Ο Άλμπερτ μπήκε ανήσυχος στο διαμέρισμα της Κάντυ:

«Κάντυ, τι συμβαίνει μικρή μου; Ανησύχησα! Ήρθα αμέσως μόλις πήρα το μήνυμά σου», ρώτησε ο Άλμπερτ ανήσυχος.

«Κάθισε Άλμπερτ. Συγνώμη αν σε αναστάτωσα. Ήθελα να σου μιλήσω», είπε μαζεμένη η Κάντυ.

«Τι συμβαίνει;»

Η Κάντυ κοίταξε στα μάτια τον Άλμπερτ και μη μπορώντας να συγκρατηθεί πια ξέσπασε σε κλάματα. Ο Άλμπερτ αμέσως την αγκάλιασε τρυφερά:

«Ησύχασε μικρή μου, μην κλαις!», την καθησύχασε χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά απαλά.

«Ω Άλμπερτ», κατάφερε να ψελλίσει η Κάντυ κι αμέσως ξέσπασε σε δυνατότερα κλάματα. Όταν λίγο αργότερα κατάφερε να πάρει μια ανάσα, είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν κλεισμένη ακόμα στην αγκαλιά του:

«Άλμπερτ... είμαι έγκυος», κατάφερε να πει και συνέχισε να κλαίει δυνατά.

«Έγκυος; Μα αυτό Κάντυ είναι υπέροχο», είπε ενθουσιασμένος ο Άλμπερτ.

«Υπέροχο;» αναρωτήθηκε σαστισμένη η Κάντυ. Σήκωσε τα μάτια της για να αντικρίσει τα δικά του:

«Άλμπερτ δεν θα με ρωτήσεις ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού;», ρώτησε η Κάντυ που είχε αρχίσει να συνέρχεται από τα κλάματα και να ανακτά και πάλι την αυτοκυριαρχία της.

«Έλα τώρα Κάντυ. Σε ξέρω αρκετά καλά για να ξέρω ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού σου!». Ο Άλμπερτ χαμογέλασε και συνέχισε: «Ο Τέρρυ τι είπε; Είμαι σίγουρος ότι θα κάνει τούμπες απόψε στη σκηνή!», σχολίασε ο Άλμπερτ εύθυμα.

«Δεν ξέρει τίποτα ο Τέρρυ Άλμπερτ... και ούτε πρόκειται να μάθει...»

Ο Άλμπερτ την κοίταξε σοβαρά:

«Τι εννοείς Κάντυ;»

«Δεν έχω σκοπό να του πω τίποτα Άλμπερτ...»

«Μα Κάντυ ο Τέρρυ θα κάνει σαν τρελός μόλις το μάθει! Γιατί δεν του το λες;»

«Ο Τέρρυ είναι με τη Σουζάνα Άλμπερτ. Ποιος ο λόγος να το μάθει; Μόνο χειρότερα θα γίνουν τα πράγματα».

«Κάντυ, ο Τέρρυ θα κάνει τα πάντα για να είναι μαζί σου με ή χωρίς αυτό το παιδί. Μετά την τελευταία σας συνάντηση θα έπρεπε να το ξέρεις».

«Άλμπερτ δεν πρόκειται να είμαστε ποτέ μαζί. Αυτό πια το έχω πάρει απόφαση», είπε η Κάντυ και ξέσπασε και πάλι σε κλάματα.

«Ηρέμησε κορίτσι μου. Ηρέμησε! Ωραία. Ακόμα κι έτσι να είναι -που δεν είναι Κάντυ, στο ξαναλέω- ο Τέρρυ δεν πρέπει να μάθει ότι θα φέρεις στον κόσμο το παιδί του; Ακόμα κι αν μείνει με τη Σουζάνα θα πρέπει να ξέρει».

«Όχι Άλμπερτ. Αυτό δεν γίνεται! Δεν πρέπει να το μάθει».

Ο Άλμπερτ την κοίταξε απογοητευμένος.

«Συγχώρεσέ με Άλμπερτ», φώναξε η Κάντυ και έκρυψε το κλαμένο πρόσωπό της στα χέρια της.

«Για ποιο πράγμα να σε συγχωρέσω;», ρώτησε ο Άλμπερτ απορημένος.

«Που ήμουν τόσο απρόσεχτη! Δεν ήθελα ποτέ να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Δεν ήθελα ποτέ να ντροπιάσω την οικογένεια των Άρντλευ Άλμπερτ, αλλά φαίνεται ότι μόνο απογοήτευση είμαι για σένα!», είπε η Κάντυ και η φωνή της έσπασε.

«Τι είναι αυτά που λες Κάντυ; Ποτέ δεν θα ήσουν απογοήτευση για μένα».

«Αλήθεια Άλμπερτ; Πως θα φανεί στον κόσμο αυτό; Μία Άρντλευ να είναι μια ανύπαντρη μητέρα;»

«Έλα τώρα Κάντυ! Πολύ που με ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος! Δεν πρέπει να κλαις στην κατάστασή σου. Τώρα πρέπει μόνο να χαμογελάς μικρούλα μου. Μόνο να χαμογελάς!», είπε τρυφερά ο Άλμπερτ.

Η Κάντυ αχνογέλασε. Ο Άλμπερτ συνέχισε:

«Ότι κι αν γίνει εγώ θα σε βοηθήσω να μεγαλώσεις αυτό το παιδί. Θα μεγαλώσει κι αυτό παρέα με τα δικά μου και της Κριστίν».

«Αλήθεια Άλμπερτ; Η Κριστίν είναι έγκυος;», ρώτησε ενθουσιασμένη η Κάντυ ξεχνώντας για μια στιγμή τα δικά της προβλήματα.

«Αυτό δεν το ξέρω ακόμα Κάντυ, αλλά κάνω ότι καλύτερο μπορώ για να μείνει», είπε γελώντας ο Άλμπερτ και παρέσυρε και την Κάντυ σε ένα δυνατό γέλιο.

«Σε ευχαριστώ Άλμπερτ. Είσαι πάντα τόσο καλός μαζί μου!»

«Θα είμαι πάντα δίπλα σου Κάντυ σε ότι κι αν χρειαστείς. Όμως...", ο Άλμπερτ έκανε μια παύση.

«Ναι Άλμπερτ;», ρώτησε με ενδιαφέρον η Κάντυ.

«Θέλω να μου υποσχεθείς ότι το θέμα του Τέρρυ δεν είναι λήξαν και ότι θα το ξανασυζητήσουμε μόλις ηρεμήσεις λίγο».

«Μα Άλμπερτ...», διαμαρτυρήθηκε η Κάντυ.

«Όχι Κάντυ. Αυτή τη φορά θα χρειαστεί να επιμείνω. Μου το υπόσχεσαι;»

«Δεν ξέρω...», απάντησε δειλά η Κάντυ.

«Κάντυ!», επέμεινε με απαλή φωνή ο Άλμπερτ.

«Εντάξει Άλμπερτ. Στο υπόσχομαι».

Ο Άλμπερτ της χαμογέλασε ικανοποιημένος:

«Κάντυ είπες πριν 'ανύπαντρη μητέρα';»

«Ναι Άλμπερτ».

«Σκοπεύεις να μην προχωρήσεις στο γάμο σου;»

«Μα πως θα μπορούσα Άλμπερτ; Δεν θα ήταν σωστό!»

«Το ξέρω Κάντυ. Και χαίρομαι που το βλέπεις κι εσύ έτσι!»

«Εντάξει Άλμπερτ. Έχω κάνει πολλά λάθη τελευταία, αλλά κάποια είναι πολύ μεγάλα για να μην τα προσέξει κανείς. Άλλωστε το έχω ήδη καθυστερήσει. Θα τον ανέβαλα και χωρίς την εγκυμοσύνη, αλλά δεν μου ήταν εύκολο! Δεν είχα καν τη δύναμη να το κάνω».

Η Κάντυ ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από την καρδιά της μετά από την αντίδραση του Άλμπερτ. Φοβόταν πολύ ότι θα τον απογοητεύσει, αλλά ο Άλμπερτ ήταν όπως πάντα δίπλα της. Άγγιξε απαλά την κοιλιά της και χαμογέλασε. Είχε μέσα της ένα παιδί. Ένα παιδί! Το παιδί το δικό της και του Τέρρυ.


Φακιδομουτράκι μου
Ξέρω πως κάτι τέτοιο θα έπρεπε να στο πω από κοντά αλλά δεν έχω την υπομονή να περιμένω. Η Σουζάνα με εγκατέλειψε. Συνειδητοποίησε ότι αγαπάω εσένα και μόνο εσένα και δεν θέλει να σταθεί άλλο εμπόδιο στο δρόμο μας. Ακούς φακιδομούρα; Μέχρι και η Σουζάνα το κατάλαβε πόσο σε αγαπάω. Μένει τώρα να το καταλάβεις κι εσύ.
Θα έρθω να σε βρω σύντομα.
Μου λείπεις Κάντυ. Οι μέρες όμως που είμαστε χώρια τελειώνουν σύντομα. Σου υπόσχομαι ότι οι δρόμοι μας δεν θα χωριστούν ποτέ ξανά.
Δικός σου
Τέρρενς Γκ. Γκράντσεστερ


Η Ελίζα πήγαινε προς το σαλόνι να πιει το τσάι της με την Μεγάλη Θεία Ελρόυ, όταν σκόνταψε επάνω της η Ντόροθυ.

«Πρόσεξε που πατάς ανόητη», της είπε απαξιωτικά.

«Με συγχωρείτε δεσποινίς», ψέλλισε με δυσκολία η Ντόροθυ και έσκυψε να μαζέψει το πρωινό ταχυδρομείο που κράταγε πριν παραπατήσει και που τώρα είχε απλωθεί στο πάτωμα.

Μόλις η Ελίζα είδε το όνομα του Τέρρενς σε ένα από τα γράμματα, βιάστηκε να τα πάρει από χέρια της Ντόροθυ:

«Άφησέ τα. Θα τα πάω εγώ στη Θεία. Φύγε τώρα», φώναξε και η Ντόροθυ έφυγε κάνοντας μια μικρή υπόκλιση.

Η Ελίζα πήρε στα χέρια της το γράμμα του Τέρρυ και χωρίς να διστάσει το άνοιξε και το διάβασε:

Λοιπόν φίλε μου τέρμα τα ψέματα
Ο χωρισμός μου με τη Σουζάνα είναι οριστικός, οι παραστάσεις έχουν ακυρωθεί κι εγώ Παρασκευή βράδυ θα φτάσω στο Σικάγο.
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, από εσένα θα πρέπει να ζητήσω και επίσημα το χέρι της; Δεν φαντάζομαι να θες να σε φωνάζω και 'μπαμπά' στο εξής;
Θα σε δω σύντομα
Τέρρενς Γκ. Γκράντσεστερ

Τα μάτια της Ελίζας πέταγαν φλόγες. Το μίσος είχε θολώσει το μυαλό της. Δεν ήταν δυνατόν! Ο Τέρρυ ερχόταν να ζητήσει σε γάμο την Κάντυ; Αυτή τη βρωμιάρα; Αυτή την κουρελιάρα; Αυτό δεν θα το άφηνε ποτέ να συμβεί!

«Νηλ, Νηλ», όρμισε στο δωμάτιο του η Ελίζα.

«Τι φωνάζεις πάλι Ελίζα;», διαμαρτυρήθηκε βαριεστημένα ο Νηλ.

«Νηλ, ο Τέρρυ παντρεύεται την Κάντυ».

«Πως το είπες αυτό Ελίζα;», ρώτησε ανήσυχος ο Νηλ.

«Νηλ δεν μπορεί να γίνει αυτός ο γάμος. Δεν πρέπει να γίνει. Πρέπει να κάνεις κάτι. Σκότωσέ την αν θέλεις. Δεν με νοιάζει. Αρκεί να μην πάρει τον Τέρρενς ποτέ. Ποτέ!»

«Άφησέ το πάνω μου Ελίζα», είπε ο Νηλ και τα μάτια του πέταγαν σπίθες 'Και τώρα θα λογαριαστούμε οι δυο μας βρωμοηθοποιέ. Αν νομίζεις ότι θα απλώσεις τα χέρια σου στην Κάντυ είσαι γελασμένος' σκέφτηκε ο Νηλ αγνοώντας πλήρως όλες τις υπόλοιπες υστερίες της αδερφής του.


Ο Τέρρυ μπήκε στο μεγάλο σαλόνι.

«Τέρρυ μωρό μου, δεν περίμενα να σε δω», είπε χαρούμενη η Έλενορ.

«Ήθελα να σου μιλήσω μητέρα», είπε ο Τέρρυ σκεφτικός.

Η Έλενορ άκουγε τον Τέρρυ χωρίς να τον διακόψει. Ποτέ άλλοτε ο Τέρρυ δεν της είχε ανοίξει έτσι την καρδιά του. Μόλις ο Τέρρυ τελείωσε η Έλενορ του χαμογέλασε:

«Χαίρομαι που το αποφάσισες να πας να τη βρεις Τέρρυ. Αυτό το κορίτσι σε αγαπάει τόσο πολύ! Κι εσύ μωρό μου! Πόσο καιρό παρακαλάω να ξαναδώ τα μάτια σου ζωντανά!»

«Δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω μητέρα. Θα μείνω όσο χρειαστεί για να μη κάνει ποτέ αυτό το γάμο».

«Νομίζω ότι θα καταφέρεις να χαλάσεις αυτό τον γάμο πιο εύκολα από όσο νομίζεις. Αν ήταν άλλη περίπτωση δεν θα σε συμβούλευα να τους διαλύσεις τη σχέση, αλλά αγόρι μου, την έχω δει την Κάντυ πως σε κοιτάει και πως την κοιτάς κι εσύ. Εσείς οι δύο είστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλον», είπε στοργικά η ηθοποιός.

Ο Τέρρυ την κοίταξε και χαμογέλασε. Τα λόγια της του έδωσαν περισσότερο κουράγιο και δύναμη. Σηκώθηκε, τη φίλησε και πριν φύγει της είπε:

«Ελπίζω την επόμενη φορά που θα σε δω να περάσω από αυτή την πόρτα μαζί της».

«Θα σας περιμένω μαζί αγόρι μου», είπε συγκινημένη η ηθοποιός και χαιρέτησε τον γιο της. Ένιωθε ανακούφιση που ο Τέρρυ τραβούσε ελεύθερος πια τον δρόμο της καρδιάς του. Ότι κι αν έβρισκε σε αυτό το δρόμο, θα ήταν ο δρόμος που είχε επιλέξει ο ίδιος.


Τα μάτια της Κάντυ είχαν πλημυρίσει από δάκρυα.

«Συγχώρεσέ με Τζων. Δεν ήθελα ποτέ να έρθουν έτσι τα πράγματα», είπε η Κάντυ μετανιωμένη.

Ο Τζων που την άκουγε τόση ώρα χωρίς σχεδόν να βγάλει λέξη αποφάσισε να μιλήσει:

«Δεν ήξερα ότι υπήρχε κάποιος άλλος στη ζωή σου. Δεν μου έδωσες ποτέ αυτή την εντύπωση Κάντυ», είπε πικραμένος.

«Το ξέρω Τζων. Εγώ φταίω για όλα. Ήμουν όμως τόσο μπερδεμένη που δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά».

«Όμως Κάντυ, αφού δεν μπορείς να είσαι μαζί του γιατί δεν προσπαθείς να τον ξεπεράσεις; Μπορούμε να ακυρώσουμε το γάμο και να σου δώσω όσο χρόνο χρειάζεσαι. Κάποια στιγμή όλα θα αλλάξουν!», προσπάθησε να την μεταπείσει ο Τζων.

Η Κάντυ δεν είχε χρόνο. Η κοιλιά της θα άρχιζε να φαίνεται σύντομα, αλλά αυτό δεν χρειαζόταν να το ξέρει ο Τζων. Αρκετό κακό του είχε κάνει:

«Όχι Τζων. Το ίδιο λάθος έκανα και όταν δέχτηκα την πρότασή σου. Νόμιζα ότι θα ξεχνούσα, αλλά δεν ξέχασα». Η Κάντυ έκανε μια παύση και συνέχισε: «Δεν είναι σωστό. Αξίζεις κάποια γυναίκα ολόκληρη δική σου».

Ο Τζων την κοίταξε πικραμένος:

«Αν δεν μπορώ να σε μεταπείσω σε αυτό Κάντυ, έχεις δίκιο, δεν υπάρχει λόγος να το παιδεύουμε».

Ο Τζων λυπημένος σηκώθηκε από την καρέκλα του.

«Συγχώρεσέ με Τζων. Ειλικρινά δεν ήθελα ποτέ να σε πικράνω».

«Καλύτερα τώρα Κάντυ που είναι ακόμα νωρίς. Καλή τύχη! Σου υπόσχομαι να μην σε ξαναενοχλήσω», είπε ο Τζων φεύγοντας από το σπίτι της.

Το τελευταίο που άκουσε καθώς περπατούσε στο διάδρομο ήταν την Κάντυ να ξεσπάει σε λυγμούς.


Η Σουζάνα καθόταν και διάβαζε στο γραφείο της όταν μπήκε μέσα η Κλαρίτα:

«Καλησπέρα Κλαρίτα».

«Καλησπέρα Σουζάνα», είπε κακόκεφα η Κλαρίτα.

«Τι μούτρα είναι αυτά κοριτσάκι μου;», ρώτησε με ενδιαφέρον η Σουζάνα.

Η Κλαρίτα σωριάστηκε λυπημένη στον καναπέ:

«Είμαι στεναχωρημένη σήμερα Σούζυ».

«Γιατί; Τι σου συνέβη;»

«Τσακώθηκε ο αδερφός μου με τη μαμά»

«Ε, και γι'αυτό στεναχωριέσαι; Είμαι σίγουρη ότι θα τα ξαναβρούν γρήγορα».

«Όχι Σουζάνα. Ο Αλεχάνδρο φεύγει για την Φλόριντα»

«Φεύγει;» ρώτησε σαστισμένη η Σουζάνα και της έπεσε το βιβλίο που κράταγε από τα χέρια.

«Ναι Σουζάνα, αλλά εγώ δεν θέλω να φύγει».

«Μα γιατί φεύγει; Έτσι ξαφνικά;»

«Τσακωθήκαν με τη μαμά για το κορίτσι του», απάντησε μουτρωμένη η Κλαρίτα.

«Το κορίτσι του;», ρώτησε απογοητευμένη η Σουζάνα.

«Ναι. Ο Αλεχάνδρο είπε στη μαμά ότι θα πιάσει και δεύτερη δουλειά γιατί με την πρώτη δεν μπορεί να πάρει ούτε ένα δαχτυλίδι στο κορίτσι του και η μαμά του είπε να μην μεγαλοπιάνεται και να πάρει μια από τις κοπέλες που του προξενεύει, αλλά αυτός επέμενε ότι δεν θέλει καμία άλλη. Αλλά και το κορίτσι του να μην ήθελε, πώς να διαλέξει αυτές που του πάει η μαμά; Κάθε εβδομάδα του φέρνει και καινούργιο προξενιό. Μπερδεύτηκε ο καημένος!», είπε αθώα η Κλαρίτα.

Η Σουζάνα άκουγε την Κλαρίτα και ένιωθε έναν πόνο μέσα στο στήθος της. Δεν είχε ιδέα ούτε για τα προξενιά του Αλεχάνδρο, ούτε για το κορίτσι του.

«Και γιατί θα φύγει;», τόλμησε να ρωτήσει.

«Γιατί θέλει λέει να πάει να δουλέψει για να κάνει περισσότερα λεφτά γιατί μόνο έτσι μπορεί και να τον πάρει το κορίτσι του. Αυτά που βγάζει εδώ δεν φτάνουν λέει. Εγώ πάλι δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν ήξερα ότι ο αδερφός μου έχει κορίτσι. Εγώ δεν την έχω δει ποτέ», είπε απογοητευμένη η Κλαρίτα.

«Μη στεναχωριέσαι Κλαρίτα. Είμαι σίγουρη ότι ο αδερφός σου ξέρει τι κάνει. Άλλωστε δεν πρόκειται να σε ξεχάσει. Απλά δεν θα τον βλέπεις τόσο συχνά».

«Αλήθεια δεν θα με ξεχάσει;»

«Αλήθεια Κλαρίτα. Ο αδερφός σου σε αγαπάει πάρα πολύ για να σε ξεχάσει έτσι απλά», παρηγόρησε η Σουζάνα την Κλαρίτα. Τη Σουζάνα όμως ποιος θα την παρηγορούσε;

Η Κλαρίτα αναθάρρεψε, έδωσε ένα φιλί στη Σουζάνα και ανέβηκε στη σκηνή για να παίξει, αφήνοντας τη Σουζάνα στις σκέψεις της. Η Σουζάνα πάντα απολάμβανε την παρουσία του Αλεχάνδρο, αλλά δεν είχε σκεφτεί ποτέ τίποτα διαφορετικό. Τώρα όμως που άκουσε όλα αυτά κάτι μέσα της σπαρτάρησε. Μια μικρή ζήλια για την κοπέλα του και μια αγωνία για την απουσία του. Δεν το είχε σκεφτεί ποτέ αλλά τώρα συνειδητοποιούσε ότι η απουσία του θα της κόστιζε.

Η πόρτα της χτύπησε δειλά και μπήκε ο Αλεχάνδρο. Η Σουζάνα του χαμογέλασε, αλλά στα μάτια της υπήρχε η απογοήτευση και η πικρία της αναχώρησής του:

«Καλησπέρα Αλεχάνδρο. Δεν σε περίμενα», είπε η Σουζάνα προσπαθώντας να δείξει όσο περισσότερο αδιάφορη μπορούσε.

Ο Αλεχάνδρο, δειλά και άτολμα, της είπε σιγανά:

«Ξέρεις Σουζάνα, ήθελα να σου πως ότι θα φύγω…»

«Ναι. Μόλις μου το είπε η Κλαρίτα», βοήθησε την κατάσταση η Σουζάνα.

«Τι σου είπε δηλαδή;», ρώτησε απορημένος ο Αλεχάνδρο.

«Ότι φεύγεις για να μπορέσεις να πάρεις ένα δαχτυλίδι στην κοπέλα σου».

«Βλέπω η μικρή πέρασε και σε λεπτομέρειες…», είπε εκνευρισμένος ο Αλεχάνδρο.

«Δεν είναι σωστό αυτό που πας να κάνεις Αλεχάνδρο. Αν σε αγαπούσε το κορίτσι σου πιο πολύ θα πικραινόταν από την απουσία σου, παρά θα γλυκαινόταν από το δαχτυλίδι που θα της φέρεις», είπε με ειλικρίνεια η Σουζάνα.

«Δεν είναι κορίτσι μου Σουζάνα. Μακάρι να ήταν!»

«Και θα φύγεις τόσο μακριά για ένα κορίτσι που δεν είναι καν κορίτσι σου; Φαίνεται ότι την αγαπάς πολύ», είπε απογοητευμένη.

«Την αγαπάω πάρα πολύ Σουζάνα. Για μένα αυτή η γυναίκα είναι ότι πολυτιμότερο υπάρχει», είπε ο Αλεχάνδρο και τα μάτια του έλαμπαν από το πάθος του.

«Πολύ τυχερή γυναίκα αν την αγαπάς τόσο…», είπε η Σουζάνα κι γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη για να μην τη δει θλιμμένη.

Ο Αλεχάνδρο συνέχισε να την κοιτάζει. Είχε πει τόσα πολλά ως τώρα και έμεναν μόνο λίγα να αποκαλύψει. Αλλά πως θα της το έλεγε ότι την αγαπάει; Πως θα τόλμαγε αυτός που δεν είχε δεκάρα στην τσέπη του, που δεν ήξερε καν να διαβάζει, που ήταν ένας φτωχός εργάτης, όταν αυτή θα παντρευόταν έναν πανέμορφο ηθοποιό; Τα μάτια του ταξίδεψαν στα όμορφα χαρακτηριστικά της. Κι αν της το έλεγε και η Σουζάνα τον απέρριπτε, τι κακό θα μπορούσε να γίνει; Σύντομα θα έφευγε και θα ήταν εύκολο να μην την ξαναδεί. Έτσι και αυτός θα μπορούσε να την ξεχάσει και δεν θα ένιωθε πια άβολα δίπλα της.

«Κι εσύ;», τη ρώτησε δυναμικά.

«Εγώ τι;»

«Εσύ θα στεναχωρηθείς αν φύγω;»

Η Σουζάνα τα έχασε. Δεν περίμενε μια τέτοια ερώτηση και δεν ήξερε πώς να απαντήσει. Προσπάθησε να είναι ουδέτερη:

«Μα ναι… Και βέβαια θα στεναχωρηθώ. Τόσα πράγματα περνάνε από τα δικά σου χέρια εδώ μέσα…»

«Και θα πονέσεις; Όπως θα πόναγε το κορίτσι μου;», είπε ο Αλεχάνδρο προσπαθώντας έντονα να μην χάσει το κουράγιο του.

Η Σουζάνα τα έχασε:

«Εγώ…», ψέλλισε.

Ο Αλεχάνδρο την πλησίασε αποφασιστικά την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε.

Η Σουζάνα έμεινε έκπληκτη. Πρώτη φορά ένιωθε αυτό το πάθος από έναν άντρα. Το πρώτο της φιλί. Τόσο έντονο και τόσο γλυκό. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. Ο Αλεχάνδρο αγαπούσε αυτήν; Αυτή ήταν η εκλεκτή της καρδιάς του; Για αυτήν είχε διώξει τόσες κοπέλες; Πρώτη φορά κάποιος επέλεγε αυτήν ανάμεσα σε άλλες. Όσο κι αν της άρεσε ο τρόπος που την κοιτούσε δεν τολμούσε να ελπίζει καν ότι θα την αγαπούσε ο Αλεχάνδρο ή οποιοσδήποτε άλλος παρά την αναπηρία της.

Ο Αλεχάνδρο άφησε τα χείλη της και κοίταξε τα κλαμένα μάτια της:

«Συγχώρεσέ με Σουζάνα. Δεν έπρεπε, αλλά εγώ… Σ'αγαπάω Σουζάνα. Ξέρω πως δεν είμαι αντάξιός σου, αλλά θα κάνω τα πάντα για να τα καταφέρω και να σε διεκδικήσω ακόμα και… ακόμα και από τον αρραβωνιαστικό σου!», της είπε τολμηρά.

«Μα δεν είμαι αρραβωνιασμένη Αλεχάνδρο!», ψέλλισε η Σουζάνα.

Ο Αλεχάνδρο τα έχασε:

«Και ο ηθοποιός;»

«Ο Τέρρυ δεν είναι παρά ένας απλός αγαπημένος φίλος. Δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο. Όμως Αλεχάνδρο. Θα έπρεπε να το σκεφτείς περισσότερο. Εγώ… εσύ ξέρεις για τη αναπηρία μου…»

Ο Αλεχάνδρο την κοίταξε τρυφερά στα μάτια:

«Ότι σου στέρησε ο Θεός με την αναπηρία σου στο έχει δώσει και με το παραπάνω σε ομορφιά και καλοσύνη».

Τα μάτια της Σουζάνα πλημμύρισαν με δάκρυα. Αυτή τη φορά όμως ήταν δάκρυα χαράς. Γιατί κάποιος την αγαπούσε. Γιατί κάποιος την είχε ξεχωρίσει. Γιατί κάποιος θα έκανε τα πάντα για να την κερδίσει. Αυτήν και μόνο αυτή. Τη Σουζάνα!


Ο Τέρρενς κατέβηκε από το τρένο κρατώντας τη βαλίτσα του. Η πολύωρη καθυστέρηση της αναχώρησης από τη Νέα Υόρκη είχε προκαλέσει την πολύ αργοπορημένη άφιξη του τρένου στο Σικάγο. Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε. Χωρίς να χάσει χρόνο ο Τέρρενς ανέβηκε σε μια άμαξα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της Κάντυ. Η ώρα ήταν πλήρως ακατάλληλη, αλλά αυτό δεν προβλημάτισε τον Τέρρυ. Ανέβηκε μέχρι το διαμέρισμά της και χτύπησε την πόρτα:

«Κάντυ!», φώναξε.

Δεν πήρε απάντηση και ξαναχτύπησε πιο επίμονα. Από το σπίτι δεν ακουγόταν κανένας ήχος. Ο Τέρρυ κατέβηκε και βγήκε από το κτίριο για να πάει προς το νοσοκομείο. Ήταν πολύ μικρό το Σικάγο για να μην τη βρει.


«Γουίλιαμ. Γουίλιαμ!», ακούστηκε τρυφερή η φωνή της Κριστίν.

Ο Άλμπερτ άνοιξε τα μάτια του και είδε το πρόσωπό της. Χαμογέλασε.

«Γουίλιαμ καλέ μου ξύπνα. Έχει έρθει ο Τζωρτζ να σε δει μαζί με δύο αστυνομικούς».

Ο Άλμπερτ σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι:

«Τι ώρα είναι;» ρώτησε ανήσυχος καθώς φορούσε το κάτω μέρος της πυτζάμας του.

«6:30. Μόλις ξημερώνει».

Ο Άλμπερτ βγήκε ανήσυχος από την κρεβατοκάμαρα:

«Τζωρτζ, τι συμβαίνει;»

«Οι κύριοι είναι αστυνομικοί Γουίλιαμ. Έγινε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και το θύμα έμεινε αβοήθητο στο δρόμο. Το αυτοκίνητο που τον χτύπησε λέγεται από μάρτυρες ότι είναι της οικογένειας Άρντλευ».

«Επιτρέψτε μου να ντυθώ κύριοι και έρχομαι αμέσως να δούμε το θέμα μαζί».

«Κάτι ακόμα Γουίλιαμ», είπε ο Τζωρτζ και αυτή τη φορά η φωνή του έχασε το γνώριμο ψυχρό ύφος του:

«Το θύμα είναι ο Τέρρενς Γκράντσεστερ».

Ο Άλμπερτ έμεινε άναυδος:

«Πως;», ψέλλισε.

«Μεταφέρεται στο νοσοκομείο της Αγίας Ιωάννας σε κρίσιμη κατάσταση».

Ο Άλμπερτ δεν πίστευε στα αυτιά του. Ο Τέρρυ! Ο καλός φίλος του κινδύνευε, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο που δούλευε η Κάντυ. Η μικρή δεν έπρεπε να είναι μόνη της. Όχι στην κατάστασή της!

«Τζωρτζ φύγε αμέσως για το νοσοκομείο. Βρες την Κάντυ όπου κι αν είναι και φρόντισε να μη μείνει στιγμή μόνη της. Φρόντισέ την. Θα έρθω να σε βρω αμέσως μόλις τελειώσω με τους κυρίους».

«Μάλιστα Γουίλιαμ», είπε ο Τζωρτζ και βγήκε αμέσως από το διαμέρισμα.

Ο Άλμπερτ ντύθηκε αμέσως. Βγήκε από το δωμάτιο σχεδόν τρέχοντας:

«Κύριοι δεν έχουμε ούτε λεπτό για χάσιμο. Πάμε!»


Η Κάντυ βγήκε από το χειρουργείο εξαντλημένη. Ευτυχώς η εγχείρηση είχε πάει καλά. Το νεαρό κοριτσάκι δεν θα είχε πολλές ελπίδες αν δεν το είχαν φέρει στο νοσοκομείο εγκαίρως πριν από αρκετές ώρες. Ο Τζων την κοίταξε:

«Τα πήγες πολύ καλά σήμερα Κάντυ», είπε αμήχανα.

«Σε ευχαριστώ», απάντησε δειλά η Κάντυ.

«Καλημέρα», είπε ο Τζων και απομακρύνθηκε. Του ήταν πολύ δύσκολο να διαχειριστεί την κατάσταση, αλλά όσο δούλευε μαζί της έπρεπε να συμπεριφέρεται όπως ένας σωστός επαγγελματίας.

Η Κάντυ τον έβλεπε να ξεμακραίνει λυπημένη. Αισθανόταν άσχημα για όσα είχαν συμβεί. Λίγο πιο κάτω στο διάδρομο διέκρινε τη φιγούρα του Τζωρτζ.

«Τζωρτζ!», φώναξε χαρούμενη, αλλά αμέσως το ύφος της σοβάρεψε: «Τι κάνεις τέτοια ώρα εδώ. Είσαι καλά;»

«Ναι Κάντυ. Είμαι καλά», είπε σοβαρά ο Τζωρτζ.

«Ω Θεέ μου! Ο Άλμπερτ που είναι;», ρώτησε η Κάντυ και τα μάτια της γέμισαν αγωνία.

«Μια χαρά είναι και ο Γουίλιαμ Κάντυ, μην ανησυχείς», είπε ο Τζωρτζ αλλά το ύφος του δεν την έπεισε.

Εκείνη τη στιγμή δυο νοσοκόμες πέρασαν από δίπλα της:

«Είναι ο ηθοποιός. Ο Γκράντσεστερ», σχολίασε η μία.

«Κρίμα ο καημένος. Έχει τόσο λίγες ελπίδες!», απάντησε η δεύτερη.

«Ευτυχώς τον ανέλαβε ο Δρ. Τζάκσον. Που ξέρεις;» είπε η πρώτη καθώς ξεμάκραιναν.

Η Κάντυ ένιωσε τα πάντα να γυρίζουν γύρω της. Ο Τζωρτζ την κράτησε στα χέρια του για να μπορέσει να διατηρήσει την ισορροπία της. Η Κάντυ ήταν σαστισμένη. Με μάτια απεγνωσμένα γύρισε προς τον Τζωρτζ:

«Τι συμβαίνει Τζωρτζ;»

Ο Τζωρτζ τη βοήθησε να καθίσει:

«Κάντυ, ο Τέρρενς είχε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Οι γιατροί μιλάν για κάποια εσωτερική αιμορραγία. Δεν ξέρω να σου πω περισσότερα. Μόνο ότι χειρουργείται».

Η Κάντυ κοιτούσε τον Τζωρτζ σαν χαμένη. Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν είχε πλήρη επαφή με το περιβάλλον της. Η ανάσα της έβγαινε με δυσκολία:

«Που είναι;», ρώτησε δειλά.

«Εδώ. Σε αυτή την αίθουσα», είπε ο Τζωρτζ και έδειξε τη διπλανή αίθουσα από αυτή που ήταν μέχρι πριν λίγο η Κάντυ.

Η Κάντυ ένευσε καταφατικά. Έριξε τα μάτια της και παρέμεινε στην καρέκλα ακίνητη. Αμίλητη. Ανέκφραστη. Ο Τζωρτζ δίπλα της διαρκώς την παρατηρούσε ανήσυχος. Η Κάντυ δεν έκλαψε, δεν ρώτησε τίποτε άλλο. Παρά μόνο κοιτούσε χαμένη την πόρτα.


Ο Άλμπερτ έφτασε έξω από την έπαυλη των Άρντλευ μαζί με τους αστυνομικούς. Οδήγησε τον επικεφαλή στο αυτοκίνητο του Νηλ και τον ρώτησε:

«Ταιριάζει αυτό με τις περιγραφές σας;»

Ο αρχηγός ένευσε καταφατικά και εξέτασε προσεχτικά το αυτοκίνητο. Στο μπροστινό μέρος είδε έναν λεκέ από αίμα και ένα μικρό κομμάτι σκισμένο ύφασμα. Ανασήκωσε το ύφασμα και απευθύνθηκε στον Άλμπερτ δείχνοντάς του το:

«Λυπάμαι κύριε Άρντλευ, αλλά δεν έχω καμία αμφιβολία πλέον».

Ο Άλμπερτ ένιωσε το αίμα του να βράζει. Μπήκε μέσα στην έπαυλη και άρχισε να φωνάζει έξαλλος:

«Νηλ! Νηλ! Που στο διάολο είσαι;»

Ο Νηλ βγήκε από το δωμάτιό του σαστισμένος. Το ίδιο έκανε και η υπόλοιπη οικογένεια. Ο Άλμπερτ ανέβηκε τα σκαλιά τρέχοντας.

«Μεγάλε Θείε Γουίλιαμ…», ψέλλισε ο Νηλ, αλλά ο Άλμπερτ δεν άκουγε τίποτα πια. Έριξε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του Νηλ που τον προσγείωσε στο πάτωμα. Έσκυψε, τον άρπαξε από τον γιακά, τον σήκωσε όρθιο και τον κόλλησε στον τοίχο:

«Εάν πεθάνει παλιοαλήτη θα φροντίσω να σαπίσεις στη φυλακή», είπε και τον έσπρωξε απαξιωτικά. Έκανε αναστροφή και άφησε τους αστυνομικούς να τον συλλάβουν.

«Τι συμβαίνει;», ρώτησε ο κύριος Ράγκαν που ως τώρα παρακολουθούσε σαστισμένος τη σκηνή.

«Μόλις ξεμπερδέψω με το νοσοκομείο, έχουμε πολλά να πούμε Ράγκαν. Τώρα σημασία έχει η ζωή του Τέρρυ».

Η Ελίζα μόλις άκουσε τον Άλμπερτ να λέει το όνομα του Τέρρυ, παραλήρησε:

«Νηλ; Νηλ! Τι έκανες Νηλ; Αυτή τη βρωμιάρα σου είπα να βγάλεις από τη μέση όχι τον Τέρρυ».

Ο Άλμπερτ την κοίταξε με μάτια κόκκινα από οργή. Γύρισε στον κύριο Ράγκαν και του είπε:

«Και συμμάζεψε επιτέλους την οικογένειά σου», καθώς έτρεξε έξω από την έπαυλη και κατευθύνθηκε προς το νοσοκομείο.


Η ώρα πέρναγε και η Κάντυ δεν αντιδρούσε. Στο μυαλό της πέρναγαν χιλιάδες σκέψεις. Ήθελε να ουρλιάξει, αλλά κάτι μέσα της την κράταγε. Σκεφτόταν τον Τέρρυ στο χειρουργείο και το μυαλό της μπλόκαρε. Μόνο προσευχόταν. Προσευχόταν σε ότι είχε μέσα της πιο ιερό. Σε ότι αγαπούσε και πίστευε πιο πολύ. Σχεδόν δεν ανέπνεε, λες και η αναπνοή της μπορεί να του κόστιζε τη ζωή.

'Ζήσε. Ζήσε αγαπημένε μου. Για σένα και για μένα. Για το παιδί μας. Για όσα ζήσαμε. Για όσα θα έρθουν. Ζήσε. Σε παρακαλώ. Σε ικετεύω', εκλιπαρούσε για τη ζωή του η Κάντυ και το μυαλό της ήταν μουδιασμένο.

Ο Τζωρτζ που δεν την είχε ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση ήταν αναστατωμένος. Ο ίδιος παρακάλαγε να εμφανιστεί ο Άλμπερτ σύντομα. Η Κάντυ ήταν σαν τη νηνεμία πριν την καταιγίδα.