Είχαμε βρει μια υπόθεση κοντα στη NY. πολλα ατομα βασανιστικαν μέχρι θανατου και πεθαμενα μελη της οικογένειας τους ηταν οι δράστες.
ενα πρωι με στελνουν να παρω καφε. την ωρα που γυρνάω ο Dean έρχεται και μου λέει πως θα παμε μαζι ως το ξενοδοχείο.
ενα τετραγωνο πριν φτάσουμε μου επιτίθεται. με χτυπάει στο κεφάλι και χανω τις αισθήσεις μου.
ξυπνάω δεμενη σε μια καρεκλα. Βλέπω τα αγορια να με κοιτανε με διαφορα μαχαίρια στα χέρια τους. "Sam, Dean, θα με βοηθήσετε να λυθω;". γελανε. " δεν θα σε λύσουμε αλλα θα περασουμε πολυ πολυ ωραία" μου λέει ο Sam.
και αρχίζουν να με βασανίζουν. στην αρχη σκιζαν το δέρμα μου σε διαφορά σημεία του. ο Dean έβγαλε το παπούτσι μου και μου εκοψε το μικρό δακτυλο. ολη την ωρα ουρλιαζα για βοήθεια ή τους παρακαλουσα να σταματησουν. ειχα καταλαβει πως ηταν οι shape shifters που ψάχναμε.
σε καποια φαση φευγουν και με αφηνουν ημιλυποθυμη στην καρέκλα. ειχα ενα ασημένιο μαχαιρι αλλα δεν μπορουσα να το φτασω για να απελευθερωθω.
ξαφνικά ακουω την φωνη του μεγάλου αδελφου. "Αγγελική, μην φοβάσαι. Θα σε βγάλουμε απο εκεί μεσα." μπαινουν μεσα και αρχιζω να νιωθω τη καρδιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα, μπορεί να ηταν τα τερατα. Ο Dean τρέχει προς το μερος μου και ελυσε το ενα μου χέρι.
Αμέσως, του ερηξα μπουνιά στη μυτη. o Sam με πλισιασε προσπαθοντας να με ηρεμησει αλλα τον κλοτσισα στη κοιλιά. "Αγγελική, τι κανεις;" με ρωτησε ο Dean. "Δεν εισε αυτος. δεν εχεις το δικαιώμα να μου μιλας." του ειπα. ηθελα να τους σκοτοσω αργα και βασανιστικά. "τι λές;" λέει καθως με κοιτάει με ενα γεμάτο απορία. "μην με κοιτάς με τα ματια του, απαισιο τερας" ειπα και τον εκοψα στο προσωπο με το ασημένιο μαχαίρι μου. "σε παρακαλω, μη μου το κανεις αυτο" μου ειπε.
το βλεμα μου επεσε στο κόψιμο που του ειχα κανει. η τομη ηταν πεντακαθαρη. ηταν αδυνατον να ειναι οι shape shifter. Παγωσα κοιτώντας το προσωπο του Dean. το κοψιμο που του εκανα, τη ματωμένη μυτη του, τα μελανιασμενα χείλη του. τοτε ειδα τα ματια του. ειχε βούρκωσει και με καρφωνε με ενα περιεργο βλεμμα. με ενα βλεμμα που δεν εχω ξαναδεί σε αυτα τα ματια, ενα βλεμμα φοβου. σηκωσα το χερι μου, ηθελα να σουπισω τα δάκρυα που ετρεχαν στα γεματα φακίδες μαγουλα του. με το που με ειδε να κουνάω το ακρο μου τρομοκρατηθηκε και με ηκετεψε για έλεος. αρχισα να κλαίω και τον αγκαλιασα. ήθελα να του πω πως θα φτιαξω τις πληγές του, πως δεν ήθελα να του κανω κακο, πως δεν μπορω να πιστεψω το τι εκανα και κυριως το ποσο λυπάμαι, αλλα ολα αυτα τα λογια βγηκαν σε δάκρυα. ο Sam σηκώθηκε και με αγκαλιασε. καταφερα να ψυθιρισω κατι. ειπα "συγνώμη", ξανα και ξανα. τους βοηθησα να σικωθουν και πηγαμε ως το δωμάτιο μας.
ήμασταν σιωπηλοί, ηθελαν να ρωτήσουν. να μαθουν τι εγεινε, πως με επιασαν και γιατι τους χτυπησα αλλα δεν μιλουσαν. μονο με εβλεπαν τρομαγμενα, σαν να ημουν ο χειροτερος εφιάλτης τους. εγω δεν μπορουσα να τους αντικρησω, ντρεπομουν.
φτάσαμε και τους φροντισα τις πληγες. εβαλα παγο στη κοιλιά του Sam και στη μυτη του Dean και του εραψα το κόψιμο. ειχαν ηδη σκότωσει τα τερατα οποτε έπρεπε απλα να γινουν καλητερα για να φύγουμε.
όσο τους προσεχα ηταν πολυ ευγενικοι, ασχέτως το τι τους εκανα, ειχαν καταλαβει πως τους μπερδεψα με τα τερατα. μου μιλαγαν, ηθελαν να πιάσουμε τη κουβέντα αλλα δεν μιλαγα, και οταν μιλαγα, το εκανα λακωνικά. δεν μου επέτρεπα να το κανω, οχι μέχρι να μπορώ τουλάχιστον τα τους κοιταξω στα ματια.
στο δρομο του γυρισμου ήμουν ακόμα σιωπιλη, σαν βουβη. μου μιλαγαν, τους ακουγα αλλα δεν απαντουσα.
στο bunker τα πραγματα ηταν χειρότερα. ημουν ολη την ωρα στο δωμάτιο μου και εβγενα μονο για να παω τουαλέτα ή να φαω, τους απεφευγα οπως ο διαολος το λιβάνι. ολο αυτό κρατησε για μια εβδομάδα.
ενω καθόμουν στο δωμάτιο ακουσα τον Dean να χτυπάει τη πορτα. " Αγγελική, άνοιξε μου, πρεπει να μιλήσουμε." δεν κουνιθηκα απο τη θεση μου. "δεν μπορεις να ζεις εκεί μεσα για παντα, απλα ανοιξε τη πορτα" άρχισα να κλαίω παλι. "σ..σε παρακαλώ, άνοιξε. δεν αντεχω αλλο αυτο το πραγμα" η φωνη του ειχε μαλακώσει. δεν μπορουσα να κρατηθω.
ανοιξα τη πορτα και τον αγκαλιασα σφιχτά. χαιδεψε τα μαλλια μου και μου ειπε πως ολα είναι εντάξει. τον αφησα και μπηκε μεσα. εκατσε στο κρεβάτι μου. εκατσα διπλα του. εβλεπα τα πόδια μου, δεν μπορουσα να τον αντικρισω. "μου ελειψες" ειπε αγγίζοντας το χέρι μου. "σε ολους ελειψες." συνεχισε. αρχισα παλι να κλαίω. "γιατί το κανεις αυτο; ανησυχουσαμε, ολοι μας. φοβομασταν πως ειχες..." εκανε παυση αλλα ηξερα τι ηθελε να πει "λυπάμαι, λυπάμαι τοσο μα τοσο πολυ" είπα. "το ξέρω. αλλα δεν μπορεις να ζεις έτσι. σε χρειαζομασταν, σε χρειαζομουν και ήσουν..." αρχισε και αυτος να κλαίει, τον ακουγα αλλα δεν μπορουσα να τον δω. ειχα χάσει τα λογια μου. "ειναι...είναι αρκετά δυσκολα χωρίς εσενα, για όλους. μα κυριως για..." δεν μπορουσα να τον ακούω, να λέει τέτοια πράγματα. καθε μέρος μου ηθελε να πεθανει. "μπ...μπορεις τουλάχιστον να με κοιταξεις στα ματια. σε παρακαλω." δεν αντεχα αλλο. γυρισα το κεφάλι μου και τον κειταξα στα ματια. ειχαν κοκκινισει απο το κλαμα και υπήρχαν μαυροι κυκλοι απο κατω τους. τα ενοουσε, ολα οσα ειπε. κανενας μας δεν μπορουσε να σταματήσει να κλαιει. αρχισα να βλεπω τα μαλλια του. ειχα μακρυνει και ειταν μπερδεμένα. κατεβηκα στο μουσι. πολλές τριχες ειχαν κανε την εμφανιση τους. μπορουσα να διακρινω μερικές ασπρες τρίχες στο πιγουνι του. ανέβηκα στο μαγουλο, εκει που τον έκοψα. μια μικρη ουλη ειχε παρει τη θεση του κοψιματος. σηκωσα το χαιρι μου και την αγγιξα. αρχισα παλι να κλαιω. εβαλε το χέρι του πανω απο το δικο μου και με κοιταξε με ενα ζεστο βλεμμα. με μια κίνηση του αντίχειρα σκουπισα τα δάκρυα του. καθε δευτερόλεπτο που τον κοιταγα ποναγε περισοτερο αλλα και με ανακουφίζε. σκουπισε τα δάκρυα μου. "πως μπορεσα να το κανω;" ειπα σιγανα. με αγκαλιασε "ηρεμησε, όλα είναι μια χαρα" μου είπε. "πως μπορεσα να σου το κανω;" συνέχισα. "ολα ειναι μια χαρα." ειπε σαν να ηθελε να πείσει τον εαυτό του. "θες να βγεις έξω;" με ρωτησε. εγνεψα θετικα
