Ch. 2nd
"You've an older brother?"
«Ντέιμον…»
Η φωνή του Στέφαν ήταν ανήσυχη. Ήξερε γιατί είχε έρθει ο Ντέιμον στο Μίστικ Φολς. Ήθελε εκδίκηση. Ήθελε να εκδικηθεί τον Στέφαν, επειδή η Κάθριν προτίμησε εκείνον. Επειδή η Κάθριν χάθηκε εξαιτίας του.
«Μην μου πεις ότι δεν χαίρεσαι που με βλέπεις…» απάντησε ο Ντέιμον, με ένα υπεροπτικό μειδίαμα.
Ο Στέφαν σταύρωσε τα χέρια του μπροστά στο στήθος του και τον κοίταξε μέσα απ'τα μισόκλειστα βλέφαρά του.
«Γιατί ήρθες, Ντέιμον;»
Ο Ντέιμον στριφογύρισε τα μάτια του, παραμένοντας σιωπηλόε. Το ειρωνικό χαμόγελο παρέμενε πάντα στο πρόσωπό του.
Ο Στέφαν είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.
Είχε χρόνια να δει τον Ντέιμον. Μετά την εξαφάνιση της Κάθριν, είχαν χαθεί και δεν ήθελαν άμεσα να βρεθούν.
Μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής, ο Ντέιμον έσπασε επιτέλους τη σιωπή.
«Απλώς περνούσα από την περιοχή και είπα να περάσω να πω ένα γεια στον μικρό μου αδερφό» είπε ο Ντέιμον. Τα μάτια του, ωστόσο δεν έδειχναν τόσο αθώα όσο η απάντησή του.
Ο Στέφαν είχε καταλάβει. Δεν είχε έρθει για να τον εκδικηθεί. Είχε έρθει για να βρει την Κάθριν. Τον ήξερε καλά. Τόσα χρόνια έψαχνε παντού για εκείνη. Εδώ όμως, στο Μίστικ Φολς; Αποκλείεται να ήταν!
Η Κάθριν είχε καεί με άλλους 45 περίπου βρικόλακες σε εκείνη την εκκλησία. Εκτός αν…
«Ήρθες για την Κάθριν, έτσι δεν είναι;»
Ο Ντέιμον αιφνιδιάστικε, αλλά προσπάθησε σκληρά να μην το δείξει.
«Αλήθεια, Στέφαν, θυμάσαι τη μέρα που την πήραν; Εκείνη τη μέρα που πρόδωσες στον πατέρα το μυστικό μας;» άλλαξε θέμα ο Ντέιμον.
Ο Στέφαν θυμόταν. Και πολύ καλά μάλιστα. Εκείνη η νύχτα ήταν η χειρότερη της ζωής του και θα την θυμόταν για πάντα…
Mystic Falls, 1864
Καθώς έκλεινε πίσω του την πόρτα, ο Στέφαν δεν ήταν σίγουρος αν ήταν έτοιμος γι'αυτό που θα έκανε. Ήταν σωστό να μιλήσει, δεν ήταν; Δεν ήξερε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να προστατέψει την Κάθριν. Και θα το έκανε με κάθε τρόπο…
Ο Τζουζέπε Σαλβατόρε κάθισε στον καναπέ στο κέντρο του δωματίου και πρότεινε στον γιο του να καθίσει.
Ήταν συνοφρυωμένος. Υποπτευόταν πως κάτι έτρεχε.
Ο Στέφαν πήρε μια βαθιά ανάσα και κάθισε. Προσπάθησε να μην σκεφτεί τίποτα, απλώς ήθελε να μιλήσει. Ξεφύσησε και άρχισε να μιλάει.
«Θέλω να προστατέψεις την Κάθριν. Έχει ένα σκοτεινό μυστικό που, αν αποκαλυφθεί, εκείνη πρέπει να πεθάνει. Μου υπόσχεσαι ότι θα κάνεις ότι περνάει από το χέρι σου για να τη σώσεις;»
Ο Στέφαν ήταν σίγουρος ότι η Κάθριν θα πέθαινε αν ο πατέρας του μάθαινε γι'αυτή. Ήταν στενός φίλος του Τζόναθαν Γκίλμπερτ, ο οποίος του είχε μεταδώσει την απέχθειά του για τους βρικόλακες και τα πλάσματα της νύχτας.
Οι βρικόλακες εκείνη τη χρονιά είχαν αυξηθεί δραματικά και καθημερινά οι πολίτες της πόλης γινόταν τροφή των βρικολάκων.
«Ναι, παιδί μου, έχεις το λόγο μου ότι θα προστατεύσω της δις Πίερς, με κίνδυνο της ζωής μου αν χρειαστεί»
Ο Στέφαν πήρε άλλη μια βαθειά ανάσα και του αποκάλυψε το μυστικό.
«Η Κάθριν είναι βρικόλακας»
Ο Τζουζέπε Σαλβατόρε σηκώθηκε έντρομος από τη θέση του και κοίταξε το γιο του για μια στιγμή με γουρλωμένα μάτια. Χωρίς να μιλήσει, βγήκε απ΄το δωμάτιο τρέχοντας.
Εκείνη τη στιγμή, ο Στέφαν συνειδητοποίησε το πόσο λάθος είχε κάνει. Ο πατέρας του δεν θα βοηθούσε την Κάθριν.
Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο δωμάτιό της και την βρήκε ξαπλωμένη στο πάτωμα, να σφαδάζει απ'τον πόνο. Της είχαν βάλει ιεροβότανο στο κρασί της, εν αγνοία της.
Οι άντρες του Τζόναθαν Γκίλμπερτ μπήκαν και άρπαξαν το αναίσθητο σώμα της.
Ο Στέφαν γονάτισε και έμεινε στο πάτωμα. Τα δάκρυα που έτρεχαν στο πρόσωπό του δήλωναν έντονα τον πόνο του.
Ο Ντέιμον μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο, ανήσυχος και διόλου κουρασμένος απ'το έντονο τρέξιμο, όντας βρικόλακας. Το πρόσωπό του είχε μια αγριωπή όψη, τα μάτια του μια περίεργη λάμψη έξαψης. Έπιασε τον Στέφαν απ΄το μπράτσο και τον σήκωσε απ΄το δάπεδο.
«Τι στο διάολο σκεφτόσουν, Στέφαν;» του φώναξε και βγήκε έξω από το δωμάτιο.
«Θυμάσαι» είπε ο Ντέιμον υποτιμητικά.
Ο πόνος ήταν αποτυπωμένος στο πρόσωπο του Ντέιμον, αλλά ήξερε να τον κρύβει εξαιρετικά.
«Ντέιμον, εγώ…» προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο Στέφαν. Άκουσε τη φωνή του να σβήνει.
«Η Ελένα είναι ίδια η Κάθριν. Γι'αυτό είσαι μαζί της; Επειδή μοιάζει στην Κάθριν;» άλλαξε θέμα ο Ντέιμον, κοιτώντας τον έντονα, με τα μάτια του να γυαλίζουν παράξενα.
Τα μάτια του Στέφαν είχαν γίνει δυο σχισμές.
«Μείνε μακριά της!» γρύλισε ο Στέφαν.
«Θα με εμποδίσεις, αδερφούλη;» γέλασε ο Ντέιμον «Ποιο είναι το δωμάτιό μου;»
Το επόμενο πρωί, τον ξύπνησε το δυνατό χτύπημα της πόρτας.
Σηκώθηκε βαριεστημένα από το κρεβάτι και κατέβηκε, βρίζοντας, τις σκάλες.
Ο Ντέιμον ένιωσε την καρδιά του να κάνει έναν υπόκωφο ήχο και να σταματά. Στο σαλόνι στεκόταν ένα πιστό αντίγραφο της Κάθριν. Αυτή λοιπόν ήταν η περιβόητη Ελένα.
«Καλημέρα» είπε διστακτικά το κορίτσι, κοιτάζοντας το άδειο σπίτι «Μήπως είναι εδώ ο Στέφαν;»
Ο Ντέιμον της χάρισε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. «Εσύ πρέπει να είσαι η Ελένα, σωστά; Ο Στέφαν μου έχει μιλήσει για σένα» είπε, φιλώντας το χέρι της.
«Ντέιμον Σαλβατόρε. Χαίρω πολύ» συστήθηκε.
«Είσαι ο αδερφός του Στέφαν» διαπίστωσε η Ελένα, χαρίζοντάς του ένα διστακτικό χαμόγελο.
Ο Στέφαν είχε αδερφό; Και γιατί δεν της είχε μιλήσει γι'αυτόν; Αφότου είχε μάθει την πραγματική του ταυτότητα, είχαν συμφωνήσει να μην έχουν πια μυστικά, όμως εκείνος της έκρυβε την ύπαρξη ενός ακόμα Σαλβατόρε. Η Ελένα το ένιωθε, κάτι δεν πήγαινε καλά…
Εκείνη τη στιγμή, ο Στέφαν βρέθηκε στο πλευρό της Ελένα, απομακρύνοντας την από τον Ντέιμον.
«Δεν μου είχες πει ότι είχες μεγαλύτερο αδερφό» ψιθύρισε η Ελένα στον Στέφαν, κοιτάζοντας τον Ντέιμον.
Ο Ντέιμον χαμογέλασε θριαμβευτικά, κλείνοντάς της το μάτι.
«Να κάτι να ελπίζει κανείς» μουρμούρησε, κοιτάζοντας την Ελένα με τρυφερότητα.
