Κεφάλαιο Έκτο

Ο Άντυ, μόλις το ρολόι έδειξε 14.00, διέκοψε την υπόθεση που εκδίκαζε και κατευθύνθηκε σε ένα μικρό εστιατόριο κοντά στα δικαστήρια, όπου είχε ραντεβού με την Έρρικα.

"Πρώτη φορά με περιμένεις εσύ!"

"Βρισκόμουν ήδη εδώ κοντά", του είπε διαβάζοντας τον κατάλογο. Παρήγγειλαν το μεσημεριανό τους γεύμα κι ύστερα ο Άντυ άρχισε να ασχολείται με το κινητό του. "Άντυ, άσε λίγο το κινητό. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι."

"Τι συμβαίνει;"

"Εκείνη η κοπέλα που συναντήσαμε στο πάρτυ… Η Πέννυ…"

"Ναι… Τι τρέχει με αυτήν;"

"Γνωρίζεστε καιρό;"

"Όχι. Λίγες μέρες μόνο. Γιατί ρωτάς"; Η Έρρικα έκανε μια μικρή παύση προτού απαντήσει.

"Μου φάνηκε ότι δε χάρηκε πολύ που με γνώρισε."

"Δε σε καταλαβαίνω."

"Μου έδωσε την εντύπωση ότι απογοητεύτηκε που σας διέκοψα. Δεν ξέρω… Ίσως φταίει η γυναικεία διαίσθηση αλλά θα ορκιζόμουν ότι δε σε βλέπει απλά σαν θείο μιας μαθήτριας."

"Εννοείς…", ξεκίνησε να λέει κοιτώντας τη με δυσπιστία κι έπειτα έβαλε τα γέλια. "Αποκλείεται."

"Γιατί το αποκλείεις με τόση βεβαιότητα;", τον ρώτησε η φίλη του.

"Αποκλείεται σου λέω. Μα αυτή είναι πολύ νεώτερη από εμένα. Ιδέα σου θα ήταν."

"Σιγά! Τι σημασία έχουν μερικά χρόνια, Άντυ; Είσαι πολύ γοητευτικός άνδρας και το ξέρεις καλά. Δεν καταλαβαίνω γιατί σου φαίνεται τόσο απίστευτο ότι εντυπωσίασες μια κοπέλα."

"Πήγαινε κάνε παρέα στην Άννι!", μουρμούρισε πριν αρχίσει να τρώει το φαγητό που εν τω μεταξύ είχε φτάσει στο τραπέζι τους.

"Γιατί το λες αυτό;"

"Διότι παρόμοιες σκέψεις κάνει κι εκείνη. Τις προάλλες κιόλας, μού 'λεγε ότι θέλει να παντρευτώ την κυρία Πέννυ!"

"Τόσο παράλογο είναι αυτό;", σχολίασε η Έρρικα κι ο Άντυ την κοίταξε με απορία. "Άκουσέ με. Είμαι πολλά χρόνια φίλη σου και γνωρίζω καλύτερα απ' τον καθένα τι κρύβεις μες στην ψυχή σου. Επιπλέον, θα ήθελα να σε δω ευτυχισμένο."

"Μάλιστα… Και πώς θα γίνω ευτυχισμένος, Έρρικα; Αν παντρευτώ τη δασκάλα της Άννι;"

"Ας αφήσουμε το γάμο στην άκρη και ας μιλήσουμε σοβαρά για λίγο. Δε σου είπα να παντρευτείς. Θα μπορούσες απλά να της ζητήσεις να βγείτε", πρότεινε όμως κατευθείαν ο Άντυ κούνησε το κεφάλι αρνητικά. "Δώσε μια ευκαιρία σε μία νέα γνωριμία και πού ξέρεις; Μπορεί τελικά αυτός ο δρόμος να σε οδηγήσει στην ευτυχία."

"Πολλά μυθιστορήματα διαβάζεις. Δε σε θεωρούσα τόσο ρομαντική."

"Δε σου μιλώ για ρομαντικά παραμύθια. Προσπαθώ να σου μιλήσω ξεκάθαρα, επειδή σε νοιάζομαι πραγματικά. Κάποτε θα πρέπει να πάψεις να τιμωρείς τον εαυτό σου. Έχεις κι εσύ το δικαίωμα να ευτυχήσεις. Δε θέλω να σε βλέπω να το πετάς στα σκουπίδια εξαιτίας λαθών που ανήκουν πια στο παρελθόν."

"Πέρασε η ώρα. Πρέπει να επιστρέψω στο δικαστήριο", δήλωσε ο Άντυ αφήνοντας το πηρούνι του στο σχεδόν γεμάτο πιάτο του.

"Δε θα χάσεις τίποτα, αν της δώσεις μια ευκαιρία", επέμεινε η Έρρικα όμως αυτός την κοίταξε με παγωμένο βλέμμα κι αποχώρησε δίχως να πει τίποτα.


"Λοιπόν, τι θα γίνει με αυτή την ιστορία;", ρώτησε η Αμάντα καθώς στέκονταν και οι δύο στην αυλή του σχολείου με τα παιδιά να τρέχουν γύρω τους παίζοντας χαρούμενα.

"Ποια ιστορία;", ζήτησε να μάθει η Πέννυ.

"Αφού σου αρέσει. Γιατί δεν του το λες;"

"Αστειεύεσαι τώρα; Δεν ήσουν μπροστά όταν μας σύστησε την κοπέλα του;"

"Βασικά, μας σύστησε μία φίλη του, Πέννυ. Δεν ανέφεραν ποτέ ότι έχουν δεσμό. Μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα. Και αφού, όπως φαίνεται, ενδιαφέρεσαι για αυτόν, πρέπει να βρεις το θάρρος να του μιλήσεις", την προέτρεψε κι έπειτα την άφησε μόνη. Αφού το σκέφτηκε λίγο, είδε πως όσα της είπε η Αμάντα έμοιαζαν λογικά. Ήταν αλήθεια πως δεν τους είχε πει ξεκάθαρα ότι ήταν ζευγάρι με την Έρρικα. Απ' την άλλη μεριά όμως, αμφέβαλλε πως ο Άντυ ενδιαφερόταν για αυτήν. Ήταν ευγενικός μαζί της αλλά ως εκεί. Τις ελάχιστες φορές που συναντήθηκαν, δεν έδειξε κάποιο σημάδι ότι ίσως του άρεσε. Της μιλούσε με τον ίδιο τρόπο που μιλούσε και στην Αμάντα. Παρ' όλα αυτά, πήρε την απόφαση να ακολουθήσει τη συμβουλή της φίλης της και τη φωνή της καρδιάς της και να δει την κατάληξη. Η στιγμή, μάλιστα, να κάνει αυτή την κίνηση δεν άργησε καθόλου να έρθει. Την επόμενη κιόλας μέρα, λίγα λεπτά πριν χτυπήσει το κουδούνι για να σχολάσουν τα παιδιά, κοίταξε έξω απ' το παράθυρο της τάξης κι είδε τον Άντυ να περιμένει στο απέναντι πεζοδρόμιο πλάι στο αμάξι του. Στην αρχή ένοιωσε το στομάχι της να σφίγγεται και πίστεψε πως δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρει να κάνει αυτό που της πρότεινε η Αμάντα. Έπειτα όμως πήρε μερικές βαθιές ανάσες, που της έδωσαν το θάρρος που είχε ανάγκη κι αφού ζήτησε απ' τους μαθητές της να συνεχίσουν να ζωγραφίζουν ήσυχα, βγήκε στο προαύλιο. Ο παγωμένος αέρας που τη χτύπησε στο πρόσωπο δεν την εμπόδισε να προχωρήσει.

"Χαίρετε, κύριε Πάττον", του είπε ελαφρώς αμήχανα με τα χέρια στις τσέπες.

"Δε σχόλασαν ακόμα τα παιδιά, έτσι δεν είναι;", είπε αυτός κοιτάζοντας το ρολόι του.

"Όχι, δεν κάνατε λάθος", αποκρίθηκε η Πέννυ. "Το κουδούνι θα χτυπήσει σε λίγα λεπτά."

"Υπάρχει κάποιος λόγος που βγήκατε νωρίτερα; Μήπως έπαθε τίποτα η Άννι;", τη ρώτησε ανήσυχος.

"Όχι, δε συμβαίνει τίποτα κακό. Για να είμαι ειλικρινής, ήθελα να σας ζητήσω κάτι."

"Από εμένα"; Το απορημένο ύφος του έκανε την Πέννυ να αισθανθεί ακόμη πιο άβολα. Ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια, όταν συνειδητοποίησε πως είχε προχωρήσει πολύ για να κάνει πίσω τώρα. Έπρεπε να φτάσει ως το τέρμα.

"Θα θέλατε να βγούμε απόψε για φαγητό;", ξεστόμισε και αμέσως δάγκωσε τη γλώσσα της. Αφού πλέον είχε πει αυτό που σκεφτόταν, τώρα της φαινόταν γελοίο.

"Τι να σας πω;", είπε εκείνος χαμογελώντας αμήχανα. "Με βρίσκετε λίγο απροετοίμαστο". Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η Πέννυ αισθάνθηκε τόση ντροπή που το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο. Ένοιωθε πως από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν η απόρριψη.

"Να σας πω… Καλύτερα ξεχάστε ότι το πρότεινα", είπε και γρήγορα άρχισε να απομακρύνεται.

"Δεσποινίς"; Άκουσε τη φωνή του και κοντοστάθηκε. "Θα ήταν χαρά μου να δειπνήσω μαζί σας."


Το κουδούνι σήμανε το τέλος της σχολικής ώρας και η Άννι ρίχνοντας τους μαρκαδόρους στην τσάντα της έτρεξε έξω. Ενώ στεκόταν στην είσοδο του νηπιαγωγείου, είδε το θείο της να συζητά με τη δασκάλα της. Δεν είχε ιδέα τι θα μπορούσαν να λένε μεταξύ τους αλλά το χαμόγελο που έλαμπε στο πρόσωπο της κυρίας Πέννυ καθώς επέστρεφε, αποδείκνυε πως συζητούσαν σίγουρα για κάτι πολύ ευχάριστο.