Κεφάλαιο Έβδομο
"Λοιπόν;", άκουσε τον Άντυ να τη ρωτά και ανοιγόκλεισε τα μάτια καθώς συνήλθε. Καθόταν απέναντί του, είχε μπροστά της ένα πιάτο με τη μακαρονάδα που είχε παραγγείλει και κρατούσε στο χέρι της ένα ποτήρι λευκό κρασί. Για μια στιγμή είχε ξεχάσει πού βρισκόταν.
"Με συγχωρείς. Δεν πρόσεξα τι με ρώτησες."
"Σε ρώτησα πώς προέκυψε η αναπάντεχη πρότασή σου να βγούμε", επανέλαβε πίνοντας το κρασί του και η Πέννυ τον κοίταξε αποσβολωμένη. Δεν ήξερε ποιος ήταν ο κατάλληλος τρόπος να απαντήσει μα γρήγορα συνειδητοποίησε πως ο μοναδικός σωστός δρόμος ήταν να είναι ειλικρινής για τα αισθήματά της.
"Επειδή… Μου αρέσεις", του είπε κι η ευθύτητά της τον αφόπλισε. Ακόμη κι η ίδια δεν πίστευε ότι του μιλούσε τόσο ανοιχτά όμως ένοιωσε πραγματικά ελεύθερη μετά από αυτή την εξομολόγηση. "Μου άρεσες από εκείνη τη μέρα που ήρθες να πάρεις την Άννι απ' το σχολείο. Αρχικά είχα κάποιες αμφιβολίες αλλά τελικά βρήκα το θάρρος με κάποιο τρόπο και…", είπε ανασηκώνοντας τους ώμους.
"Γιατί είχες αμφιβολίες;"
"Είναι επειδή δεν ήμουν σίγουρη αν υπήρχε ήδη κάποια άλλη στη ζωή σου. Το βράδυ που συναντηθήκαμε στο μπαρ και γνώρισα τη φίλη σου, νόμιζα ότι… ", είπε κι εκείνος την κοίταξε περιμένοντας να συνεχίσει. "Ότι είστε ζευγάρι."
"Εγώ και η Έρρικα;", τη ρώτησε σαν να μην πίστευε στ' αυτιά του.
"Γιατί σου κάνει τόση εντύπωση που το ακούς;"
"Γιατί είναι περίεργο. Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία, η Έρρικα είναι πολύ όμορφη. Όμως είμαστε φίλοι πάνω από είκοσι χρόνια και δεν υπήρξε ποτέ κάτι ανάμεσά μας", της εξήγησε.
"Σε πιστεύω. Απλώς, θεώρησα σωστό να το ξεκαθαρίσω απ' την αρχή."
"Έχεις δίκιο. Λοιπόν, τώρα που μιλήσαμε λίγο για 'μένα, θα ήθελα να σε γνωρίσω κι εγώ καλύτερα. Η Άννι μού έχει πει κάποια πράγματα όμως είμαι σίγουρος πως υπάρχουν πολλά για 'σένα που δεν τα ξέρει", της είπε χαμογελώντας κι ύστερα η Πέννυ τού μίλησε για τη ζωή της. Του μίλησε για την οικογένειά της, πως ζούσε με τη μητέρα της και πως δε γνώρισε ποτέ τον πατέρα της, καθώς οι γονείς της χώρισαν πριν γεννηθεί κι εκείνος ζούσε πια στο εξωτερικό. Του μίλησε για τα παιδικά της χρόνια και πως παρά την απουσία του πατέρα μεγάλωσε με πολλή αγάπη. Η στοργική σχέση που μοιραζόταν με τη μητέρα της αρκούσε και με το παραπάνω για να νοιώθει ευτυχισμένη. Ο Άντυ τής μίλησε ελάχιστα για τη δική του οικογένεια. Η ατμόσφαιρα ήταν υπερβολικά ευχάριστη για να τη βαρύνει με τα προβλήματα που αντιμετώπισε μεγαλώνοντας. Μολονότι η Πέννυ ήθελε να μάθει περισσότερα για τη ζωή του, εκείνος την παρακάλεσε να αναβάλουν αυτή τη συζήτηση. Δεν ήθελε να τον πιέσει παραπάνω κι έτσι ως το τέλος του δείπνου μίλησαν για οτιδήποτε άλλο. "Ήταν πολύ ωραία βραδιά, δε συμφωνείς;", της είπε αργότερα συνοδεύοντάς την ως την είσοδο του σπιτιού της.
"Πράγματι", απάντησε εκείνη με μάτια που έλαμπαν στο φως του φεγγαριού.
"Οπότε… Θα ήθελες να βγούμε και αύριο;"
"Πολύ ευχαρίστως", είπε η Πέννυ χαμογελώντας και πριν ξεκλειδώσει την εξώπορτα, τού έδωσε ένα ντροπαλό, βιαστικό φιλί. "Καληνύχτα", πρόλαβε να πει προτού εξαφανιστεί πίσω από τη βαριά, ξύλινη πόρτα.
"Γύρισες, κορίτσι μου; Πώς πέρασες;", ρώτησε την Πέννυ η μητέρα της, η οποία εκείνη την ώρα παρακολουθούσε αφοσιωμένη μια ταινία.
"Υπέροχα", αποκρίθηκε η κόρη της με ονειροπόλο βλέμμα.
"Με την Αμάντα ήσουν;"
"Όχι", είπε και κάθισε δίπλα της. "Βγήκα ραντεβού". Αυτό ήταν αρκετό για να αποσπάσει την προσοχή της Ντέιρντρε, η οποία την κοίταξε έκπληκτη.
"Σοβαρά μιλάς; Γιατί δε μου είπες τίποτα; Ποιος είναι; Πού τον γνώρισες;", εκτόξευσε τις ερωτήσεις χωρίς να πάρει ανάσα.
"Μαμά, δεν ξέρω σε ποια απορία σου να απαντήσω πρώτα", γέλασε η Πέννυ.
"Δε ζητάω λεπτομέρειες. Απλώς, μάνα είμαι και θέλω να ξέρω τι συμβαίνει. Έλα τώρα! Δε θα μου πεις τίποτα γι' αυτόν;", την παρακάλεσε.
"Εντάξει…", είπε η Πέννυ ξεφυσώντας και ακούμπησε στην πλάτη του καναπέ. "Ονομάζεται Άντυ Πάττον και είναι δικαστής. Τον γνώρισα στο σχολείο, ξέρεις, είναι θείος μιας μαθήτριας. Αυτά μόνο έχω να σου πω προς το παρόν. Μη ζητήσεις περισσότερα!"
"Άντυ Πάττον;", επανέλαβε η Ντέιρντρε.
"Ναι, τον ξέρεις;"
"Όχι… Όχι βέβαια…"
"Καλά", είπε η Πέννυ δίχως να δώσει πολλή σημασία στην ταραχή της μητέρας της, την οποία ερμήνευσε ως μητρική ανησυχία. "Εγώ θα πάω για ύπνο. Προσπάθησε να μην έχεις άγχος εξαιτίας μου, εντάξει; Καληνύχτα", είπε με ένα τρυφερό φιλί. Η Ντέιρντρε, όταν έμεινε μόνη, έκλεισε μηχανικά την τηλεόραση κι ύστερα κάρφωσε το βλέμμα της στο κενό. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που ο νους της ταξίδεψε σε εκείνη την τόσο μακρινή εποχή. Σε μια εποχή που άλλοτε φάνταζε σαν νά 'ταν χθες κι άλλοτε σαν να είχαν περάσει αιώνες από τότε.
