Κεφάλαιο Τρίτο

Έφτασε στο νηπιαγωγείο μισή ώρα πριν σχολάσει η Άννι. Ακούμπησε στο καπό του αυτοκινήτου του και την περίμενε ως τη στιγμή που ακούστηκε το κουδούνι. Όλα τα παιδιά ξεχύθηκαν στο προαύλιο τρέχοντας προς την έξοδο, όπου τα περίμεναν οι δικοί τους. Τελευταία από όλους βγήκε η Άννι ακολουθούμενη από δύο γυναίκες.

"Καλό μεσημέρι, κυρία Πέννυ, κυρία Αμάντα!", τους είπε κι έτρεξε κατευθείαν στην αγκαλιά του θείου της.

"Γεια σου, Άννι", τη χαιρέτησαν και οι δύο γελώντας καθώς πλησίαζαν.

"Εσείς πρέπει να είστε οι δασκάλες της Άννι", μάντεψε ο Άντυ.

"Ναι. Είστε ο πατέρας της;", τον ρώτησε η Αμάντα.

"Όχι, η Άννι είναι ανηψιά μου, κόρη της αδερφής μου. Άντυ Πάττον, χαίρω πολύ". Αφού συστήθηκαν μεταξύ τους, η Πέννυ τού έδωσε συγχαρητήρια για την Άννι.

"Είναι θαυμάσιο παιδί!", είπε χαμογελώντας κι η Άννι την κοίταξε με παρόμοιο ύφος. Ο Άντυ διέκρινε αμέσως τη συμπάθεια που υπήρχε μεταξύ τους.

"Αυτό ισχύει. Είμαστε όλοι περήφανοι για αυτήν", είπε ο Άντυ χαϊδεύοντας το κεφάλι της μικρής κι ύστερα άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου. "Ας μην κάνουμε τη μαμά σου να περιμένει. Χάρηκα για τη γνωριμία, κυρίες μου", είπε χαιρετώντας τις δύο κοπέλες κι έφυγε κατευθυνόμενος στο γραφείο της Χέδερ. Αφού είχαν απομακρυνθεί, η Αμάντα κάθισε στο πεζούλι που ήταν χτισμένο γύρω από την αυλή του σχολείου.

"Κούκλος, ε;", σχολίασε η Αμάντα τραβώντας πίσω τα καστανόξανθα μαλλιά της.

"Ποιος;", ρώτησε η Πέννυ την ώρα που καθόταν πλάι στη φίλη της.

"Αυτός που έφυγε μόλις τώρα. Ποιος άλλος; Ο θείος της Άννι."

"Ναι, μάλλον…", είπε εκείνη κάπως αδιάφορα κι ύστερα οι δύο φίλες κανόνισαν την έξοδό τους για το Σαββατόβραδο.


"Έτοιμο το φαγητό", ανήγγειλε ο Άντυ αφήνοντας τα μοσχομυριστά πιάτα στο τραπέζι.

"Μμμ… Τα λαζάνια φαίνονται πεντανόστιμα", είπε η Χέδερ αρπάζοντας το πηρούνι ενώ η Άννι είχε αρχίσει ήδη να τρώει. "Είχα απανωτά ραντεβού και δεν έχω φάει τίποτα απ' το πρωί."

"Πολλή δουλειά;", ρώτησε ο αδερφός της.

"Ναι. Χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να κρατηθεί ένας γάμος, βλέπεις. Τα ζευγάρια αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα". Ο Άντυ πήρε μια φέτα ψωμί αμίλητος. Μπροστά στην ανηψιά του δεν ήθελε να αναφερθεί στον Ντιν.

"Όντως. Δύσκολα πετυχαίνει ένας γάμος", σχολίασε.

"Εσύ, θείε, θα παντρευτείς;"

"Να παντρευτώ;", γέλασε σαρκαστικά ο Άντυ. "Δεν το νομίζω."

"Γιατί;", επέμεινε να μάθει το κορίτσι.

"Άννι! Δεν είναι σωστό να φέρνεις τους ανθρώπους σε δύσκολη θέση", τη μάλωσε η Χέδερ και η μικρή κοίταξε το πιάτο της με θλιμμένο ύφος.

"Άσ' την, δεν πειράζει", είπε αμέσως ο Άντυ και στράφηκε στην ανηψιά του κρατώντας στοργικά το χεράκι της. "Μικρή μου, όπως είπε κι η μαμά, ο γάμος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Για να πετύχει, θα έπρεπε να βρω πρώτα την κατάλληλη σύντροφο."

"Ποια είναι κατάλληλη σύντροφος;"

"Δεν ξέρω πώς να σ' το εξηγήσω…", είπε πίνοντας λίγο νερό κι αναζητώντας συγχρόνως τις σωστές λέξεις. "Είναι… Δεν ξέρω. Πιστεύω πως αν τη συναντούσα, θα το καταλάβαινα."

"Και πότε θα τη βρεις;", τον ρώτησε ξανά η Άννι κι αυτός ανοιγόκλεισε το στόμα δίχως να βγαίνει φωνή. Τον είχε πιάσει απροετοίμαστο. Δεν είχε κάνει ποτέ τέτοιες σκέψεις και τώρα δεν ήξερε τι απάντηση να δώσει. Η Άννι όμως δεν τον άφησε να σκεφτεί και πολύ. "Γιατί δεν παντρεύεσαι την κυρία Πέννυ;", πρότεινε αμέσως.

"Ποια;", αναφώνησε ο Άντυ.

"Την κυρία Πέννυ. Είναι πολύ καλή και όμορφη. Εμένα θα μου άρεσε να γινόταν θεία μου", είπε η Άννι χαμογελώντας ικανοποιημένη με την ιδέα της όμως ο Άντυ κοίταξε την αδερφή του με απεγνωσμένο βλέμμα.

"Εσύ ήθελες να συνεχίσεις την κουβέντα", του είπε η Χέδερ με γελαστά μάτια. "Εξήγησέ της τώρα γιατί δεν παντρεύεσαι την κυρία Πέννυ". Ο Άντυ συνειδητοποιώντας πως ήταν μόνος του σε αυτό, πήρε μια βαθιά εισπνοή κι έσφιξε τα χείλη. 'Τι συζήτηση είναι τώρα αυτή', σκεφτόταν από μέσα του. Η Άννι δεν του είχε μιλήσει ποτέ ούτε για γάμο ούτε για γυναίκες και ξαφνικά όχι μόνο ήθελε να τον παντρέψει αλλά είχε βρει και τη νύφη!

"Άννι μου, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Για να παντρευτούν δύο άνθρωποι πρέπει να γνωρίζονται κι εγώ δεν ξέρω τίποτα για την κυρία Πέννυ ούτε εκείνη για εμένα."

"Εγώ την ξέρω και τη συμπαθώ πολύ", απάντησε δίχως να χάσει λεπτό.

"Εγώ όμως όχι", είπε ο Άντυ προσπαθώντας να οδηγήσει αυτή την ενοχλητική συζήτηση στο τέλος της. "Και για να το ξεκαθαρίσουμε: Δε σκοπεύω να παντρευτώ ούτε την κυρία Πέννυ ούτε καμία άλλη. Επομένως, δε χρειάζεται να συζητάμε άλλο για γάμους", είπε τόσο εκνευρισμένος που ακόμα και η Άννι τρόμαξε.

"Εντάξει, Άντυ, δε χρειάζεται να θυμώνεις", είπε η Χέδερ κοιτώντας τον άγρια. Εκείνος βλέποντας το κατεβασμένο κεφαλάκι της μαλάκωσε και γονάτισε δίπλα στην καρέκλα της.

"Με συγχωρείς που σου φώναξα, μωρό μου", απολογήθηκε με ένα φιλί. "Θα με πάρεις μια αγκαλιά τώρα"; Η Άννι τον κοίταξε και τύλιξε δειλά τα χεράκια της γύρω απ' το λαιμό του. Ο Άντυ χαμογελώντας τη σήκωσε και κάθισαν μαζί στην καρέκλα του. "Γιατί δε μας λες πώς πέρασες σήμερα στο σχολείο;", ρώτησε αλλάζοντας θέμα και αφήνοντας πίσω την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που επικράτησε προηγουμένως.