Ch. 6th
"The tough one who fell in love"

Άλλη μια μέρα έφτανε στο τέλος της. Ο ήλιος επέστρεφε στο ουράνιο βασίλειό του, επιτρέποντας στο φεγγάρι να βασιλέψει, δίνοντας έτσι την άδεια στα πλάσματα της νύχτας να βγουν απ΄την κρυψώνα τους.
Καθώς ξεδιψούσε με το αίμα του θύματός της, η Κάθριν σκεφτόταν τον Στέφαν. Πως μπορούσε να είναι με μια κοινή θνητή, που μόνο προβλήματα θα του προξενούσε; Έπρεπε να την βγάλει από την μέση, και γρήγορα μάλιστα.
Άφησε το αγόρι και κοίταξε βαθειά, μέσα σα μάτια του. «Φύγε. Μην πεις σε κανέναν τι συνέβη». Δάγκωσε τον καρπό της και του έδωσε να πιει. Οι πληγές του εξαφανίστηκαν μονομιάς. Το αγόρι έφυγε τρομαγμένο. Εκείνη τον κοιτούσε χαμογελώντας, καθώς απομακρυνόταν. Η σιωπή την περιέβαλλε, αλλά δεν τρομοκρατήθηκε.
Ένα ζευγάρι πόδια ερχόταν προς το μέρος της. Ήταν πολύ ανάλαφρα, για να είναι ανθρώπινα. Πριν προλάβει να γυρίσει, δυο χέρια έπιασαν το πάνω μέρος των μπράτσων της και την γύρισαν προς το μέρος του άγνωστου βρικόλακα. Πριν προλάβει να διακρίνει την άγνωστη σκιά ή έστω να πει μια λέξη, δυο χείλη άγγιξαν τα δικά της, δυο πολύ γνωστά χείλη.
Τότε ο άγνωστος άντρας απομακρύνθηκε και την αγκάλιασε. Η αγκαλιά του είχε μια γνωστή θέρμη, που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Τότε ο άγνωστος μίλησε και η φωνή του ήταν η ομορφότερη απ'ολες τις φωνές.
«Επιτέλους σε βρήκα, αγαπημένη μου Κατερίνα»
Η Κάθριν ήταν πολύ μπερδεμένη. Η φωνή του άνδρα της θύμιζε τόσα πολλά. Εκείνος τότε βγήκε από τις σκιές, αποκαλύπτοντας το πρόσωπό του και προκαλώντας, από την μεριά της, μια μικρή, άναρθρη κραυγή.
«Ελάιτζα;!» αναφώνησε, με φωνή γεμάτη αναγνώριση.
Ο μελαχρινός άνδρας έγνεψε καταφατικά, χαμογελώντας. «Πάει τόσος καιρός. Μου έλειψες»
«Κι εμένα» απάντησε η Κάθριν διστακτικά «Αλλά δεν μου είπες για ποιο λόγο βρίσκεσαι εδώ»
Η έκφραση του Ελάιτζα σοβάρεψε γρήγορα. «Ήρθα να σε βρω, να σε προειδοποιήσω. Κι εσένα, αλλά κι εκείνη»
Η Κάθριν τρόμαξε, αλλά και αναρωτήθηκε για τι πράγμα μιλούσε. «Ο Κλάους ψάχνει την σωσία» είπε. «Δεν θέλω να χυθεί αθώο αίμα πια, εξαιτίας του. Και δεν πρέπει να πάρει αυτό που θέλει. Αν πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, είμαστε όλοι καταδικασμένοι»
«Λαμπρά» ειρωνεύτηκε εκείνη. «Αλλά τι σχέση έχω εγώ με όλα αυτά, Ελάιτζα; Γιατί δεν πας στους αδερφούς Σαλβατόρε να τους το πεις ο ίδιος;»

Ο Στέφαν ξαφνιάστηκε, όταν είδε τον άγνωστο άνδρα και την Κάθριν στο κατώφλι του σπιτιού τους. Τους προσκάλεσε μέσα, αναρωτώμενος τι μπορεί να ήθελαν τέτοια ώρα. Το πρόσωπό του άνδρα κάτι του θύμιζε, όμως δεν ήταν σίγουρος. Όταν συνειδητοποίησε ποιος ήταν, έκανε ένα βήμα πίσω, ανήσυχος και πήρε στάση εφόρμησης, έτοιμος να ορμήσει. Ένα χαμηλό γρύλισμα έβγαινε από το στήθος του.
«Δεν χρειάζεται να πολεμήσεις, αγαπητέ κύριε Σαλβατόρε, δεν πρόκειται να σας κάνω κακό» του είπε συμπονετικά ο Ελάιτζα.
«Ο Ελάιτζα ήρθε να μας προειδοποιήσει για κάτι σοβαρό» είπε η Κάθριν. Το βλέμμα του Στέφαν δήλωνε την απορία του. Περιπλανήθηκε ανάμεσα στους δυο τους, με έκδηλη την έκπληξη του. Χωρίς να του προσφέρουν κάθισμα, ο Ελάιτζα κάθισε. Τους έδειξε τον καναπέ, δίνοντάς τους την άδεια προφανώς να καθίσουν. Ο Στέφαν κοίταξε ανήσυχος την Κάθριν κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της.
«Θα μπω κατευθείαν στο θέμα» άρχισε ο Ελάιτζα. «Αλλά πριν απ'αυτό, νομίζω ότι ο αδερφός σου και η μικρή δεσποινίδα Γκίλμπερτ πρέπει να βρίσκονται σε αυτή τη συζήτηση»
Ο Ντέιμον κάθε άλλο, παρά συνεργάσιμος ήταν. Γκρίνιαζε συνεχώς και απειλούσε να φύγει, λέγοντας πως έχανε τον χρόνο του. Η Ελένα κάθισε δίπλα στον Στέφαν, ρίχνοντας ανήσυχες ματιές στην Κάθριν.
«Όπως όλοι ξέρετε, φαντάζομαι, ο αδερφός μου, ο Κλάους, δεν είναι βιολογικός αδερφός μου. Προέρχεται από την ένωση της μητέρας μου με έναν άλλον άντρα, ο οποίος ήταν λυκάνθρωπος. Ο Κλάους γεννήθηκε βρικόλακας και η μητέρα μας τον καταράστηκε, ώστε ποτέ να μην μπορέσει να ξυπνήσει την άλλη του φύση. Εκτός αν…»
«Εκτός αν τι;» ρώτησε ανυπόμονα η Ελένα. Αυτός που απάντησε ήταν ο Στέφαν, συνειδητοποιώντας την φρίκη.
«Χρειάζεται το αίμα μιας σωσίας Πετρόβα» είπε. Το βλέμμα του ήταν κενό. Έσφιξε την Ελένα προστατευτικά πάνω του.
«Όχι μόνο αυτό» συμπλήρωσε η Κάθριν. «Χρειάζεται επίσης ένα λυκάνθρωπο, μια μάγισσα και ένα βρικόλακα για την θυσία»
«Και μια φεγγαρόπετρα» επιβεβαίωσε ο Στέφαν.
«Καλά όλα αυτά» είπε ο Ντέιμον, που τον είχαν ξεχάσει «αλλά τι στο καλό θα συμβεί, εάν όντως ξυπνήσει την άλλη του φύση; Απλά ένας τριχωτός βρικόλακας, σιγά!»
Ο Στέφαν σηκώθηκε γρήγορα και στάθηκε μπροστά στον Ντέιμον, πιάνοντάς τον από τους ώμους και ταρακουνώντας τον. «Η Ελένα θα πρέπει να πεθάνει, για να γίνει αυτό, Ντέιμον, καταλαβαίνεις; Και δεν θα μπορεί κανείς να του αντισταθεί! Θα είμαστε καταδικασμένοι!»
Ο Ντέιμον χαμήλωσε τα μάτια και κοίταξε με νόημα την Ελένα κι εκείνη του ανταπέδωσε το βλέμμα. Μετά, κοίταξε τον Στέφαν. Εκείνος είχε κρύψει το πρόσωπό του μέσα στις χούφτες του. Ο Ελάιτζα ήταν προβληματισμένος για το τι έπρεπε να κάνει, ενώ η Κάθριν σχεδίαζε πότε έπρεπε να το σκάσει.

Κάπου μακρυά, μέσα στην πόλη, συγκεριμένα στην Ψησταριά της πόλης, η Κάρολαιν έπινε την τελευταία γουλιά απ'το ποτό της. Φόρεσε το παλτό της και ετοιμάστηκε να φύγει, όαν ένας άντρας στάθηκε μπροστά της, εμποδίζοντάς την να προχωρήσει.
Ήταν όμορφος, πολύ όμορφος και φαινόταν ευγενής. Η Κάρολαιν τον ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή. Τα μάτια του είχαν ένα υπέροχο γαλάζιο χρώμα, που την έκανε να ζαλίζεται. Ο άγνωστος της ζήτησε να πάνε μια βόλτα στην πόλη, καθώς ήταν νεοφερμένος. Τότε η Κάρολαιν θυμήθηκε τον Κλάους θυμήθηκε ότι έπρεπε να προσέχει. Αλλά ήταν τόσο όμορφος αυτός εδώ και δεν φαινόταν να είναι κακός. Του χαμογέλασε και της χαμογέλασε κι αυτός.
Ο Κλάους πρώτη φορά ένιωθε γοητευμένος από κάποια. Ήθελε να την γνωρίσει καλύτερα. Τα μάτια της είχαν ένα υπέροχο χρώμα, έλαμπαν κάθε φορά που γελούσε. Πίστευε ότι μπορούσε να της αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα, χωρίς να την τρομάξει. Ύστερα, θυμήθηκε τον σκοπό για τον οποίο είχε έρθει και επανήλθε στην πραγματικότητα. Η όμορφη άγνωστη βρικόλακας μπορούσε να περιμένει, μέχρι το σχέδιο του να είχε τελειοποιηθεί...