ο Άλμπερτ χαμογέλασε και ένευσε καταφατικά. Η Κριστίν συνέχισε:
«Δεν είχα σκοπό να πατήσω τον όρκο μου Γουίλιαμ και δεν το έκανα ποτέ. Πως θα μπορούσα να κάνω οικογένεια όταν όλα όσα είχα ήταν πάντα δικά σου; Όταν εγώ ήμουν δική σου και μόνο δική σου;»
Ο Άλμπερτ ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Κάθε λέξη αυτής της γυναίκας τον έκανε να νιώθει πιο παραδομένος στην αγάπη της και πιο ευάλωτος. Γύρισε και την κοίταξε:
«Τότε είχες δεχτεί να γίνεις γυναίκα μου Κριστίν αλλά ο γάμος μας δεν έγινε ποτέ. Θα χρειαστεί να κάνω κι άλλη πρόταση για τον ίδιο γάμο; Θα είναι πρωτάκουστο! Δύο προτάσεις για τον ίδιο γάμο!», είπε χαμογελαστά ο Άλμπερτ.
Η Κριστίν τον αγκάλιασε και τον φίλησε ευτυχισμένη:
«Πως θα μπορούσα να αρνηθώ αγάπη μου;»
«Έλα στο Σικάγο μαζί μου Κριστίν. Δεν υπάρχει πια λόγος να ζούμε χώρια. Παράτα τα όλα κι έλα μαζί μου. Θα βρεις μια δουλειά εκεί. Ή ακόμα καλύτερα, μην βρεις καν δουλειά. Θα ταξιδεύουμε μαζί. Θα φροντίσω να μη σου λείψει ποτέ τίποτα. Θα έχεις ότι χρειαστείς για να ετοιμάσεις το γάμο. Θα έχεις ότι χρειαστείς γενικότερα. Έλα όμως κοντά μου. Δεν αντέχω να είσαι τόσο μακριά μου πια!»
Η Κριστίν χαμογέλασε πικρά:
«Ευχαρίστως τα παρατάω όλα Γουίλιαμ για να είμαι μαζί σου, αλλά δεν νομίζεις ότι θα πρέπει να λύσουμε το πρόβλημα της οικογενείας σου πρώτα;»
«Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα Κριστίν. Στο υποσχέθηκα ότι θα κάνω τα πάντα για να είμαστε μαζί».
«Ας μη βιαζόμαστε Γουίλιαμ! Αν είμαστε τυχεροί έχουμε μια ολόκληρη ζωή μπροστά μας», είπε η Κριστίν και τον φίλησε, παρασέρνοντάς τον πάλι στο κρεβάτι της.
Το ενθουσιασμένο κοινό χειροκροτούσε ικανοποιημένο. Τα παιδιά υποκλίνονταν χαρούμενα. Η κατάμεστη μικρή αίθουσα φιλοξενούσε χαρούμενους ανθρώπους που φώναζαν και ζητωκραύγαζαν ικανοποιημένοι. Η Σουζάνα βουρκωμένη άκουγε το κοινό να αποθεώνει τα μικρά παιδιά και η καρδιά της πλημμύριζε από ικανοποίηση και ευχαρίστηση.
Ο Ρόμπερτ την πλησίασε και της χαμογέλασε ικανοποιημένος προσφέροντάς της μια ανθοδέσμη λουλούδια:
«Το ήξερα ότι μπορούσα να σου έχω τυφλή εμπιστοσύνη Σουζάνα. Εδώ πάνω υπάρχουν μελλοντικοί σπουδαίοι καλλιτέχνες, αλλά μάλλον το ξέρεις ήδη».
«Κάποια από τα παιδιά θα έχουν λαμπρό μέλλον Ρόμπερτ στο θέατρο. Είμαι σίγουρη».
Ο Αλεχάνδρο και η Σόφι την πλησίασαν:
«Σενιορίτα Σουζάνα, Ντιος Μιο, ήταν τόσο όμορφα! Μι μπονίτα Κλαρίτα!», είπε η Σόφι με τα ισπανοαγγλικά της και η Σουζάνα χαμογέλασε:
«Είναι πολύ καλή η Κλάρα κυρία Σόφι. Να περιμένετε μεγάλα πράγματα από αυτό το κορίτσι».
«Σε ευχαριστούμε Σουζάνα για όλα», ο Αλεχάνδρο ευχαρίστησε για μια ακόμη φορά τη Σουζάνα και τα μάτια του έλαμπαν καθώς την κοίταγε με θαυμασμό. Η Σουζάνα του ανταπέδωσε ένα αστραφτερό χαμόγελο:
«Χαίρομαι Αλεχάνδρο που της δώσατε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα».
Τη συζήτησή τους διέκοψε ο Άλμπερτ ο οποίος πλησίασε μαζί με τον Τέρρυ. Της φίλησε το χέρι και της είπε ευγενικά:
«Συγχαρητήρια δεσποινίς Μάρλοου».
«Χαίρομαι που σας άρεσε κύριε Άρντλευ. Έλπιζα να μη σας απογοητεύσει».
«Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από εσάς», είπε ειλικρινά ο Άλμπερτ, έκανε μια μικρή υπόκλιση και αποχώρησε:
«Τέρρυ θα σε δω αργότερα;»
«Θα έρθω να σε βρω Άλμπερτ», είπε ο Τέρρυ και χτύπησε φιλικά την πλάτη του Άλμπερτ.
Η Σουζάνα έμεινε έκπληκτη με την οικειότητα των δύο αντρών. Δεν ήξερε καν ότι γνωρίζονταν και δεν είχε ξαναδεί με κανέναν άλλον τον Τέρρυ να φέρεται τόσο άνετα.
«Σουζάνα κοριτσάκι μου. Συγχαρητήρια», διέκοψε τις σκέψεις της η φωνή της κυρίας Μάρλοου που αγκάλιασε και φίλησε υπερήφανα την κόρη της.
«Δεν ήταν άσχημα Σουζάνα» συμπλήρωσε ο Τέρρυ.
Η Σουζάνα ένιωθε ευτυχισμένη. Μετά από πολύ καιρό είχε και πάλι την προσοχή όλων στραμμένη επάνω της.
«Λοιπόν Άλμπερτ αν δεν σε ήξερα καλύτερα θα έλεγα ότι τελευταία τεμπελιάζεις. Δεν ξεκολλάς από τη Νέα Υόρκη φίλε μου. Τρίτη φορά στον ίδιο μήνα; Μη μου πεις ότι δεν θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς να δεις την παιδική παράσταση;»
«Γυναίκες φίλε μου. Κάνουν τη Γη να γυρίζει», είπε ο Άλμπερτ χαμογελώντας.
«Δεν είχαμε χρόνο να μιλήσουμε γι'αυτό. Φαίνεται πάντως ότι αυτή η κοπέλα σε έχει κάνει να αστράφτεις ολόκληρος. Η αλλαγή επάνω σου φωνάζει από χιλιόμετρα», είπε εύθυμα ο Τέρρενς.
«Δεν μπορείς να φανταστείς Τέρρυ τη χαρά μου. Να μπορώ να είμαι με τη γυναίκα που αγαπώ μετά από τόσα χρόνια; Ούτε καν το φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να συμβεί».
«Πίστεψέ με Άλμπερτ. Ξέρω πολύ καλά τι εννοείς».
«Συγνώμη Τέρρυ. Μάλλον δεν έπρεπε να μιλάω γι'αυτό το θέμα».
«Δεν θα αλλάξουμε όλη τη ζωή μας Άλμπερτ επειδή εγώ δεν μπορώ να είμαι με τη γυναίκα που αγαπώ. Ας πιούμε ένα ακόμα φίλε μου».
Σήκωσε το ποτήρι του:
«Στις γυναίκες που αγαπήσαμε».
«Στις γυναίκες που δεν ξεχάσαμε Τέρρυ».
«...Και στα όνειρα που μπορεί και να γίνουν πραγματικότητα».
«Εύχομαι κάποτε να πίνουμε και στα δικά σου όνειρα...»
«Μην παίζεις μαζί μου Άλμπερτ! Ξέρεις ότι κάποια όνειρα είναι για να παραμένουν όνειρα».
«Όσο σηκώνεται ψηλά ο ήλιος Τέρρυ και όσο ήμαστε ζωντανοί υπάρχει πάντα ελπίδα».
«Ο ήλιος έχει σβήσει εδώ και καιρό και όσο για το ζωντανός... Τι καθορίζει έναν ζωντανό άντρα Άλμπερτ; Η καρδιά που συνεχίζει να χτυπάει, ή η ψυχή που αιμορραγεί και τελικά πεθαίνει πολύ πριν σταματήσει να χτυπάει η καρδιά; Είναι αλήθεια κάποιος ζωντανός όταν δεν έχει νόημα πια η ζωή του; Όταν η κάθε μέρα είναι μια ίδια με τις άλλες; Χωρίς τίποτα να ελπίζει; Χωρίς τίποτα να περιμένει;»
«Υπάρχει πάντα ελπίδα Τέρρυ. Και στο λέει ένας άνθρωπος που είχε χάσει την ελπίδα για εφτά σχεδόν χρόνια. Μην απελπίζεσαι φίλε μου...»
Ο Τέρρυ χάθηκε για μια ακόμα φορά στις σκέψεις του. Πριν λίγο καιρό οι γονείς του ξανασμίξαν μετά από τόσα χρόνια και τώρα ο Άλμπερτ με την κοπέλα του. Λες τελικά να υπάρχει πάντα ελπίδα;
«Όσο είμαστε ζωντανοί», μονολόγησε ο Τέρρυ, ξανασήκωσε το ποτό του και πάλι κοιτάζοντας τον Άλμπερτ:
«Στις δεύτερες ευκαιρίες Άλμπερτ...»
«...στις δεύτερες ευκαιρίες», επανέλαβε ο Άλμπερτ και οι δύο άντρες ήπιαν από το ποτό τους.
Ο Άλμπερτ μπήκε αποφασισμένος στο σαλόνι:
«Θεία;»
«Γουίλιαμ. Θα πάρεις τσάι μαζί μου;»
«Ευχαρίστως Θεία. Θα ήθελα να σου ανακοινώσω κάτι πολύ σημαντικό».
«Έχεις την προσοχή μου Γουίλιαμ».
«Θα ήθελα να σου ανακοινώσω ότι ήρθε η ώρα να κάνω δική μου οικογένεια!»
«Επιτέλους Γουίλιαμ. Να και κάτι ευχάριστο. Οι προτάσεις πέφτουν βροχή. Δεν έχεις μόνο παρά να επιλέξεις».
«Το έχω κάνει ήδη Θεία».
«Να υποθέσω την τελευταία γνωριμία σου; Την δεσποινίδα Νιούτον;»
«Όχι Θεία μου, θα χρειαστεί να πας αρκετά πίσω στις γνωριμίες μου για να μαντέψεις το όνομα της μέλλουσας συζύγου μου».
«Πες μου Γουίλιαμ. Δεν είναι θέμα για παιχνίδια αυτό».
«Κριστίν Σκοτ».
Το βλέμμα της μεγάλης Θείας Ελρόυ σκοτείνιασε:
«Αυτό το θέμα το έχουμε λύσει στο παρελθόν Γουίλιαμ. Δεν υπάρχει λόγος να το συζητάμε μετά από τόσα χρόνια».
«Θα συμφωνήσω μαζί σου Θεία. Δεν ήρθα για να το συζητήσω. Ήρθα για να στο ανακοινώσω. Η απόφαση μου είναι αμετάκλητη».
«Γουίλιαμ, νομίζω ότι παραφέρεσαι».
«Κάθε άλλο Θεία. Θα ήθελα να κλείσουμε τη συζήτηση χωρίς να χρειαστεί να παραφερθώ. Έχεις μερικές εβδομάδες να το αποδεχτείς προτού μετακομίσει εδώ και η Κριστίν για να ρυθμίσει τις ετοιμασίες του γάμου. Μπορείς αν θες να το ανακοινώσεις ήδη στους κύκλους σου γιατί πολύ σύντομα θα έχουμε γάμο».
Η Θεία Ελρόυ τον κοιτούσε ανέκφραστη. Ποτέ δεν συμφώνησε με τις αποφάσεις του Άλμπερτ αλλά πάντα είχε τον τρόπο της να τον επηρεάζει. Σε κάποιες όμως ο Άλμπερτ ήταν αμετάκλητος. Το ίδιο φαινόταν και τώρα. Κατά βάθος η Θεία δεν ήταν πολύ απογοητευμένη από την επιλογή του. Είχε περάσει τόσος καιρός και είχε απορρίψει όλες τις προτάσεις που είχε, που η Θεία είχε αρχίσει να απογοητεύεται ότι δεν θα επέλεγε να κάνει οικογένεια. Κάτι τέτοιο θα ήταν τουλάχιστον καταστροφή για την οικογένεια Άρντλευ. Ο Άλμπερτ έπρεπε να φροντίσει για τη διαδοχή του και τα χρόνια περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα. Ένας ανεπιθύμητος γάμος που θα επέφερε την διαδοχή στην οικογένεια ήταν καλύτερος από έναν ανύπαρκτο γάμο. Έτσι λαμβάνοντας υπόψη την αποφασιστικότητα του Άλμπερτ για αυτό το γάμο του απάντησε ψυχρά:
«Εάν αυτό κρίνεις ότι είναι το καλό για την οικογένειά μας Γουίλιαμ τότε λυπάμαι. Δεν μπορώ να καταλάβω την επιμονή σου να παντρευτείς αυτή τη γυναίκα, αλλά δεν μου δίνεις άλλη επιλογή παρά να σεβαστώ τις αποφάσεις σου. Εύχομαι μόνο να μην ντροπιαστεί τελικά το όνομα της οικογένειάς μας».
«Κρίνω ότι είναι καλό για μένα Θεία. Κι αν εγώ είμαι καλά, τότε θα είναι και η οικογένεια. Λυπάμαι που δεν μπορείς να συμμεριστείς τη χαρά μου. Εύχομαι με τον καιρό να αλλάξεις γνώμη».
Ο Άλμπερτ αποχώρησε από το δωμάτιο ικανοποιημένος. Περίμενε ακόμα χειρότερες διαμάχες και εντυπωσιάστηκε με την εύκολη νίκη του. Δεν ήξερε ποιον θα έπρεπε να ευχαριστήσει για αυτό, αλλά τουλάχιστον το δύσκολο κομμάτι είχε επιτέλους περάσει. Το μόνο που είχε σημασία τώρα ήταν να έρθει η Κριστίν. Θα της πρότεινε να μείνουν μαζί στο διαμέρισμά του στο κέντρο της πόλης μέχρι την ώρα που θα μπορούσαν να μετακομίσουν στην έπαυλη.
Η Κάντυ ένιωθε μεγάλη ανακουφισμένη φεύγοντας από το γραφείο του Άλμπερτ. Ο Άλμπερτ όχι μόνο θα τη συνόδευε μέχρι τη Νέα Υόρκη, αλλά θα το έκανε και με μεγάλη ευχαρίστηση, αφού είχε να βοηθήσει και την Κριστίν να ετοιμαστεί για τη μετακόμισή της στο Σικάγο.
Σκέφτηκε να πάει μόνη της να βρει τον Τέρρυ, αλλά η ιστορία της είχε μάθει ότι θα χρειαζόταν οπωσδήποτε έναν ώμο να κλάψει μετά και μάλιστα έναν συγκεκριμένο ώμο. Αυτόν του Άλμπερτ. Αυτόν που τη στήριζε πάντα. Άλλωστε δεν είχε μιλήσει σε κανέναν άλλον για αυτό το ταξίδι. Ούτε καν στην Άννυ, η οποία απορροφημένη από τις φροντίδες της για το μωρό δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τις προσθέσεις της Κάντυ.
Δεν ήξερε τι θα του έλεγε όταν τον έβλεπε, αλλά η απόφασή της ήταν οριστική. Σε δύο μήνες ήταν ο γάμος της. Αν δεν το έκανε τώρα, δεν θα το έκανε ποτέ και αυτό το ποτέ την τρόμαζε. Ήταν έτοιμη για όλα και για τίποτα. Δεν είχε πρόγραμμα. Θα έλεγε και θα έκανε ότι της υπαγόρευε η καρδιά της.
Ο Τέρρενς Γκράντσεστερ σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι του. Ήταν κιόλας σχεδόν μεσημέρι. Άναψε τσιγάρο και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μια ίδια μέρα έλαμπε έξω. Ένα πρωινό σαν όλα τα άλλα. Μόνο που σήμερα είχε υποσχεθεί στη Σουζάνα ότι θα την πήγαινε βόλτα πρωί να χαρεί το ανοιξιάτικο πρωινό αν είχε καλή μέρα, αφού και η ίδια είχε κενό από τη δουλειά της. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις και πήγε στο μπάνιο. Μια συνήθεια που απολάμβανε όπως το πρωινό τσιγάρο ήταν να νιώθει το νερό κάθε πρωί να τυλίγει το κορμί του. Με αργές πάντα κινήσεις έφτιαξε ένα τσάι και αφού το ήπιε βγήκε έξω. Τα βήματά του μηχανικά τον έφεραν έξω από την πόρτα της Σουζάνα.
«Άργησες σήμερα Τέρρυ. Η Σουζάνα σε περιμένει τόση ώρα», διαμαρτυρήθηκε η κυρία Μάρλοου ανοίγοντάς του την πόρτα.
«Καλημέρα και σε σας κυρία Μάρλοου», είπε στεγνά ο Τέρρυ χωρίς καν να την κοιτάξει.
«Μητέρα σταμάτα να ενοχλείς τον Τέρρυ», είπε ενοχλημένη η Σουζάνα.
«Δεν ενοχλώ. Απλά θέλω να τονίσω ότι είναι σχεδόν απόγευμα», δικαιολογήθηκε η κυρία Μάρλοου.
Ο Τέρρυ αγνοώντας πλήρως την κυρία Μάρλοου κατευθύνθηκε προς τη Σουζάνα, την πήρε και τη συνόδευσε μέχρι το πάρκο.
«Έχεις καθόλου άγχος Τέρρυ;»
«Άγχος για ποιο λόγο;»
«Αύριο είναι η πρεμιέρα».
«Έχουν υπάρξει τόσες πρεμιέρες Σουζάνα που ειλικρινά δεν ξέρω γιατί θα έπρεπε να νιώθω άγχος».
Όσο κι αν προσπαθούσε η Σουζάνα για μια ακόμη φορά απέτυχε να τον κάνει να αφήσει τον κόσμο στον οποίο ήταν κλεισμένος και να μπει -έστω και για λίγο- στον κόσμο τον δικό της.
