Κεφάλαιο Πέμπτο
Η Χέδερ κοίταξε από τη μισάνοιχτη πόρτα την Άννι να κοιμάται γαλήνια στο κρεβάτι της κι έπειτα την έκλεισε αθόρυβα. Κατέβηκε στο σαλόνι, γέμισε ένα ποτήρι λικέρ και κοίταξε τον εαυτό της στον ολόχρυσο καθρέφτη που ήταν κρεμασμένος πίσω από το μπαρ. Ήταν νέα κι όμορφη. Είχε μια έμφυτη κομψότητα και στην εμφάνιση και στους τρόπους. Με λίγα λόγια ήταν μια γυναίκα που κάθε άνδρας θα ένοιωθε περήφανος να βρίσκεται στο πλευρό της. 'Έτσι δεν είναι;', αναρωτήθηκε. 'Γιατί, λοιπόν, μού φέρεται έτσι; Γιατί συνεχίζει να με ταπεινώνει με αυτόν τον τρόπο;'. Ξεφύσηξε κατεβάζοντας το κεφάλι κι ύστερα το σήκωσε ξανά ψηλά. Ήταν πολύ περήφανη για να το βάλει κάτω. Επιτέλους, έπρεπε να τελειώσει αυτή η ιστορία. Είχε φτάσει στα όριά της πλέον. Έπρεπε να του ξεκαθαρίσει πως δεν άντεχε άλλο αυτό τον εξευτελισμό. Ήπιε μονορούφι το ποτό της και ξαναγέμισε. Σκούπισε εκνευρισμένη ένα δάκρυ που ένοιωσε να κυλά στο μάγουλό της και κάθισε στην πολυθρόνα κρατώντας το ποτήρι και πίνοντας αργά αυτή τη φορά. Είχε μόλις πιει την τελευταία γουλιά, όταν άκουσε κλειδιά στην εξώπορτα.
"Αγάπη μου, γύρισα", είπε ο Ντιν αφήνοντας τη βαλίτσα του στο χωλ. "Η Άννι;"
"Καλώς ήρθες", του είπε η Χέδερ γυρίζοντας προς το μέρος του και αφήνοντας το άδειο πια ποτήρι της στο τραπεζάκι. "Το παιδί κοιμήθηκε πριν λίγο. Πώς ήταν το ταξίδι σου;"
"Θαυμάσιο. Έκλεισα τη συμφωνία που προσπαθούσα εδώ και μήνες. Αύριο το βράδυ θα βγούμε να το γιορτάσουμε στο αγαπημένο σου εστιατόριο", είπε ο Ντιν, ο οποίος αφού κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας, τη φίλησε τρυφερά στο λαιμό μυρίζοντας συγχρόνως το πανάκριβο άρωμα που της είχε χαρίσει πρόσφατα. "Πόσο μου έλειψες…", της ψιθύρισε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. "Τι συμβαίνει;", απόρησε βλέποντας ότι παρέμενε κάπως ψυχρή στο άγγιγμά του. "Νόμιζα πως σου άρεσε αυτό..."
"Ισχύει αλλά δεν έχω όρεξη αυτή τη στιγμή", είπε και απομακρύνθηκε από κοντά του. Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο και κοίταξε τον απέραντο κήπο που στόλιζε την έπαυλή τους με το φρεσκοκομμένο γρασίδι και την πισίνα. Παντού γύρω της πολυτέλεια. Αυτό της είχε προσφέρει ο γάμος τους. Αυτό όμως που λαχταρούσε η Χέδερ, ήταν η αγάπη του άντρα της. Ήθελε να είναι δοσμένος ολοκληρωτικά σε αυτήν, όπως ακριβώς ήταν κι εκείνη. Δε ζητούσε κάτι παράλογο. Ζητούσε μόνο ανταπόκριση στα αισθήματά της. Ο Ντιν προχώρησε αργά προς το μέρος της και τύλιξε τα χέρια γύρω απ' τη μέση της φέρνοντας το σώμα της κοντά στο δικό του.
"Δεν έχεις όρεξη τη νύχτα που επέστρεψε ο άντρας σου από ταξίδι;"
"Εμένα με παραξενεύει που έχεις όρεξη εσύ", απάντησε η Χέδερ ξεφεύγοντας για άλλη μια φορά απ' την αγκαλιά του. "Δε σε ικανοποίησε αρκετά τις προηγούμενες νύχτες η γραμματέας σου;"
"Τι είναι αυτά που λες;", είπε ο Ντιν γελώντας σαν να είχε ακούσει το πιο εξωφρενικό αστείο.
"Σταμάτα να γελάς, Ντιν, γιατί με εκνευρίζεις ακόμα περισσότερο!"
"Και φταίω εγώ που είσαι εκνευρισμένη;"
"Όχι βέβαια! Γιατί να φταις εσύ; Εσύ είσαι πάντα αθώος!". Ο Ντιν σταύρωσε τα χέρια του και πήρε μια βαθιά ανάσα.
"Τι έπαθες πάλι, Χέδερ; Τι υποδοχή είναι αυτή;", τη ρώτησε προκαλώντας της νευρικό γέλιο.
"Ω, με συγχωρείτε, μεγαλειότατε, που δε σας υποδέχτηκα όπως θα επιθυμούσατε!"
"Έχεις πιει", δήλωσε αυτός.
"Όχι πολύ. Μόνο δύο ποτηράκια."
"Τότε καλύτερα να μιλήσουμε αύριο, που θα είσαι ξεμέθυστη", της είπε και προχώρησε προς τη σκάλα. Προτού προλάβει να πατήσει το πρώτο σκαλοπάτι όμως άκουσε ένα ποτήρι να σπάει. Γύρισε και είδε τη Χέδερ να τον κοιτάζει προκλητικά τρέμοντας απ' τα νεύρα της. "Δε μου λες; Έχεις τρελαθεί; Θα ξυπνήσεις το παιδί!", είπε πλησιάζοντας ξανά.
"Δεν έχω τρελαθεί καθόλου, Ντιν. Πάψε να προσβάλλεις τη νοημοσύνη μου!", απαίτησε δίνοντας μάχη να συγκρατηθεί αλλά πολύ γρήγορα ξέσπασε σε λυγμούς. "Νομίζεις ότι δεν ξέρω τι συμβαίνει στο γραφείο σου; Νομίζεις ότι δε μου τα έχουν πει;"
"Ποιος σου είπε τι;"
"Δεν έχει καμία σημασία", ψέλλισε η Χέδερ. "Γνωρίζω τα πάντα, Ντιν. Ακόμη κι όταν δε μιλάω, ακόμα κι όταν φέρομαι σαν να μη συμβαίνει τίποτα, ξέρω… Ξέρω ότι με απατάς."
"Χέδερ, αγάπη μου…"
"Μη μου λες ψέματα!", τον διέκοψε. "Παραδέξου για μια φορά την αλήθεια. Για μια φορά κοίταξέ με κατάματα και πες μου… Πες μου ότι δε με θέλεις πια… Πες μου ότι υπάρχει άλλη…". Νωρίτερα είχε πάρει την απόφαση να δείξει ανωτερότητα αλλά απέτυχε παταγωδώς.
"Χέδερ…", της είπε εκείνος πλησιάζοντας δειλά και αφού είδε πως δεν τον έσπρωχνε μακρυά της, πήρε θάρρος και την αγκάλιασε. "Σε λατρεύω, καρδιά μου. Πες μου ότι δεν αμφέβαλες ποτέ για αυτό", συνέχισε φιλώντας τη. "Εντάξει, δεν μπορώ να αρνηθώ πως έχω κάνει κι εγώ κάποια λάθη όμως ποτέ δεν έβαλα καμιά πάνω από 'σένα. Καμία δε συγκρίνεται μαζί σου. Πώς μπορείς να πιστεύεις ότι δε σε θέλω πια; Εσένα, που είσαι όλη μου η ζωή; Πώς σου πέρασε απ' το μυαλό ότι θα σε άφηνα; Μα δεν έχεις καταλάβει τίποτα, λοιπόν; Χέδερ, είσαι η γυναίκα μου, η μητέρα του παιδιού μου. Μόνο εσένα θέλω στο πλευρό μου. Εσύ κι η κόρη μας είστε ό,τι σπουδαιότερο έχω στη ζωή μου. Σε παρακαλώ, μην αφήσεις τους κακεντρεχείς να διαλύσουν την οικογένειά μας. Με τα ψέματά τους προσπαθούν να καταστρέψουν την ευτυχία μας, δεν το βλέπεις; Μην επιτρέπεις σε κανένα να γεμίζει το μυαλό σου με υποψίες. Γιατί εσύ ξέρεις καλύτερα από όλους πόσο αληθινά σ' αγαπώ". Σιγά-σιγά, οι λυγμοί της έσβησαν. Κάθε χάδι, κάθε του λέξη έδιωξαν τις αμφιβολίες από το μυαλό της και του επέτρεψε να την κατακτήσει ξανά. Δε γινόταν να κρατήσει την οργή της εναντίον του. Δεν έβρισκε τη δύναμη να τον βγάλει από τη ζωή της. Ο βαθύτερος φόβος της ήταν μήπως κάποια στιγμή, ο Ντιν τη βαριόταν και την εγκατέλειπε. Γι' αυτό, κάθε φορά που τη διαβεβαίωνε πως δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο, η Χέδερ παραδινόταν στην αγάπη του άνευ όρων αφήνοντας στην άκρη όσα γνώριζε για τις παρασπονδίες του. Γιατί κατά βάθος ήταν βέβαιη πως υπήρχαν κι άλλες γυναίκες στη ζωή του. Δεν άντεχε όμως να το αποδεχτεί και δεν ήθελε κιόλας. Με ένα του φιλί και μια γλυκιά κουβέντα τα προσπερνούσε όλα. 'Ας έχει όσες ερωμένες τού κάνει κέφι. Το μόνο που μετράει, είναι να τον έχω κοντά μου', συλλογιζόταν λίγο πριν αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του.
