Ch. 5th

"It will always be Stefan"

«Δεν το πιστεύω ότι θέλεις να την φιλοξενήσουμε κι από πάνω!» είπε ο Ντέιμον, έξαλλος από θυμό.

«Μας έχει καταστρέψει, Στέφαν, δεν μπορείς να είσαι συμπονετικός απέναντί της!»

«Ντέιμον. Δεν καταλαβαίνεις! Ποτέ σου δεν κατάλαβες!»

Το βλέμμα του είχε πάλι εκείνη τη τρελή φλόγα, εκείνη τη λάμψη που τόσο τρόμαζε τον Ντέιμον.

«Τι να καταλάβω;» Ο Ντέιμον ήταν έτοιμος να εκραγεί.

«Ότι είσαι ακόμα ερωτευμένος μαζί της;»

«Σταμάτα!» φώναξε ο Στέφαν, χαμηλώνοντας το βλέμμα και ψιθυρίζοντας «Θα σε ακούσει η Ελένα. Και» συνέχισε ειρωνικά «δεν είμαι ερωτευμένος με την Κάθριν, Ντέιμον. Όσο κι αν δεν θες να το παραδεχτείς, αυτό είναι που θέλεις, έτσι δεν είναι;»

Ο Ντέιμον παραξενεύτηκε. Ο Στέφαν είχε ανακαλύψει το μυστικό του;

«Δεν καταλαβαίνω…» προσπάθησε να τον παραπλανήσει.

Ο Στέφαν έσμιξε τα φρύδια του περιφρονητικά και χαμογέλασε. Ο Ντέιμον ήταν σπουδαίος ψεύτης, αλλά δεν μπορούσε να τον κοροϊδέψει…

«Μάλιστα. Ώστε λοιπόν δεν καταλαβαίνεις.»

Άρχισε έναν αργό βηματισμό, όπως η γάτα, όταν έχει στριμώξει το ποντίκι. Σταμάτησε μπροστά στον Ντέιμον, κοιτάζοντάς τον λέγοντας «Ξέρω την αλήθεια, Ντέιμον. Ξέρω ότι είσαι ερωτευμένος με την Ελένα.» Ο Ντέιμον προσπάθησε να δικαιολογηθεί, αλλά ο Στέφαν τον έκοψε.

«Σου φαίνομαι για χαζός; Ξέρω τα πάντα και παρ'όλα αυτά εσύ συνεχίζεις να μου λες ψέματα κατάμουτρα!»

Ο Ντέιμον αιφνιδιάστηκε και χαμήλωσε το κεφάλι του ντροπιασμένος. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε μια πρωτόγνωρη ανατριχίλα, οι τρίχες στο σβέρκο του ήταν ορθωμένες. Πρώτη φορά έβλεπε τον Στέφαν όπως ήταν, έναν πραγματικά τρομακτικό βρικόλακα που θα έπρεπε να προσέχει. Ο Στέφαν ποτέ πριν δεν του είχε μιλήσει με αυτόν τον τρόπο. Τώρα δεν έμοιαζε πια στον αθώο, μικρό του αδερφό…

Ο Στέφαν χαμογέλασε θριαμβευτικά.

«Έχω δίκιο, λοιπόν»

Ο Ντέιμον ξεφύσησε και τον πλησίασε.

«Εντάξει.» μουρμούρισε. «Μπορούμε να το συζητήσουμε αργότερα;»

Εκείνη τη στιγμή, μπήκε η Κάθριν, φρεσκολουσμένη, μόλις είχε βγει από το μπάνιο. Φορούσε ένα ροζ μπουρνούζι και το πρόσωπό της ήταν ακόμα αναψοκοκκινισμένο από το ζεστό νερό. Ο Ντέιμον στριφογύρισε τα μάτια του.

«Ελπίζω να μην σας πειράζει που χρησιμοποίησα το μπάνιο σας» τους είπε, πεταρίζοντας τις βλεφαρίδες τις προς το μέρος τους.

«Ναι, λες και αν στο απαγορεύαμε, θα μας άκουγες…» μουρμούρισε ο Στέφαν ειρωνικά.

«Κόψε τις ευγένειες, δεν σου πάνε» της πέταξε ο Ντέιμον.

Η Κάθριν σούφρωσε τα χείλη της και κατσούφιασε.

«Ω, μην είστε τόσο κακοί μαζί μου.» τους είπε ναζιάρικα. Κοίταξε γύρω της το μεγάλο σπίτι και ξεφύσησε.

«Δεν νομίζω να ξαναβρώ τόσο ωραίο μπάνιο σε ξενοδοχείο…» είπε παραπονιάρικα. «Θα μου λείψει το μπάνιο σας»

Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και έριξαν μια επιφυλακτική ματιά στην μελαχρινή γυναίκα με το ροζ μπουρνούζι, που έσταζε νερά στο πάτωμα. Αντάλλαξαν άλλη μία φοβισμένη ματιά.

Το βλέμμα του Ντέιμον έλεγε ένα κατηγορηματικό και βροντερό όχι. Δεν ήθελε την Κάθριν μες στα πόδια του. Την ήξερε καλά. Δεν είχε έρθει στο Μίστικ Φολς, απλά επειδή έκανε την βόλτα της. Κάτι έψαχνε. Τι όμως;

«Η σωσίας τελικά δεν είναι και τόσο όμορφη όσο έλεγες, Στέφαν. Η Τάτια ήταν πολύ πιο εντυπωσιακή.» έσπασε τη σιωπή η Κάθριν.

Ο Στέφαν κοκάλωσε, σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός. Σωσίας; Ποια σωσίας;

«Η Ελένα, αυτή δεν είναι η σωσίας της Τάτια;» Έσμιξε τα φρύδια της. «Πως και δεν το μαντέψατε από μόνοι σας; Οι Αρχικοί όπου να'ναι θα πληροφορηθούν ότι υπάρχει και άλλη σωσίας και θα την ψάξουν. »

«Όχι αν δεν τους ειδοποιήσει κάποιος…» είπε ο Στέφαν με βλέμμα κενό.

Ο Ντέιμον κοίταζε την Κάθριν με θυμό. Τα μάτια του είχαν ένα κόκκινο χρώμα, ήταν θολωμένα, οργισμένα. Με το ζόρι συγκρατιόταν από να ορμήσει και να της ξεριζώσει το κεφάλι από τους ώμους της…

«Είσαι ένα τέρας!» φώναξε ο Ντέιμον. «Πως μπόρεσες να το κάνεις αυτό στην Ελένα; Εκείνη δεν έχει καμιά σχέση με τίποτα απ'όλα αυτά!»

«Δεν είμαι τέρας» είπε εκείνη ήρεμα. «Προσπαθώ να επιβιώσω, όπως όλοι μας. Ξέρεις τι θα συμβεί, όταν οι Αρχικοί μάθουν ότι οι αδερφοί Σαλβατόρε έχουν την μοναδική σωσία που απέμεινε; Και θα μας σκοτώσουν όλους, σε περίπτωση που αντισταθούμε…»

Το μυαλό του Στέφαν άρχισε να παίρνει στροφές. Σκεφτόταν για πολλή ώρα, ώσπου στο τέλος είπε στον Ντέιμον:

«Θα κάνουμε βάρδιες. Κάθε βράδυ ένας από μας θα μένει με την Ελένα και θα την προσέχει»

Ο Ντέιμον προσπάθησε πολύ σκληρά να μην δείξει την άγρια χαρά που είχε μέσα του.

Ο Στέφαν τον κοίταξε βλοσυρά λέγοντας «Θα κάνω εγώ την πρώτη βάρδια» και βγήκε έξω από το σπίτι…

«Τόσο αντιπαθής σου είμαι πια;» της είπε χαρίζοντάς της ένα χαμόγελο τόσο ακαταμάχητο, που την έκανε να ζαλιστεί. Παραπάτησε και κάθισε δίπλα του, στην άκρη του κρεβατιού. Εκείνος την αγκάλιασε από τους ώμους κι εκείνη ένιωσε ένοχα, ένιωσε πως εξαπατούσε εκείνον που αγαπούσε αληθινά. Δεν τραβήχτηκε μακριά του, για να μην τον πληγώσει.

«Έλα, είναι ώρα για ύπνο» της είπε και ξάπλωσαν πλάι ο ένας στον άλλον. Εκείνος κοίταζε τα μάτια της, χαρούμενος που ήταν κοντά της, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες. Εκείνη κοίταζε το πρόσωπό του, ένοχα.

«Τι σκέφτεσαι;» είπε ο Ντέιμον.

«Τίποτα» είπε εκείνη. «Απλώς προσπαθώ να κοιμηθώ»

Κοίταξε τον Ντέιμον. Τα μάτια του έδειχναν απογοήτευση.

«Μήπως προτιμούσες να έρθει ο Στέφαν κι απόψε, όπως χθες;»

«Όχι, όχι!» βιάστηκε να τον διαψεύσει. «Να, είναι που… δεν νιώθω τόσο άνετα μαζί σου όπως με εκείνον, αυτό είναι όλο»

Ο Ντέιμον χαμογέλασε πονηρά.

«Θες να σε κάνω να νιώσεις άνετα μαζί μου;»

Εκείνη στριφογύρισε τα μάτια, δυσπιστώντας και ανασήκωσε τους ώμους.

Ο Ντέιμον χαμογέλασε θριαμβευτικά.

Έπιασε απαλά το πρόσωπό της και την κοίταξε βαθιά στα μάτια, λες και τα κοιτούσε πρώτη φορά.

«Ελένα…» είπε τρυφερά. «Τόσο όμορφη…»

Άγγιξε τα χείλη της απαλά. Στην αρχή το φιλί του ήταν απαλό και γλυκό. Αργότερα, έγινε απεγνωσμένο και πεινασμένο. Εκείνη προσπάθησε να τον απωθήσει, αλλά η δύναμή της ήταν μηδαμινή μπροστά στη δική του.

Απομάκρυνε απαλά το πρόσωπό της από το δικό του και σηκώθηκε από το κρεβάτι ταραγμένη.

«Ντέιμον…» είπε. Η φωνή της ήταν τρομαγμένη. Ένιωθε ότι έκανε κάτι κακό.

Ο Ντέιμον την πλησίασε και άγγιξε ξανά το πρόσωπό της.

«Ελένα, είμαι ερωτευμένος μαζί σου, εδώ και πολύ καιρό. Πες μου ότι νιώθεις το ίδιο, σε παρακαλώ!»

Τα μάτια του ήταν ικετευτικά. Ήταν τόσο υπέροχα, αλλά η Ελένα κατάφερε να αντισταθεί στην γοητεία τους και να ξεστομίσει με κομμένη ανάσα:

«Αγαπάω εκείνον, Ντέιμον. Πάντα εκείνον αγαπούσα και πάντα εκείνον θα αγαπώ. Θα είναι πάντα ο Στέφαν. Συγνώμη.»

Ένα δάκρυ κύλησε από το μάγουλό του, αλλά το σκούπισε γρήγορα, για να μην το δει εκείνη και νιώσει άσχημα.

«Δεν πειράζει, θα περιμένω. » είπε εκείνος, χαμογελώντας μελαγχολικά. «Μέχρι να βρούμε τον τρόπο»

«Μέχρι να βρούμε τον τρόπο» είπε κι εκείνη, καθώς τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της.

Εκείνος τα σκούπισε και την αγκάλιασε τρυφερά.

«Μέχρι να βρούμε τον τρόπο…»