WARNING: This is an M rating Chapter!

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Το κεφάλαιο έχει βαθμολογηθεί με Μ!


Το απόγευμα ο Τέρρυ πήγε στην τελική πρόβα και μετά για ένα ποτό στο μπαρ. Γύρισε νωρίς σπίτι μη έχοντας όρεξη για φασαρία και βαβούρα. Πέταξε τη γραβάτα στην καρέκλα, άνοιξε το κουμπί του πουκαμίσου του έτσι ώστε να μην τον πνίγει, έβαλε ένα ουίσκι και ξάπλωσε στον καναπέ. Η ησυχία του μικρού του διαμερίσματος ήταν βάλσαμο για την ψυχή του. Με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό έβλεπε τα λεπτά, τις ώρες, τη ζωή του ολόκληρη να κυλάει.

Ήταν περίπου μεσάνυχτα όταν άκουσε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα. Άφησε το μισοάδειο ποτήρι του στο τραπέζι και πλησίασε για να ανοίξει. Δεν περίμενε επισκέψεις, αλλά χαμένος όπως ήταν στις σκέψεις του, δεν έδειξε να αναρωτιέται ποιος θα μπορούσε να ήταν τέτοια ώρα. Σαν να είδε φάντασμα ο Τέρρυ μπροστά του σάστισε:

«Κάντυ, εσύ…;»

Τα χαμογελαστά μάτια της δεν του άφηναν αμφιβολία ότι δεν είχε παραισθήσεις παρά τα τρία ποτά που είχε πιει. Ήταν εκεί. Μπροστά του. Η Κάντυ. Γλυκιά όπως στα όνειρά του.

«Αν είναι αργά μπορώ να έρθω αύριο το πρωί», είπε αμήχανα.

«Θα αστειεύεσαι βέβαια. Πέρασε», είπε ο Τέρρυ και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Η Κάντυ γύρισε προς το μέρος του κι εκείνος χωρίς να χάσει καιρό την έσφιξε στην αγκαλιά του. Ακουμπισμένη στο στήθος του άκουγε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. Έμειναν σφιχτά αγκαλιασμένοι για ώρα. Νιώθοντας ο ένας την παρουσία του άλλου, τη ζεστασιά, την αγάπη, την προσμονή. Όλες τις αγωνίες και τις ώρες μοναξιάς που έζησαν, όλα τα όνειρα που δεν έζησαν, όλες τις ελπίδες, όλα όσα λαχτάρισαν τα έκλεισαν εκεί για ώρα που κανείς τους δεν μπορούσε να υπολογίσει, παίρνοντας δύναμη, ζωή, ανάσα και ελπίδα ο ένας από τη σιωπή του άλλου.

Ο Τέρρυ φοβόταν να την αφήσει να φύγει. Φοβόταν ότι αν την άφηνε αυτή θα έφευγε για πάντα. Χάιδευε τα μαλλιά της και την κρατούσε τόσο σφιχτά που κάποια στιγμή η Κάντυ διαμαρτυρήθηκε:

«Τέρρυ θα σκάσω…»

Ο Τέρρυ απρόθυμα χαλάρωσε το αγκάλιασμά του:

«Αν σε αφήσω από τα χέρια μου, υπόσχεσαι να μην φύγεις;», ρώτησε με φωνή που σχεδόν έτρεμε.

«Ναι Τέρρυ. Στο υπόσχομαι», χαμογέλασε η Κάντυ και η καρδιά του Τέρρυ χτύπησε ακόμα πιο δυνατά. Τι απρόσμενο δώρο ήταν αυτό; Ποια τύχη έφερε την αγαπημένη του στην πόρτα του απόψε;

«Τι κάνεις εδώ Κάντυ;»

«Ήρθα για την πρεμιέρα και σκέφτηκα να σε δω πριν από αυτή… Έχουμε τόσο καιρό να ειδωθούμε», είπε διστακτικά.

«Κάθισε, μη στέκεσαι. Τι θα πιεις;», ρώτησε ο Τέρρυ προσπαθώντας να ισορροπήσει λίγο την απρόσμενη κατάσταση.

«Εσύ τι πίνεις;»

«Άσε με εμένα. Εσύ τι θέλεις;»

«Ότι πίνεις κι εσύ…»

«Χαχα! Είσαι σίγουρη φακιδομούρα; Δεν μου μοιάζεις για τύπος που σηκώνει το ποτό», ρώτησε εύθυμα ο Τέρρυ και τα μάτια του έλαμπαν από χαρά που την είχε κοντά του.

«Ω Τέρρυ! Ακόμα δεν ήρθα κι άρχισες να με πειράζεις;», διαμαρτυρήθηκε δήθεν η Κάντυ νιώθοντας τόσο όμορφα και πάλι κοντά του!

Ο Τέρρυ της έβαλε ένα ποτό. Η Κάντυ ένιωσε τον λαιμό της να καίει με την πρώτη γουλιά και ακούμπησε το ποτήρι στο τραπέζι. Ο Τέρρυ γέλασε δυνατά:

«Λοιπόν ταρζάν, μάλλον έκανα λάθος. Είσαι γερό ποτήρι τελικά» της είπε.

Η Κάντυ τον κοίταξε στα μάτια χωρίς να απαντήσει. Γύρισε λυπημένα από την άλλη πλευρά:

«Πόσο μου έλειψαν τα πειράγματά σου Τέρρυ!», ψιθύρισε με παράπονο.

Ο Τέρρυ έκατσε δίπλα της και της έπιασε το χέρι:

«Κι εμένα μου έλειψαν φακιδομουτράκι μου. Όχι μόνο αυτά, αλλά κι εσύ!»

«Γιατί μου έστειλες εκείνο το γράμμα Τέρρυ; Αν ήξερες μόνο πόσα σημαίνει αυτό το γράμμα για μένα!», ρώτησε η Κάντυ ανυπόμονα και η αγωνία αλλοίωσε την καθαρή φωνή της.

«Δεν ξέρω Κάντυ. Δεν ξέρω. Αν και ήξερα ότι μπορεί να σε αναστάτωνα απλά δεν μπορούσα να μην το κάνω. Εκείνο το βράδυ σε είχα τόση ανάγκη!», είπε ο Τέρρυ με αργή φωνή. Θυμήθηκε εκείνο το βράδυ και ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος του.

Η Κάντυ πλησίασε αργά προς το μέρος του:

«Αλήθεια με σκέφτεσαι ακόμα Τέρρυ;», ρώτησε τρυφερά χαϊδεύοντας με το χέρι της απαλά το μάγουλό του.

Ο Τέρρυ ξαφνιάστηκε από το άγγιγμά της. Δεν περίμενε να νιώσει και να ακούσει κάτι τέτοιο, αλλά δεν άφησε αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη και της απάντησε με καθαρή φωνή:

«Δεν υπάρχει στιγμή της ημέρας που να μην είσαι στη σκέψη μου Κάντυ. Κι εσύ; Τα εννοούσες όσα έγραψες ή απλά ήθελες να παρηγορήσεις έναν παλιό απελπισμένο φίλο;», της είπε αργά νιώθοντας πια ακαταμάχητη την ανάγκη να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει, να τη σφίξει επάνω του και να μην την αφήσει ποτέ!

Η Κάντυ δεν άργησε να απαντήσει:

«Σ'αγαπάω Τέρρυ. Ποτέ δεν έπαψα να σε αγαπάω», ξέσπασε και τα μάτια της βούρκωσαν. Η καρδιά της κόντευε να βγει από το στήθος της.

Ο Τέρρυ την κοίταξε βαθειά μέσα στα μάτια και την πλησίασε. Η Κάντυ τον κοιτούσε με λαχτάρα και ένιωθε την ανάσα της να χάνει το ρυθμό της. Πλησίασε τα χείλη της και τα ακούμπησε με τα δικά του. Ο πνιχτός ήχος που βγήκε από μέσα της πρόδιδε τη λαχτάρα της και την προσμονή της για το φιλί του και αυτό τον έκανε πιο τολμηρό. Χάιδεψε με τη γλώσσα του τα χείλη της κι εκείνη αμέσως ανταποκρίθηκε στο φιλί του ανοίγοντάς τα για να τον αφήσει να χαθεί στο στόμα της.

Προς μεγάλη έκπληξη του Τέρρυ ένιωσε τα χέρια της να τυλίγουν το λαιμό του και το σώμα της να ακουμπάει το δικό του. Τύλιξε τα χέρια του στη μέση της και συνέχισε να τη φιλάει με πάθος. Πόσο δεν είχαν λαχταρήσει και οι δυο τους αυτό το φιλί; Δυο νέοι ερωτευμένοι που στερήθηκαν ο ένας την παρουσία του άλλου για χρόνια και τώρα βρίσκονταν αγκαλιασμένοι σε εκείνον τον καναπέ, απρόσμενα, να γεύεται ο ένας τον άλλον!

Καθώς η ώρα περνούσε και το φιλί τους βάθαινε ο Τέρρυ άρχισε να χαϊδεύει και να αγγίζει το σώμα της Κάντυ ενώ αυτή ακολουθούσε την ίδια διαδρομή στην πλάτη, το λαιμό, το στήθος του Τέρρυ. Η αίσθηση των χεριών της στο σώμα του τον ξεσήκωνε. Όσα ονειρεύτηκε, όσα έλπισε, όσα φαντάστηκε, είχαν ακόμα πιο γλυκιά γεύση από τις σκέψεις του. Σύντομα όμως συνειδητοποίησε τι συμβαίνει και προσπάθησε να απομακρύνει τα χείλη του. Πήρε μια πνιχτή ανάσα και με χαμένη τη φωνή του της είπε:

«Κάντυ…»

Η Κάντυ όμως δεν τον άφησε να συνεχίσει την πρότασή του. Όσα ήθελε να νιώσει και να βιώσει ήταν εκεί. Αν αυτή ήταν η μόνη στιγμή της ζωής της που θα μπορούσε να είναι με τον Τέρρυ, σκόπευε να τη ζήσει μέχρι το τέλος. Τράβηξε τα χέρια της από τα δικά του και τα ακούμπησε απαλά στο στήθος του:

«Μη σταματάς Τέρρυ...», του είπε με αργή φωνή που έκανε τον Τέρρυ να φοβάται ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσει και αυτή θα εξαφανιστεί. Αλλά πριν προλάβει να τελειώσει τη σκέψη του ένιωσε το υγρό φιλί της στα χείλη του. Η σκέψη του σταμάτησε και οι αισθήσεις πλημύρισαν τη λογική του. Το άγγιγμά της τον έκανε να νιώθει ότι δεν βρίσκεται πια στο σώμα του. Ότι δεν υπακούει πια στις εντολές της λογικής. Ήταν εκεί και την είχε στην αγκαλιά του. Άνοιγε τα μάτια του και έβλεπε τη μορφή της κοντά του, πάνω του, τριγύρω του. Τα χάδια του έγιναν πιο τολμηρά. Το φιλί του πιο απαιτητικό. Κατέβασε τα χείλη του στο λαιμό της καθώς τα χέρια του ταξίδευαν στο στήθος της. Οι πνιχτές κραυγούλες της τον έκαναν να χάσει τελείως τον έλεγχό του. Αργά, πολύ αργά, ένιωσε τα τρεμάμενα δάχτυλα της Κάντυ να ξεκουμπώνουν το πουκάμισό του. Όταν αυτά ξεκούμπωσαν και το τελευταίο κουμπί, ο Τέρρυ την κοίταξε στα μάτια και χωρίς να σταματήσει να την κοιτάει πήρε στα χέρια του τα δάχτυλά της και τα φίλησε. Η Κάντυ ένιωσε όλο της το σώμα να ανατριχιάζει. Όλες της τις αισθήσεις οξυμένες. Ένιωσε τα χείλη του Τέρρυ στο λαιμό της και τα χέρια του να αφαιρούν σιγά-σιγά τη μπλούζα της. Έβγαλε μια κραυγή όταν ένιωσε το φιλί του στο στήθος της.

Ο Τέρρυ χωρίς να χάσει χρόνο γύρεψε με τα χείλη του τα χείλη της, τη σήκωσε στα χέρια του και κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι του. Την ακούμπησε απαλά και γονάτισε μπροστά της. Για λίγο σάστισε. Ήξερε πολύ καλά ότι σύντομα θα περνούσε μια γραμμή πολύ ευαίσθητη και από την οποία δεν υπήρχε γυρισμός. Την κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας να διαβάσει τις σκέψεις της. Η Κάντυ καταλαβαίνοντας το δισταγμό του πήρε τα χέρια του και τα τοποθέτησε στο στήθος της κοιτάζοντάς τον στα μάτια, με την ανάσα της να βγαίνει βαριά. Αυτή ήταν και η τελευταία στιγμή ηθικής φραγής του Τέρρυ. Τη συνέχεια την είχε ο ίδιος ονειρευτεί χιλιάδες φορές, αλλά σήμερα ανέλπιστα τη ζούσε.

Με αργές κινήσεις αφαίρεσε τα ρούχα που φορούσε και ξάπλωσε δίπλα της. Η Κάντυ ένιωσε τα χέρια του να ξεγυμνώνουν το κορμί της και τινάχτηκε στο άγγιγμά του. Ο Τέρρυ ξεκίνησε ένα ταξίδι με τα χείλη του, χαϊδεύοντας με τη γλώσσα του κάθε κομμάτι από το σώμα της. Η Κάντυ είχε παραλύσει νιώθοντας τον πόθο της γι'αυτόν να μεγαλώνει όλο και περισσότερο και το σώμα της να αντιδρά στα φιλιά του. Ο Τέρρυ ήταν ξεκάθαρα ανήμπορος να αντισταθεί πια στους σπασμούς και στις κραυγούλες της. Κάλυψε με το σώμα του το δικό της και με το χέρι του οδήγησε και τύλιξε το πόδι της γύρω από τη μέση του. Σταμάτησε για μια στιγμή και την κοίταξε στα μάτια. Έβλεπε το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο και τα μάτια της να κοιτάνε βαθιά τα δικά του. Ένιωθε πως κράταγε ότι πολυτιμότερο είχε στην αγκαλιά του και φοβόταν μήπως όπως ξαφνικά ήρθε, έτσι ξαφνικά εξαφανιστεί. Με φωνή που μόλις έβγαινε από τα χείλη του έσκυψε στο αυτί και της ψιθύρισε:

«Σε λατρεύω»

Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του και έπεσε στο μάγουλό της. Από τα μάτια της Κάντυ ξεχύθηκαν δάκρυα και ο Τέρρυ τα φίλησε απαλά. Αμέσως μετά η Κάντυ ένιωσε έναν οξύ πόνο να τη διαπερνά. Δάγκωσε τα χείλη της και οι χουφτίτσες της έσφιξαν με δύναμη τα σεντόνια. Ο Τέρρυ έμεινε ακίνητος να την κοιτάζει και να χαϊδεύει το πρόσωπό της. Τα μάτια της πνιγμένα στα δάκρυα κοίταγαν βαθιά μέσα στην ψυχή του. Η Κάντυ του χαμογέλασε και του απάντησε:

«Όχι όσο εγώ…»

Ο Τέρρυ ένιωθε ευτυχισμένος. Τόση χαρά που δεν είχε ποτέ ονειρευτεί, σκεφτεί ή φανταστεί ότι υπάρχει. Τη φίλησε τρυφερά και ξεκίνησε να λικνίζεται αργά μέσα της. Καθώς άκουγε την Κάντυ να φωνάζει το όνομά του, επιτάχυνε σιγά-σιγά τον ρυθμό του. Το άκουσμα του ονόματός του από τα χείλη της ήταν το δυνατότερο αφροδισιακό για τον Τέρρυ. Το ταξίδι των αισθήσεων κορυφωνόταν για την Κάντυ όπου σύντομα έφτασε και για τους δυο στην ολοκλήρωση. Ξέπνοοι έμειναν αγκαλιασμένοι προσπαθώντας να ανακτήσουν τους ρυθμούς της αναπνοής τους.

Ποτάμι έτρεχαν τα δάκρυα της Κάντυ και ο Τέρρυ δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να τα φιλάει:

«Θα σε φιλάω μέχρι να στεγνώσουν όλα. Μέχρι να μην υπάρχει πια κανένα δάκρυ στα μάτια σου. Ποτέ ξανά αγάπη μου, ακούς;», της ψιθύρισε και η Κάντυ ένιωσε ακόμα πιο χαμένη και παραδομένη στη ζεστή αγκαλιά του.

«Είσαι τόσα πολλά περισσότερα Τέρρυ! Περισσότερα από ότι ποτέ φανταζόμουν!»

«Σ'αγαπάω Κάντυ. Σ'αγαπάω!», είπε ο Τέρρυ νιώθοντας όλη του την ψυχή να βγαίνει και να απελευθερώνεται στο αχνό φως του δωματίου. Ένα φως που λαχταρούσε τόσο η ψυχή του και που για χρόνια ήταν κλεισμένη στο σκοτάδι.

«Ποιος να μου το έλεγε σήμερα το πρωί πως θα κατέληγε η μέρα φακιδομουτράκι;!», μονολόγησε ο Τέρρυ και αργοκοιμήθηκε στην αγκαλιά της καθώς οι Κάντυ χάιδευε τις τούφες των μαλλιών που έπεφταν στο μέτωπό του. Κοιμήθηκε βαθειά με ένα αχνό χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη του που πρόδιδε τη γαλήνη της ψυχής του. Μια γαλήνη που δεν είχε νιώσει όλα αυτά τα χρόνια.