Κεφάλαιο Τέταρτο
Ο Άντυ έφτασε μαζί με την Έρρικα στο πάρτυ και πλησίασε στο μπαρ περνώντας ανάμεσα από πολλά άτομα που συνωστίζονταν μπροστά.
"Χρόνια πολλά, Τίμοθυ", είπε μόλις κατάφερε να φτάσει κοντά του. "Αυτό είναι το πάρτυ που έλεγες; Ένα συνηθισμένο βράδυ στη δουλειά σου;"
"Είναι πάρτυ απ' την άποψη της διασκέδασης, της μουσικής και του ποτού, το οποίο θα σας κεράσω. Γεια σου, Έρρικα", είπε στρέφοντας το βλέμμα του προς εκείνη και χαμογελώντας περισσότερο από πριν.
"Γεια σου, Τίμοθυ. Χρόνια πολλά! Ευχαριστώ που με κάλεσες στο πάρτυ σου."
"Αλλοίμονο! Το πάρτυ δε θα ήταν ίδιο χωρίς εσένα". Ο Άντυ δεν άντεχε να ακούει άλλο την προσπάθεια του γείτονά του να φλερτάρει.
"Εκείνα τα ποτά που είπες ότι θα μας κεράσεις;", τον διέκοψε χωρίς να χάσει χρόνο κι ο Τίμοθυ αμέσως ετοίμασε ό,τι του ζήτησαν.
"Γιατί τον δυσκολεύεις περισσότερο; Αρκετά δυσκολεύεται και μόνος του", παραπονέθηκε η Έρρικα όταν πήραν τα ποτήρια τους κι ο μπάρμαν δε στεκόταν αρκετά κοντά για να τους ακούσει.
"Έρρικα… Ενδιαφέρεσαι για τον Τίμοθυ;", τη ρώτησε δύσπιστα.
"Όχι… Απλώς, απολαμβάνω να μου δείχνουν οι άνδρες το ενδιαφέρον τους. Είναι διαφορετικό". Ο Άντυ χαμογέλασε πίνοντας το ποτό του και κοίταξε ολόγυρα. Κόσμος παντού. Άλλοι μεθυσμένοι, άλλοι όχι ακόμα, χόρευαν κρατώντας ποτήρια στα χέρια και ξεφώνιζαν κάθε τόσο. Αναστέναξε σκεπτόμενος ότι δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί. Πάντα τον ενοχλούσε η πολυκοσμία όμως αυτή η κατάσταση ήταν το κάτι άλλο.
"Σ' ευχαριστώ πολύ που ήρθες", του είπε ο Τίμοθυ ύστερα από λίγο. "Ξέρω πως δε σ' αρέσουν καθόλου αυτά τα μέρη και γι' αυτό, το εκτιμώ που είσαι εδώ απόψε."
"Εννοείται, φίλε μου. Απλώς, φρόντισε του χρόνου να γιορτάσεις τα γενέθλιά σου στο σπίτι."
"Λοιπόν, Τίμοθυ...", πήρε το λόγο η Έρρικα, "πόσοι από αυτούς που βρίσκονται εδώ έχουν έρθει για τα γενέθλια;"
"Εκτός από εσάς… Δυο-τρεις φίλοι."
"Δε θα μας τους συστήσεις; Θα ήθελα να γνωρίσω και την κοπέλα σου."
"Μα δεν έχω κοπέλα", είπε αμέσως ο Τίμοθυ.
"Με συγχωρείς, νόμιζα ότι κάποια θα υπήρχε", είπε η Έρρικα λαμβάνοντας ένα ξαφνιασμένο βλέμμα από τον Άντυ.
"Όχι. Βασικά, χαίρομαι που με ρώτησες. Δε θα ήθελα να νομίζεις ότι έχω δεσμό". Η Έρρικα χαμογέλασε ελαφρά και ήπιε ακόμη μια γουλιά απ' το κοκτέιλ της.
"Εμένα με συγχωρείτε", είπε ο Άντυ καθώς άρχισε να απομακρύνεται. Δεν το έκανε απλώς για να τους αφήσει μόνους αλλά για να μείνει μόνος και ο ίδιος. Η ατμόσφαιρα μπροστά στο μπαρ ήταν αποπνικτική και θέλησε να βγει έξω για να αναπνεύσει καθαρό αέρα. Με δυσκολία περνούσε ανάμεσα απ' το πλήθος, όταν κάποια στιγμή τού φάνηκε πως άκουσε κάποιον να φωνάζει το όνομά του. Κοντοστάθηκε ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω, προσπαθώντας να ανακαλύψει από πού προερχόταν αυτή η φωνή. Παντού όμως έβλεπε άγνωστα πρόσωπα και δεν μπορούσε να φανταστεί ποιος θα τον αναγνώριζε εκεί μέσα. Κοιτάζοντας αριστερά και δεξιά μέσα στο μισοσκόταδο, διέκρινε ξαφνικά τη γελαστή φιγούρα της κυρίας Πέννυ. "Καλησπέρα. Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω", είπε πλησιάζοντας τις δύο κοπέλες.
"Είστε ο θείος της Άννι, έτσι δεν είναι;", είπε η Αμάντα μόλις τον αναγνώρισε. "Τι ευχάριστη έκπληξη! Έρχεστε συχνά εδώ;"
"Δε θα το έλεγα. Ήρθα σήμερα για τα γενέθλια ενός φίλου. Εσείς;"
"Εγώ έρχομαι αρκετά συχνά. Για την Πέννυ είναι πρώτη φορά", αποκρίθηκε η Αμάντα.
"Καθίστε λίγο μαζί μας… Αν θέλετε, βέβαια", του πρότεινε εκείνη.
"Ευχαρίστως", είπε ο Άντυ και κάθισε κοντά τους.
"Αλήθεια, εσείς με τι ασχολείστε;", ρώτησε η Αμάντα.
"Είμαι δικαστής", απάντησε.
"Ω, το επάγγελμά σας είναι πολύ ψυχοφθόρο", σχολίασε η Πέννυ.
"Ναι, πολλές φορές είναι", είπε αυτός μετά από λίγη σκέψη.
"Ασφαλώς", συνέχισε εκείνη. "Να εργάζεστε καθημερινά πάνω σε εγκληματικές υποθέσεις… Εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να το κάνω. Θα είναι πολύ δύσκολο και για εσάς σίγουρα". Για τον Άντυ δεν ήταν διόλου δύσκολο. Αντιθέτως, τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Όταν κάποιοι παραβαίνουν το νόμο, η δικαιοσύνη αναλαμβάνει να τους τιμωρήσει. Παρ' όλα αυτά, δεν ήθελε να διαφωνήσει εκείνη τη στιγμή με την Πέννυ. Επισημαίνοντας το λάθος της, θα δημιουργούσε μια δυσάρεστη ατμόσφαιρα και γι' αυτό, προτίμησε να απαντήσει κάπως αόριστα.
"Είναι μια σκληρή δουλειά. Καλύτερα όμως να αναφερθούμε σε πιο ευχάριστα θέματα απόψε". Πολύ σύντομα ξέχασε ότι πριν από λίγο κατευθυνόταν προς την έξοδο. Ξέχασε πόσο τον ενοχλούσε ο θόρυβος και η πολυκοσμία. Η απρόσμενη συνάντηση τον χαροποίησε περισσότερο από όσο θα φανταζόταν και δεν κατάλαβε πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα.
"Εδώ είσαι, Άντυ;", είπε η Έρρικα, η οποία βρέθηκε ξαφνικά δίπλα του. "Σ' έψαχνα παντού. Με παρέσυρε η κουβέντα με τον Τίμοθυ και δεν πρόσεξα πού πήγες."
"Συνάντησα τυχαία τις δασκάλες της Άννι, οι οποίες μου πρότειναν να καθίσω στο τραπέζι τους. Με συγχωρείς που δε σε ειδοποίησα. Να σας συστήσω: Κυρίες μου, από εδώ η φίλη μου, Έρρικα. Οι δεσποινίδες Αμάντα και Πέννυ."
"Χαίρω πολύ", αποκρίθηκαν και οι τρεις αλλά το ύφος της Πέννυ φάνηκε κάπως περίεργο στην Έρρικα. Σαν να μη χάρηκε τόσο που τη γνώρισε. Ο Άντυ φυσικά δεν παρατήρησε τίποτα κι έκανε νόημα στη φίλη του να σηκωθούν.
"Η παρέα σας είναι πολύ ευχάριστη όμως είναι καλύτερα να πηγαίνουμε. Χάρηκα ειλικρινά που σας ξαναείδα", τους είπε και παρέα με την Έρρικα επέστρεψαν στον Τίμοθυ.
"Ταιριαστό ζευγάρι", σχολίασε η Αμάντα καθώς τους κοίταζαν να απομακρύνονται αλλά η Πέννυ παρέμεινε σιωπηλή. Παρόλο που δε μίλησε καθόλου για αυτό, ούτε καν στην Αμάντα, η αλήθεια ήταν πως απ' την πρώτη στιγμή που τον είδε έξω από το σχολείο τής κίνησε το ενδιαφέρον όμως όλο αυτό τελικά ήταν ένα ανόητο λάθος. 'Φυσικά και θα είχε κοπέλα!', συλλογίστηκε καθώς έφερνε στο νου της την Έρρικα. Ομολογουμένως, ήταν πολύ ταιριαστό ζευγάρι και αν έπρεπε να περιγράψει σε κάποιον την Έρρικα, θα έλεγε πως ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακή. Είχε μια γοητεία και αυτοπεποίθηση που τα διέκρινε κανείς από την πρώτη στιγμή. Μπροστά σ' εκείνη, η Πέννυ έμοιαζε ένα απλό κορίτσι. 'Πώς ήταν δυνατόν ένας άντρας σαν τον Άντυ να γνώριζε και τις δύο και να ενδιαφερόταν ποτέ για εμένα;'. "Τι έχεις εσύ;", τη ρώτησε η Αμάντα, αφού είχαν περάσει μερικά λεπτά που δεν είχε πει κουβέντα.
"Τίποτα", αποκρίθηκε. "Μάλλον με πείραξε το ποτό". Για να δείξει πως έλεγε αλήθεια, το ποτήρι έμεινε ανέγγιχτο για την υπόλοιπη βραδιά. Η Πέννυ πήρε την απόφαση να πάψει να τον σκέφτεται. Ο Άντυ προφανώς είχε δεσμό. Άρα, οποιαδήποτε ρομαντική σκέψη έκανε για εκείνον, ήταν απλά απατηλή.
