Ch. 7th "The girl can change you"

«Κάρολαϊν;» Η Κάρολαϊν αναρύγισε ελαφρώς στο άκουσμα του ονόματος της. Γύρισε και είδε τον Κλάους να της χαμογελάει τρυφερά, σαν να την περίμενε. Την έκλεισε ατην αγκαλιά του τρυφερά και την φίλησε. «Μου έλειψες» Τα μάτια της έλαμπαν από τον πόθο και την επιθυμία. «Κι εμένα, αγάπη μου» της απάντησε. Την κοίταξε μέσα στη μάτια και της ψιθύρισε «Απορώ αν θα καταφέρω να μην σε σκοτώσω, μωρό μου»
Εκείνη χαμογέλασε σαρδόνια και του έδειξε τα δόντια της. Ένιωθε ένοχη που έλεγε ψέματα τους φίλους της αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς...
Άγγιξε με τα χείλη της τον λαίμο του, δαγκώνοντας τον...

Το επόμενο πρωί, όλοι ήταν αναστατωμένοι από τις αποκαλύψεις του Ελάιτζα. Οι αδερφοί Σαλβατόρε ήταν προβληματισμένοι. Ο Στέφαν, αρνούμενος να ακούσει, είχε επιμείνει στο αρχικό τους σχέδιο: Να είναι κοντά στην Ελένα, κάθε λεπτό. Ο Ντέιμον διαφωνούσε, αλλά δεν είπε τίποτα. Δεν ήθελε να παραδεχτεί σε κανέναν ότι τον βόλευε η όλη κατάσταση. Η Κάθριν έλειπε όλη μέρα και δεν επέστρεφε, παρά μόνο όταν είχε ξημερώσει. Αυτό ήταν αρκετό για να βάλει τους Σαλβατόρε σε υποψίες, αλλά δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία, καθώς είχαν σοβαρότερα ζητήματα να ασχοληθούν.
Κανένας όμως δεν περίμενε αντίδραση της Ελένα. Μόλις έφυγε ο Ελάιτζα εκείνο το βράδυ, ακολουθούμενος από την Κάθριν, η Ελένα κοίταξε τον Στέφαν με αγωνία και του ψιθύρισε «Θέλω να με μεταμορφώσεις, Στέφαν! Τώρα»
«Όχι» είχε απαντήσει εκείνος. «Δεν θα σε μεταμορφώσω, επειδή πάνω από το κεφάλι σου κρέμεται μια δαμόκλειος σπάθη! Προτιμώ χίλιες φορές να πεθάνω, παρά να σε αναγκάσω να ζήσεις για πάντα στο σκοτάδι!»
«Μα δεν καταλαβαίνεις, Στέφαν;» είχε επιμείνει εκείνη. «Εσυ δεν ήσουν αυτός που προσπαθούσε να με πείσει να πιώ αίμα βρικόλακα, για να επιβιώσω μετά;»
Ο Ντέιμον, μέχρι εκείνη τη στιγμή, κοιτούσε ανέκφραστος τους δύο τους, αμέτοχος. Αλλά μέσα του ήξερε ότι ο Στέφαν είχε απόλυτο δίκιο.
«Ελένα» μίλησε ο Ντέιμον, για πρώτη φορά εκείνη τη στιγμή. «Ο Στέφαν έχει δίκιο. Δεν θα σε αφήσουμε να πάρεις μια απόφαση, την οποία θα μετανιώσεις αργότερα»
«Δεν θα το μετανιώσω!» πείσμωσε εκείνη.
«Θυμίσου όμως, Ελένα: Μόλις γίνει, δεν θα μπορεί να ξεγίνει» της είπε ο Στέφαν. «Δεν θες να μεγαλώσεις, να κάνεις παιδιά;»
Η Ελένα, παραδομένη, είχε υποχωρήσει. Είχαν δίκιο, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί.
Ακολούθησε τον Στέφαν στον πάνω όροφο, ρίχνοντας μια απολογητική μάτια στον Ντέιμον.

«Ηρεμία, αδερφέ μου. Προσπάθησε να ηρεμίσεις» Ο Ελάιτζα, επιστρατεύοντας τη λογική, προσπάθησε να καλμάρει τον Κλάους.
«Να ηρεμίσω; ΝΑ ΗΡΕΜΙΣΩ;! Κατάλαβες τι μου είπες μόλις τώρα;»
Του ήταν αδύνατον να ηρεμίσει. «Η σωσίας θα έχει την καλύτερη δυνατή προστασία, θα είναι αδύνατον να την πλησιάσω!»
Ο Ελάιτζα στριφογύρισε τα μάτια. Ο Κλάους, δεν σκεφτόταν καθαρά όταν θύμωνε. «Γιατί δεν βάζεις εκείνη την μικρή που περιτριγυρίζεις να την προσεγγίσει; Την ξανθούλα; Απ'όσο ξέρω, είναι φίλες»
Τα μάτια του Κλάους πετούσαν σπίθες. «Δεν πρόκειται ποτέ να μπλέξω την Κάρολαϊν σε κάτι τέτοιο!» ούρλιαξε. Ο Ελάιτζα τον κοίταξε έκπληκτος. «Απλώς μια σκέψη, Νίκλαους. Εγώ δεν-»
«Ήταν λάθος σου που το σκέφτηκες εξ αρχής, Ελάιτζα! Εκείνη δεν πρόκειται να έχει καμία ανάμειξη σε όλα αυτά, κατάλαβες;»
Ο αδερφός του τον κοίταξε με ενδιαφέρον. «Νίκλαους Μάικλσον» είπε επίσημα. «Από πότε νοιάζεσαι για κάποιον άλλον, πέρα από τον εαυτό σου;» Ο Κλάους δεν απάντησε. Είχε περάσει τόσο καιρό μόνος. Και επιτέλους, μετά από δύο χιλιετίες, είχε βρει κάτι για το οποίο μπορούσε να παλέψει. Ακόμα και πεθάνει, αν χρειαζόταν.
«Δεν θα ζητήσω εξηγήσεις, Νίκλαους» κατέληξε ο Ελάιτζα. «Αυτό το κορίτσι μπορεί να σε αλλάξει» Τον κοίταξε πιο προσεκτικά και χαμογέλασε. «Έχει αρχίσει ήδη να το κάνει»
Ο Κλάους στριφογύρισε τα μάτια και μισοχαμογέλασε ειρωνικά. Εκείνη τη στιγμή, άκουσε βήματα. «Έρχεται» ψιθύρισε. «Φύγε»
Την επόμενη στιγμή, ο Ελάιτζα είχε εξαφανιστεί.
«Ερωτευμένος Κλάους» μουρμούρισε, όταν έμεινε μόνος και γέλασε. Το γέλιο του αντηχούσε στο δωμάτιο σαν μια ορχήστρα από βιολιά.

Τα μάτια του Ντέιμον άνοιξαν αστραπιαία. Οι αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν από τα μεγάλα παράθυρα του δωματίου του έτσουζαν τα μάτια του. Αφουγκράστηκε για λίγο. Κανένας θόρυβος. Μόνο ο ανάλαφρος ήχος μιας λαχταριστής, υπέροχης καρδιάς.
«Ελένα» ψιθύρισε.
Έτρεξε σαν σίφουνας και βγήκε έξω από το δωμάτιο. Οσμίστηκε την μυρωδιά της, μέχρι που έφτασε στο σωστό δωμάτιο. Στο δωμάτιο του Στέφαν. Ο αδερφός του έλειπε. Εκείνη κοιμόταν. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ρυθμικά, καθώς ανέσαινε. Ο λαιμός της ήταν γυμνός, εκτεθειμένος, τέλειος. Η φλέβα της παλλόταν από το αίμα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα της και την κοιτούσε, με ένα χαμόγελο να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του. Χάιδεψε το πρόσωπο της απαλά με τα δάχτυλα του. Η Ελένα, μισοκοιμισμένη ακόμα, σχεδόν τυφλή, άγγιξε με τα δάχτυλα της το πρόσωπο του και το έφερε πιο κοντά της, αγγίζοντας τα χείλη της με τα δικα του. «Ελένα, τι κάνεις;» Ο Ντέιμον, έκπληκτος, την απομάκρυνε απαλά από κοντά του.
«Φίλησε με» του είπε επιτακτικά. Εκείνος την αγκάλιασε από την μέση και την κόλλησε πάνω του. Το φιλί της ήταν επιτακτικό, γεμάτο ένταση. Της το ανταπόδωσε με όλη του την προθυμία.
«Σ'αγαπάω... Στέφαν...» Στέφαν! Στέφαν; Νόμιζε ότι φιλούσε τον Στέφαν;
«Στέφαν; Όχι, όχι! Εγώ δεν...»
Αλλά ο Στέφαν δεν έμεινε να ακούσει την εξήγηση της Ελένα. Εκείνη ξέφυγε από αγκαλιά του Ντέιμον και έτρεξε πίσω του.
Ο Ντέιμον έμεινε μόνος. Κοίταξε το λευκό ταβάνι του δωματίου, λες και θα έβρισκε τις απαντήσεις που ζητούσε εκεί. «Λαμπρά» μουρμούρισε στον εαυτό του. Έκλεισε τα μάτια και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του.