Το επόμενο πρωί ο Τέρρυ ξύπνησε μόνος στο κρεβάτι και πετάχτηκε απότομα. 'Ήταν όνειρο;' σκέφτηκε έντρομος. Κοιτάζοντας όμως δίπλα του τα λεκιασμένα σεντόνια χαμογέλασε. 'Ήταν όνειρο!', επιβεβαίωσε τον εαυτό του χαρούμενος. 'Ένα όνειρο που δεν θα τελειώσει ποτέ'.
Σηκώθηκε χαρούμενος και έψαξε γρήγορα το διαμέρισμά του. 'Μα τι κορίτσι είναι αυτό; Που εξαφανίστηκε;' σκέφτηκε και πήγε γρήγορα στο μπάνιο. Βγήκε σχεδόν αμέσως με το νερό να κυλάει από το πρόσωπό του και να πέφτει στο σώμα του και έφτιαξε τσάι. Όλα είχαν πιο γρήγορους ρυθμούς σήμερα. Όλα είχαν μια διαφορετική λάμψη.
Χωρίς να απελπίζεται ξαναξάπλωσε στο κρεβάτι του. Αν και δεν ήξερε που είχε πάει, ήταν σίγουρος ότι θα την ξανάβλεπε σύντομα. 'Πολύ σύντομα', είπε στον εαυτό του και ένα πλατύ χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Η ελπίδα, η χαρά, η αισιοδοξία είχαν αρχίσει να φωλιάζουν στην καρδιά του ξανά. Ο νέος άντρας πλημυρισμένος από αυτά τα συναισθήματα που ένιωθε να φουσκώνουν το στήθος του κοίταζε χαρούμενα έξω από το παράθυρο μια νέα μέρα να ξεκινά. Μια νέα μέρα όμως που δεν θα έμοιαζε με τις υπόλοιπες. Την πρώτη μέρα της νέας του ζωής με την Κάντυ!
Ο καλύτερος Ρωμαίος όλων των εποχών παίχτηκε εκείνο το βράδυ στο Θέατρο του Μπρόντγουεη. Ο Άλμπερτ και η Κάντυ παρακολουθούσαν μαγεμένοι την παράσταση από το θεωρείο. Το πάθος και η ένταση του Τέρρυ δεν μπορούσε να συγκριθεί εκείνο το βράδυ. Στο τέλος το κοινό αποθέωσε τον Γκράντσεστερ. 'Ο πιο ερωτευμένος Ρωμαίος όλων των εποχών' θα έγραφαν την επόμενη ημέρα οι εφημερίδες.
Στο τέλος της παράστασης ο Τέρρενς έλαμπε από ευτυχία και εκείνος ήξερε ότι δεν έφταιγε η αποψινή επιτυχία.
Όταν χτύπησε η πόρτα και εμφανίστηκε η Κάντυ στο καμαρίνι του, ο Τέρρυ έτρεξε και την έπνιξε στα φιλιά. Η Κάντυ χαμένη δεν μπορούσε να πάρει ούτε ανάσα από την επιδρομή των φιλιών του. Με δύναμη την έσφιγγε επάνω του και τη φιλούσε ασταμάτητα.
Την επιδρομή σταμάτησε ένα δεύτερο χτύπημα στην πόρτα που ακολούθησε λίγα λεπτά μετά την είσοδο της Κάντυ στο καμαρίνι. Ένα γνώριμος, ψιλός, δυνατός άντρας που έλαμπε μέσα στο μπλε κουστούμι του κοίταξε με τα γαλάζια μάτια του τον Τέρρυ και χαμογέλασε:
«Φίλε μου ήσουν εξαίσιος!», είπε με ικανοποίηση και θαυμασμό.
«Άλμπερτ!», αναφώνησε ο Τέρρυ και αγκάλιασε το φίλο του: «Φαντάζομαι ότι εσύ μπορείς να καταλάβεις το μυστικό της επιτυχίας», είπε πειραχτικά δείχνοντας με τα μάτια του την Κάντυ.
Ο Άλμπερτ ένιωθε καλά ότι η διάχυτη ευτυχία του φίλου του οφειλόταν στην Κάντυ:
«Τέρρυ, είναι και η δεξίωση σε λίγο, μην το ξεχνάς!», είπε ο Άλμπερτ και έκλεισε το μάτι στο φίλο του.
«Στην οποία είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρουν και χωρίς εμένα».
Ο Άλμπερτ γέλασε δυνατά:
«Χαχαχα, δεξίωση χωρίς τον πρωταγωνιστή! Καλό κι αυτό!», είπε και τους έκλεισε πονηρά το μάτι.
Βγαίνοντας από το καμαρίνι άφησε και πάλι την Κάντυ εκτεθειμένη σε έναν καταιγισμό αγκαλιών και φιλιών από τον Τέρρυ. Λίγο αργότερα ο Τέρρυ κατάφερε να ξεκολλήσει από την Κάντυ και ετοιμάστηκε να φύγουν. Κάθε λίγο της έριχνε κλεφτές ματιές από τον καθρέφτη. Η Κάντυ ήταν πανέμορφη απόψε, αλλά στα δικά του μάτια δεν υπήρξε ποτέ λιγότερο όμορφη γι'αυτόν.
Βγήκαν από την πίσω είσοδο και κατευθύνθηκαν στο διαμέρισμά του. Μόλις έκλεισε την πόρτα την αγκάλιασε παθιασμένα και τη φίλησε δυνατά. Με γρήγορους και βιαστικούς ρυθμούς χάιδευε το σώμα της, ξεκούμπωνε τα ρούχα του και τα δικά της. Σύντομα βρέθηκαν στο κρεβάτι του Τέρρυ με τον Τέρρυ να κάνει έντονα και παθιασμένα έρωτα στην Κάντυ ρουφώντας λαίμαργα ο ένας το κορμί του άλλου.
Όταν πια είχαν καταλαγιάσει ο πόθος και το πάθος τους, ο Τέρρυ γύρισε σοβαρά και της είπε:
«Όσο κι αν τρελαίνομαι στην αγκαλιά σου αυτή η ιστορία πρέπει να σταματήσει εδώ. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα γινόσουν ερωμένη μου και αυτό δεν το δέχομαι. Θα πρέπει να αρραβωνιαστούμε αύριο κιόλας και να παντρευτούμε το συντομότερο γιατί δεν ξέρω πόσο θα μπορώ να κρατηθώ μακριά σου», της είπε ο Τέρρυ παιχνιδιάρικα δαγκώνοντάς την απαλά στα χείλια.
Η Κάντυ τον κοίταξε για μια στιγμή ανήσυχη και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήρε το φόρεμά της και άρχισε να ντύνεται:
«Δεν νομίζετε ότι βιάζεστε κύριε Γκράντσεστερ; Ακόμα δεν μου κάνατε ούτε πρόταση γάμου», είπε η Κάντυ προσπαθώντας να απομακρύνει τις σκέψεις της από τα χειρότερα.
Ο Τέρρυ σηκώθηκε, την πλησίασε από πίσω και την αγκάλιασε. Έσκυψε στο αυτί της και με απαλή φωνή της ψιθύρισε:
«Λάθος κατάλαβες φακιδομουτράκι. Σου έκανα ήδη πρόταση πριν λίγο όταν έβγαζα την ψυχή μου μέσα σου κι εσύ δέχτηκες την πρότασή μου βγάζοντας τη δική σου επάνω μου». Ο Τέρρυ δάγκωσε παιχνιδιάρικα το αυτί της, αλλά κείνη δειλά-δειλά απομακρύνθηκε:
«Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει Τέρρυ και το ξέρεις εσύ καλύτερα από όλους».
«Τι εννοείς;», απάντησε σοβαρά ο Τέρρυ.
«Εσύ έχεις τη Σουζάνα…»
«Μα τι είναι αυτά που λες τώρα;», τη διέκοψε εκνευρισμένος ο Τέρρυ και πήρε με μια απότομη κίνηση το παντελόνι του για να το φορέσει.
«Την αλήθεια λέω Τέρρυ. Υπάρχει η Σουζάνα, μην το ξεχνάς...»
«Θες να μου πεις ότι μετά από όσα ζήσαμε οι δυο μας, εσύ πιστεύεις ότι υπάρχει η Σουζάνα;»
«Μα πως Τέρρυ; Δεν την εξαφάνισαν τα όμορφα φιλιά σου. Πως θα μπορούσαμε να είμαστε ευτυχισμένοι γνωρίζοντας ότι αυτή θα είναι ένα πλάσμα μόνο και δυστυχισμένο;»
Ο Τέρρυ δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την τροπή που έπαιρνε η συζήτηση:
«Κι εσύ Κάντυ; Πως θα μπορούσες να ζήσεις γνωρίζοντας ότι ο άντρας που αγαπάς είναι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος του κόσμου χωρίς εσένα;»
«Δεν είναι το ίδιο…»
«Προτιμάς λοιπόν να πληγώσεις εμένα που λες ότι αγαπάς παρά τη Σουζάνα που ούτε καν ξέρεις;»
«Τέρρυ την ξέρω και πολύ καλά μάλιστα. Πίστεψέ με. Η Σουζάνα είναι η γυναίκα που έσωσε τη ζωή σου Τέρρυ. Και για αυτό της χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη. Δεν θα έλαμπαν τα μάτια σου και το χαμόγελό σου τώρα αν δεν υπήρχε αυτή. Και άλλωστε δεν είναι μόνο αυτή το πρόβλημα…»
«Λες και αυτή δεν είναι αρκετή χρειαζόμαστε κι άλλα προβλήματα. Σωστά φακιδομούρα;», είπε εριστικά ο Τέρρυ και συνέχισε: «Για πες μου λοιπόν, τι άλλα προβλήματα έχουμε εκτός από τη Σουζάνα;»
Η Κάντυ γύρισε και τον κοίταξε. Έμεινε σιωπηλή για λίγο. Πήρε μια βαθειά ανάσα, μάζεψε όλη τη δύναμή της και του είπε:
«Ξέρεις Τέρρυ, είμαι ήδη αρραβωνιασμένη και ετοιμάζομαι να παντρευτώ», είπε και τα μάτια της δεν τόλμαγαν να συναντήσουν τα δικά του.
Ρεύμα διαπέρασε το σώμα του Τέρρυ. Σαν να τον χτύπησε κεραυνός, τινάχτηκε ολόκληρος. Στην ιδέα ότι μπορεί να χρειαστεί να αποχωριστεί την Κάντυ θόλωσε. Χρόνια ντυμένα με μοναξιά, απελπισία και συναισθηματικό κενό σκέπασαν τη σκέψη του. Η ιδέα να μην την έχει δίπλα του, να νιώσει και πάλι εγκλωβισμένη την ψυχή του μούδιαζαν το μυαλό του. Τα γαλαζοπράσινα μάτια του κόκκινα πια από το θυμό πέταγαν σπίθες:
«Τι είπες;»
«Είμαι αρραβωνιασμένη και…»
«Ναι, το άκουσα. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβεις. Και μου το λες τώρα;», φώναξε οργισμένος.
«Ε,… δεν έτυχε…»
«Δεν έτυχε τι; Να μου το πεις; Σωστά. Ήμασταν πολύ απασχολημένοι από χτες…»
«Τέρρυ…», διαμαρτυρήθηκε θιγμένη η Κάντυ.
«Μα όχι. Όχι! Αυτό δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν το χωράει ο νους μου. Και τότε γιατί ήρθες εδώ;»
Η Κάντυ προσπαθούσε να μη δώσει εξηγήσεις:
«Για την παράσταση…»
«Σπίτι μου Κάντυ. Γιατί ήρθες σπίτι μου;», ρώτησε ο Τέρρυ προσπαθώντας να διατηρηθεί ψύχραιμος, αλλά νιώθοντας ότι η κατάσταση μπορούσε να ξεφύγει πολύ εύκολα πια.
«Ήρθα να σε δω μετά από τόσο καιρό. Ε… Και τα πράγματα ξέφυγαν λίγο…»
Ο εκκωφαντικός θόρυβος που έκανε το χέρι του Τέρρυ μόλις προσγειώθηκε στο τραπέζι έκανε την Κάντυ να αναπηδήσει τρομαγμένη και να σταματήσει τη φράση της.
«Λίγο; Ξέφυγαν λίγο; Όχι Κάντυ. Όχι! Δεν θα ξεφύγεις έτσι απλά αυτή τη φορά. Απαιτώ εξηγήσεις. Δεν ξέφυγαν Κάντυ. Τα οδηγήσαμε εκεί. Και τολμώ να πω ότι τα οδήγησες. Όχι πως δεν το ήθελα ή πως δεν σε λαχταρούσα. Ένα Θεός ξέρει μόνο πόσες φορές σε ονειρεύτηκα στην αγκαλιά μου, αλλά δεν θα τόλμαγα ούτε στα όνειρά μου να προχωρήσω τόσο πολύ αν δεν το ήθελες κι εσύ. Λοιπόν; Τι συμβαίνει Κάντυ; Γιατί μια γυναίκα που ετοιμάζεται να παντρευτεί έρχεται μέχρι εδώ και μου προσφέρει έτσι απλόχερα τον ανέγγιχτο εαυτό της;»
Η Κάντυ δεν μπορούσε πια να αρθρώσει κουβέντα. Τα μάτια της βούρκωναν.
«Μίλα μου επιτέλους», ακούστηκε η δυνατή φωνή του Τέρρυ.
«Τέρρυ δεν πρόκειται να καταλάβεις. Δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε αυτή τη συζήτηση», απάντησε η Κάντυ και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος για να φύγει.
Ο Τέρρυ βλέποντάς την να πλησιάζει την πόρτα και μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να έφευγε έτσι απότομα όπως μπήκε στη ζωή του, αντέδρασε ακαριαία. Έσπρωξε και έκλεισε την πόρτα σπρώχνοντας την Κάντυ πάνω σε αυτήν και γυρίζοντάς την προς το μέρος του. Έβαλε το ένα χέρι του πάνω στην πόρτα, κόλλησε το σώμα του επάνω της και με το άλλο χέρι έπιασε δυνατά τον καρπό της. Η Κάντυ έβγαλε μια κραυγή από τον πόνο και τα μάτια της άρχισαν να πλημυρίζουν δάκρυα.
«Δεν έχεις να πας πουθενά ακούς;»
«Τέρρυ με πονάς…», διαμαρτυρήθηκε η Κάντυ.
Ο Τέρρυ δεν την άφησε να κουνηθεί:
«Λοιπόν; Σε ακούω!», φώναξε δυνατά κάνοντας την καρδιά της Κάντυ να χτυπάει από την ένταση.
Η Κάντυ έβλεπε τα μάτια του οργισμένα αλλά συνάμα και απελπισμένα. Καταλάβαινε ότι ο Τέρρυ μιλούσε πολύ σοβαρά. Αναστέναξε και προσπάθησε να εξηγήσει:
«Τέρρυ δεν έχω αυταπάτες ότι μπορούμε να είμαστε μαζί. Αυτό που έκανα δεν ήταν έντιμο. Ούτε για τη Σουζάνα, ούτε για τον Τζων, ούτε για εμάς. Αλλά δεν άντεχα να μην σε βρω πριν από το γάμο. Δεν ήθελα… δεν ήθελα…».
Η Κάντυ χαμήλωσε τα μάτια της. Δεν άντεχε το διαπεραστικό του βλέμμα:
«Ήξερα ότι μόνο μαζί σου ένιωθα έτσι και δεν ήθελα να δεσμευτώ σε έναν γάμο χωρίς να μη σε έχω νιώσει ποτέ δικό μου. Μπορεί να μην καταλαβαίνεις αλλά…»
«Καταλαβαίνω το προφανές Κάντυ. Ότι με θέλεις όσο σε θέλω. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί δεν βλέπεις τα πράγματα όπως ήρθαν. Γιατί θες να φύγεις πάλι; Γιατί δεν δέχεσαι να μείνεις μαζί μου;»
«Τέρρυ, μην επιμένεις. Έχω πάρεις τις αποφάσεις μου».
Η τελευταία κουβέντα της Κάντυ εξαγρίωσε περισσότερο τον Τέρρυ:
«Αποφάσεις σου; Κι εγώ Κάντυ δεν έχω ρόλο σε αυτές; Νομίζεις ότι μπορείς να έρχεσαι να παίζεις με τη ζωή μου, να ξεθάβεις ότι κρύβω τόσο καιρό μέσα μου και να φεύγεις; Ήρθες για να μου καταστρέψεις τη ζωή; Γι'αυτό ήρθες λοιπόν;»
«Τέρρυ η ζωή σου είναι πολύ πολύτιμη σε μένα για να την καταστρέψω. Προσπάθησε να με καταλάβεις. Πρέπει να φύγω...», είπε η Κάντυ με λυγμούς.
Ο Τέρρυ σφράγισε τα χείλη της με τα δικά του σε ένα φιλί γεμάτο πάθος, πόνο και ένταση. Όλη του η ψυχή ξεχύθηκε στο στόμα της. Η απελπισία του, η αγάπη του, ο έρωτάς του, η μοναξιά του. Όλα όσα ήταν αυτός χωρίς εκείνη. Την κοίταξε ξεψυχισμένα, άφησε τον καρπό της να πέσει και ακούμπησε το κούτελό του στο δικό της:
«Φύγε Κάντυ. Φύγε. Δεν θέλω να σε κρατήσω με το ζόρι. Ξέρω πολύ καλά πως είναι να είσαι κλεισμένος μέσα σε κλουβί. Να ξέρεις όμως ότι δεν τελειώσαμε εδώ. Μόλις αρχίζουμε. Αυτός ο γάμος δεν θα γίνει ποτέ. Μ'ακούς; Ποτέ! Είσαι δική μου Κάντυ και αυτή τη φορά δεν θα σε χάσω μέσα από τα χέρια μου», είπε ο Τέρρυ εξαντλημένος και η Κάντυ ξεγλίστρησε τρέχοντας στο διάδρομο.
Ο Άλμπερτ διάβαζε προβληματισμένος για μια ακόμα φορά το σύντομο σημείωμα της Κάντυ, όταν άκουσε την πόρτα της σουίτας να χτυπάει δυνατά. Άνοιξε την πόρτα και είδε τον Τέρρυ έξαλλο, ξενυχτισμένο, με κόκκινα μάτια, να ορμάει μέσα και να κοιτάζει τριγύρω του:
«Που είναι αυτή;»
Ο Άλμπερτ ταραγμένος, του έδειξε το σημείωμα που κράταγε στα χέρια του και του απάντησε:
«Έφυγε με το πρωινό για Σικάγο».
Ο Τέρρυ πήρε από τα χέρια του το σημείωμα, το διάβασε και αφού το τσαλάκωσε το πέταξε με δύναμη στο πάτωμα:
«Να πάρει ξεροκέφαλη φακιδομούρα!», είπε οργισμένος.
«Τέρρυ τι συμβαίνει; Εχτές η Κάντυ έκλαιγε απαρηγόρητη και σήμερα αυτό. Έχω τρελαθεί από την αγωνία μου», ρώτησε ο Άλμπερτ ανήσυχος.
«Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η φίλη σου είναι σε μεγάλους μπελάδες Άλμπερτ, γιατί μόλις τη βρω θα την πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια. Αυτή τη φορά το τράβηξε πολύ το σκοινί και δεν θα την αφήσω να ξεγλιστρήσει έτσι εύκολα».
Παρόλο που ο Τέρρυ ήταν σε έξαλλη κατάσταση τα λόγια του κατάφεραν με έναν περίεργο τρόπο να καθησυχάσουν τον Άλμπερτ ο οποίος ένιωθε να έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον Τέρρυ.
«Πάρε μια ανάσα και εξήγησέ μου τι συμβαίνει», είπε ο Άλμπερτ. Ο Τέρρυ στρογγυλοκάθισε στον καναπέ και ο Άλμπερτ συνέχισε:
«Θα πιεις κάτι; Έναν καφέ; Ένα τσάι;»
«Βάλε ένα ουίσκι», είπε στεγνά ο Τέρρυ.
Ο Άλμπερτ τον κοίταξε απορημένος και ψέλλισε:
«Μα είναι 9 το πρωί!»
Ο Τέρρυ τον κοίταξε με μια λοξή ματιά χωρίς να χρειαστεί να μιλήσει. Ο Άλμπερτ συμμορφώθηκε και γέμισε ένα ποτήρι με ουίσκι από το μπαρ. Το έδωσε στον Τέρρυ ο οποίος είχε ανάψει ήδη τσιγάρο. Ήπιε μια γερή γουλιά και γύρισε προς τον Άλμπερτ:
«Είναι αλήθεια ότι ετοιμάζεται να παντρευτεί;»
«Ναι Τέρρυ είναι. Σε δυο μήνες είναι ο γάμος της».
«Να πάρει!... Άλμπερτ ένα θα σου πω. Μην ετοιμάζεσαι γιατί νύφη με αυτόν τον όποιος κι αν είναι, δεν πρόκειται να τη δεις. Κατάλαβες; Ακόμα κι αν χρειαστεί να την πάρω σηκωτή από την εκκλησία».
Ο Άλμπερτ ένιωσε ανακουφισμένος με τα λόγια του Τέρρυ. Παρόλο που η όψη του ήταν θολή, κουρασμένη και ξενυχτισμένη, διέκρινε ένα πείσμα και μια δύναμη στα μάτια του που είχε πολύ καιρό να τη δει:
«Τι συνέβη εχτές Τέρρυ;»
«Δεν σου είπε;»
«Μου είπε ότι τσακωθήκατε».
«Πολύ θα το ήθελε, αλλά δεν έγινε έτσι».
«Τότε τι έγινε;»
«Εγώ της μίλαγα για τον γάμο μας και αυτή δεν είχε πει κουβέντα ότι ετοιμάζεται να παντρευτεί...»
Ο Τέρρυ χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι:
«Όχι αυτό αποκλείεται. Μόνο πάνω από το πτώμα μου θα πάρει αυτόν τον όποιον είναι…. Εσύ Άλμπερτ τι έχεις να πεις; Για αυτόν τον τύπο εννοώ; Ποιος είναι; Τι τύπος είναι;» για μια στιγμή κόμπιασε: «Τον αγαπάει;»
«Το αν τον αγαπάει Τέρρυ θα το αφήσω στην κρίση σου. Ο Τζων είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος, αλλά…»
«Αλλά, τι;», ρώτησε ανυπόμονα ο Τέρρυ.
«Αλλά δεν είσαι εσύ Τέρρυ».
«Τώρα μάλιστα. Τώρα θα συνεννοηθούμε».
Ο Τέρρυ ήπιε μονομιάς το υπόλοιπο ποτό του και σηκώθηκε απότομα:
«Να της πεις όταν τη δεις, να μην ετοιμάζει τα τούλια της για λάθος γάμο και ότι όταν την πιάσω στα χέρια μου θα την πνίξω εγώ ο ίδιος». Κινήθηκε προς την πόρτα και συμπλήρωσε:
«Μέχρι τότε όμως, να μου την προσέχεις σε παρακαλώ».
«Για να μπορέσεις να την πνίξεις;» ρώτησε γελώντας ο Άλμπερτ.
Ο Τέρρυ επιτέλους έσκασε ένα μικρό χαμόγελο:
«Ναι, ακριβώς γι'αυτό» είπε κι έφυγε απότομα από το δωμάτιο όπως μπήκε.
Ο Άλμπερτ κοίταξε το αναμμένο τσιγάρο του Τέρρυ στο τασάκι και το έσβησε. Ένιωσε ότι για πρώτη φορά δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για τη μικρή του.
Ο Τέρρυ γύρισε στο δωμάτιό του και έκατσε αμέσως στο γραφείο του. Πήρε μια κόλλα χαρτί και ξεκίνησε να γράφει:
Φακιδομούρα
Αν έφυγες από τη Νέα Υόρκη για να αποφύγεις εμένα, έκανες πολύ άσχημα. Είναι μικρή η Αμερική Κάντυ και αν θες να με αποφύγεις, καλύτερα να αλλάξεις ήπειρο. Αυτόν τον γάμο που ετοιμάζεσαι να κάνεις να τον ξεχάσεις και μην ετοιμάζεσαι άδικα γιατί γαμπρός στο δικό σου γάμο θα είμαι εγώ και κανείς άλλος. Αυτό βάλτο καλά στο μικρό ανόητο μυαλουδάκι σου.
Μόλις τακτοποιήσω το πρόγραμμα των παραστάσεων θα έρθω να σε βρω και καλό θα ήταν να είσαι ετοιμασμένη για την επόμενη συνάντησή μας.
Τέρρυ
Ταχυδρόμησε το γράμμα και πήγε στο γραφείο του Ρόμπερτ.
«Τέρρυ, μα δεν μπορώ να κόψω έτσι απλά τις παραστάσεις», διαμαρτυρήθηκε ο Ρόμπερτ.
«Θέλω μια εβδομάδα Ρόμπερτ. Ακύρωσε όσες λιγότερες μπορείς, αλλά πρέπει να φύγω για μια εβδομάδα από την πόλη», εξήγησε ανυπόμονα ο Τέρρενς.
«Τέρρυ αυτό δεν γίνεται. Μόλις ξεκίνησε η νέα παράσταση. Τα εισιτήρια είναι προπωλημένα. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφή για την καριέρα σου... για τη ζωή σου...», εξήγησε ο Ρόμπερτ.
«Στο διάολο και η καριέρα μου και η ζωή μου Ρόμπερτ. Πρέπει να φύγω, το καταλαβαίνεις;», φώναξε ο Τέρρενς και η φωνή του βγήκε απελπισμένη.
Ο Ρόμπερτ καταλάβαινε πολύ καλά ότι ο Τέρρυ δεν αστειευόταν. Το οργισμένο βλέμμα του δεν του άφηνε πολλά περιθώρια:
«Θα κάνω ότι μπορώ Τέρρυ, αλλά δεν μου δίνεις πολλά περιθώρια. Μην περιμένεις θαύματα. Δεν μπορώ να ακυρώσω τις πρόσφατες παραστάσεις. Θα ακυρώσω τις παραστάσεις της 5ης εβδομάδας».
«Είναι αργά τότε...», φώναξε ο Τέρρενς, αλλά ο Ρόμπερτ ήταν αποφασισμένος.
«Τέρρυ δεν ξέρω τι σου συμβαίνει, αλλά πρέπει να σκεφτείς και την καριέρα σου. Δεν μπορώ να ακυρώσω νωρίτερα τις παραστάσεις. Δεν θα τις ακύρωνα για κανέναν, αλλά αφού είσαι εσύ που το ζητάς και επιμένεις, θα προσπαθήσω να βοηθήσω. Ρύθμισε τις δουλειές σου για τότε», είπε χωρίς να αφήσει άλλο περιθώριο στον Τέρρυ για να διαμαρτυρηθεί.
Ο Τέρρυ βγήκε βιαστικά από το γραφείο. Πως θα πέρναγαν αυτές οι εβδομάδες;
Φακιδομουτράκι
Δεν έχω λάβει νέα σου, αλλά είμαι σίγουρος ότι εσύ έλαβες το γράμμα μου και έχεις ήδη σταματήσει τις διαδικασίες του γάμου σου.
Μου έχεις λείψει πολύ Κάντυ. Όπου κι αν πάω βρίσκω το πρόσωπό σου μπροστά μου. Στις παραστάσεις κάθε βράδυ σε βλέπω μπροστά μου Ιουλιέτα μου. Μακάρι να σε είχα τώρα μαζί μου.
Με αγάπη
Τέρρυ
Η Κάντυ διάβασε και πάλι το όνομά της στο φάκελο. 'Ο γραφικός χαρακτήρας του Τέρρυ', σκέφτηκε. Ήταν το δεύτερο γράμμα που της έστελνε μετά τη συνάντησή τους. Το έβαλε και αυτό μαζί με το πρώτο μέσα στο συρτάρι της χωρίς να το ανοίξει. Ότι κι αν της έλεγε ο Τέρρυ η Κάντυ δεν ήθελε να το μάθει. Δεν άντεχε να το δει. Η καρδιά της τον λαχταρούσε τόσο που δεν ήξερε αν θα μπορούσε να μην τρέξει κοντά του. Να γυρίσει και πάλι στην αγκαλιά του. Δεν είχε όμως τη δύναμη ούτε να τα πετάξει κι έτσι τα κράταγε αδιάβαστα στο συρτάρι μέχρι να βρει τη δύναμη να τα διαβάσει ή να τα πετάξει. Τι από τα δύο θα ήταν;
Από την ημέρα που συναντήθηκαν είχε γκρεμιστεί όλος ο κόσμος της. Ένιωθε τόσο ευτυχισμένη μαζί του και τώρα μακριά του η απουσία του ήταν μεγαλύτερη από πριν. Με διάφορες προφάσεις απέφευγε να δει τον Τζων. Δεν τολμούσε ούτε να τον αντικρύσει. Είχε σχεδόν καταλήξει ότι ο Τέρρυ είχε σίγουρα δίκιο στο ότι αυτός ο γάμος δεν θα μπορούσε να γίνει. Δεν ήταν έντιμο αυτό που συνέβη και η Κάντυ έπρεπε να του μιλήσει, αλλά τι να του πει; Τι αρχή, τι μέση, τι τέλος θα είχε αυτή η κουβέντα; Χρειαζόταν ψυχική δύναμη για κάτι τέτοιο και η Κάντυ δεν είχε καθόλου δυνάμεις.
Έκλεινε τα μάτια και τον ένιωθε δίπλα της, μέσα της, παντού. Μύριζε το άρωμά του, έβλεπε τα μάτια του, άκουγε τη φωνή του μέσα στο μυαλό της. Αν νόμιζε ότι τον αγαπούσε, αν νόμιζε ότι θα τον ξεχάσει, αν νόμιζε ότι μπορούσε να συνεχίσει, αν νόμιζε ότι θα τον ξεπερνούσε, ήταν όλα πριν τον δει. Τώρα αυτά ήξερε πια ότι δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ. Ένιωθε ότι όσα έκανε, έζησε και είπε δεν έπρεπε να είχαν συμβεί. Αν δεν τα είχε ζήσει τώρα θα ήταν αλλιώς. Όμως όλα ήταν αλήθεια. Όλα ήταν εκεί και τη στοίχειωναν. Δεν έκλαιγε όμως πια. Δεν μιλούσε. Δεν γελούσε. Απλά κοιτούσε το κενό και αναπολούσε.
Ο Τέρρυ μπήκε αποφασισμένος στο γραφείο της Σουζάνα. Δεν μπορούσε να το αναβάλει άλλο.
«Τέρρυ δεν σε περίμενα!», είπε έκπληκτη η Σουζάνα και συμπλήρωσε: «Που χάθηκες όλες αυτές τις μέρες;»
«Είχα δουλειές Σουζάνα».
Το συννεφιασμένο πρόσωπο του Τέρρυ, τα σκοτεινά μάτια του, η άγρυπνη μορφή του δεν ξεγέλαγαν πια ούτε τη Σουζάνα.
«Ήρθα για να σου μιλήσω».
«Τι συμβαίνει Τέρρυ;»
Ο Τέρρυ έκατσε σκεφτικός στον καναπέ. Η Σουζάνα κάθισε δίπλα του. Έριξε μια ματιά στο χαμογελαστό πρόσωπό της και δείλιασε. Πήρε τα μάτια του από πάνω της και κοίταξε αλλού. Έπρεπε να της μιλήσει.
«Τέρρυ», άκουσε την απαλή φωνή της και πήρε μια ανάσα. Δεν μπορούσε να της το κάνει αυτό. Ήταν τόσο δύσκολο! Πως θα της έλεγε; Πως θα της εξηγούσε; Όσες πρόβες είχε κάνει όλες αυτές τις μέρες πήγαν χαμένες. Στην προσωπική ζωή του ο Τέρρενς ήταν πολύ κακός ηθοποιός.
Στα αυτιά του αντήχησαν τα γέλια και η φωνή της Κάντυ. Ένιωσε τα υγρά χείλη της να γλιστράν στο λαιμό του και τα χέρια της να χαϊδεύουν το κορμί του 'Σ'αγαπάω Τέρρυ', άκουσε τη φωνή της ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό του. 'Πρέπει να το κάνεις Τέρρυ. Είναι ή τώρα ή ποτέ', είπε στον εαυτό του και πήρε μια βαθειά ανάσα.
«Τέρρυ… Τέρρυ», η φωνή της Σουζάνα τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Άσε να σου μιλήσω εγώ Τέρρυ», είπε η Σουζάνα και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Τέρρυ την κοίταξε ανήμπορος ακόμα να αρθρώσει κουβέντα.
«Δεν περίμενα να γίνει έτσι ξαφνικά αλλά από καιρό τώρα έπρεπε να σου έχω μιλήσει Τέρρυ. Ξέρω πολύ καλά πόση προσπάθεια κάνεις και πόσο με έχεις βοηθήσει όλα αυτά τα χρόνια. Αν δεν υπήρχες εσύ δεν θα μπορούσα να ξανασταθώ στις δυνάμεις μου. Η αγάπη που σου έχω μου έδωσε δύναμη και κουράγιο να ξανασηκωθώ. Να σταθώ όρθια για να σε κερδίσω…»
Ο Τέρρυ άκουγε τα λόγια της και σκεφτόταν ότι κάθε της λέξη έκανε πιο δύσκολα αυτά που ήθελε να της πει:
«Σουζάνα…»
«Μη με διακόπτεις Τέρρυ. Άσε με να σου μιλήσω… Τώρα όμως που σηκώθηκα Τέρρυ είδα τα πάντα πιο καθαρά. Στο έχω πει άλλωστε ότι η 'θέα από ψηλά' είναι καλύτερη. Αυτό που είδα δεν μου άρεσε στην αρχή αλλά ήταν η ξεκάθαρη αλήθεια. Και αυτή είναι ότι δεν πρόκειται να με αγαπήσεις ποτέ Τέρρυ. Όσο κι αν προσπαθήσεις δεν θα με αγαπήσεις ποτέ όσο σε αγάπησα εγώ. Στο πρόσωπό μου θα βλέπεις πάντα όχι εμένα, όχι την πραγματική Σουζάνα, αλλά το πρόσωπο που σου στέρησε την αγαπημένη σου. Την Κάντυ. Όσος καιρός κι αν περάσει, όσες προσπάθειες κι αν κάνω, δεν θα αλλάξει αυτό Τέρρυ, όπως δεν άλλαξε ως τώρα.
»Αν δεν είχα σταθεί στις δυνάμεις μου Τέρρυ δεν θα τα έβλεπα αυτά. Όπως δεν τα έβλεπα τότε στο νοσοκομείο που η απελπισία και η ζωή χωρίς αύριο με οδήγησαν σε όσα έκανα και είπα. Σήμερα όπως ξέρω ότι δεν πρόκειται ποτέ να με αγαπήσεις κι αν σε αγάπησα εγώ έστω και λίγο -που σε αγάπησα πολύ Τέρρυ, το ξέρεις- το μόνο που μένει να κάνω είναι να σε διώξω μακριά. Να απλώσεις τα φτερά σου και να πετάξεις για να μπορέσεις να ξαναγίνεις ο εαυτός σου.
»Δεν μετανιώνω για όσα έγιναν. Αν δεν είχες μείνει τότε μαζί μου, θα ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Αν δεν ήσουν εσύ στο πλάι μου, δεν ξέρω που θα ήμουν τώρα. Αλλά όπως στάθηκες εσύ για μένα, ήρθε η ώρα να στο ανταποδώσω. Και σε τελική ανάλυση Τέρρυ…» η Σουζάνα κόμπιασε, αλλά συνέχισε: «...Μου αξίζουν πολύ περισσότερα από όσα εσύ μπορείς να μου δώσεις. Δεν μου αξίζει μια αγάπη μόνο από οίκτο».
Ο Τέρρυ την κοίταζε χαμένος. Στα μάτια του όμως υπήρχε μια λάμψη. Μια ελπίδα. Δεν πίστευε ακόμα σε όσα άκουγε, αλλά είχε πια περισσότερα να ρωτήσει, παρά να πει:
«Σουζάνα. Γιατί; Γιατί τώρα; Γιατί όχι πριν ένα μήνα, ή μετά από ένα μήνα; Γιατί σήμερα;»
Η Σουζάνα τον κοίταξε και χαμογέλασε λυπημένα:
«Γιατί αν δεν ήταν σήμερα, θα ήταν αύριο. Όταν είδα σήμερα τα μάτια σου τόσο άδεια σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει άλλο αύριο ή μεθαύριο. Υπάρχει το τώρα. Μόνο αν μπορούσες να δεις πως λάμπουν τα μάτια σου τώρα, θα καταλάβαινες Τέρρυ».
Ο Τέρρυ την αγκάλιασε συγκινημένος. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της Σουζάνα:
«Δεν θα με έχεις αγκαλιάσει ποτέ άλλοτε έτσι Τέρρυ. Και όσο κι αν περίμενα, δεν θα το έκανες ποτέ παρά μόνο αν σε άφηνα να φύγεις ελεύθερος. Και τελικά είχα δίκιο Τέρρυ. Σ'ευχαριστώ για όσα έκανες, αλλά προσπάθησε να ξεχάσεις όλο τον πόνο που σου προκάλεσα και να θυμάσαι μόνο αυτή την αγκαλιά. Ήμουν κι εγώ απελπισμένη. Δεν ήθελα να σου κάνω κακό. Δεν ήθελα!», η Σουζάνα έκλαιγε απαρηγόρητη στην αγκαλιά του Τέρρυ.
Ο Τέρρυ τη φίλησε τρυφερά στο κούτελο:
«Σήμερα μου σώζεις για δεύτερη φορά τη ζωή Σουζάνα και αυτό δεν ξέρω πως θα μπορούσα να στο ξεπληρώσω. Συγνώμη αν φάνηκα πολύ μικρός στις προσδοκίες σου. Δεν είμαι όμως μεγαλύτερος. Δεν είμαι πιο δυνατός. Είμαι μόνο αυτός. Ότι κι αν χρειαστείς θα είμαι δίπλα σου. Θα σου χρωστάω για πάντα ευγνωμοσύνη Σουζάνα».
«Φύγε Τέρρυ. Αν σε χρειαστώ ξέρω που θα σε βρω».
