Κεφάλαιο Όγδοο
Το μάθημα τελείωσε και όλοι οι μαθητές βγήκαν από τις σχολικές αίθουσες γεμίζοντας τους διαδρόμους με φωνές και γέλια. Από την τελευταία τάξη, ένα νεαρό κορίτσι με καστανά μαλλιά πιασμένα ψηλά σε αλογοουρά προχώρησε με γοργό βήμα προς την έξοδο, όπου την περίμενε ήδη ένα ψηλόλιγνο αγόρι.
"Ο οδηγός σε περιμένει απέναντι", της είπε μόλις τον πλησίασε. "Θα έρθω κι εγώ μαζί, εντάξει;"
"Αφού σ' το έχω ξαναπεί, γιατί επιμένεις; Δεν έχεις καμιά ελπίδα με την Κάθριν. Αυτή είναι ζήτημα να ξέρει ότι πάτε στο ίδιο σχολείο."
"Ντέιρντρε, επίτρεψέ μου να σου εξηγήσω κάτι για τα ζητήματα καρδιάς", είπε ο νεαρός ενώ καθόταν στο πίσω κάθισμα του πολυτελούς αυτοκινήτου δίπλα στη φίλη του. "Συχνά, ο έρωτας δεν είναι κεραυνοβόλος και σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται χρόνος για να κατακτήσεις την καρδιά κάποιου."
"Μπορεί…", είπε κοιτάζοντας μελαγχολικά έξω απ' το παράθυρο. "Εγώ απλώς προσπαθώ να σε γλυτώσω απ' την απογοήτευση". Ήξερε πως ο φίλος της είχε δίκιο. Ήλπιζε, μάλιστα, να έχει δίκιο, επειδή επιθυμούσε κι η ίδια να κατακτήσει την καρδιά κάποιου, ο οποίος δεν της έδειχνε κανένα ενδιαφέρον. Έφτασαν έξω από μια βίλλα και χτύπησαν το κουδούνι. Ύστερα από ένα λεπτό εμφανίστηκε στην πόρτα ένας άγγελος με κατάξανθες μπούκλες και γαλάζια μάτια.
"Σ' ευχαριστώ πολύ, Ντέιρντρε", είπε με γλυκειά φωνή παίρνοντας τα βιβλία που της έδωσε.
"Μην το συζητάς. Η βιβλιοθήκη της οικογένειας είναι περιβόητη. Χαρά μου να σε βοηθήσω στην εργασία σου. Αλήθεια, με τον Άντυ γνωρίζεστε;", ρώτησε ρίχνοντας μια ματιά στο φίλο της.
"Α, ναι… Γεια σου, τι κάνεις;", τον ρώτησε το κορίτσι κι εκείνος την κοίταξε με δήθεν άνετο ύφος.
"Μια χαρά. Εσύ;", της είπε κι εκείνη χαμογέλασε.
"Λοιπόν…", είπε η Ντέιρντρε, "Μπορείς να τα κρατήσεις για όσο θες και τα επιστρέφεις αργότερα."
"Σύμφωνοι". Αφού την αποχαιρέτησαν, πήραν ξανά το δρόμο της επιστροφής.
"Τώρα με πιστεύεις ότι η Κάθριν δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί;"
"Θα δείξει", είπε ο Άντυ που δεν παραδεχόταν με τίποτα την αποτυχία. Το αυτοκίνητο τον πήγε ως το σπίτι του και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο σπίτι της Ντέιρντρε. Βασικά, η Ντέιρντρε δεν έμενε σε ένα απλό σπίτι αλλά σε μια παραθαλάσσια έπαυλη στην άκρη της πόλης. Αυτή και ο αδερφός της, ο Πάτρικ, μεγάλωσαν μέσα στην πολυτέλεια ανάμεσα σε υπηρέτες, οδηγούς, γκουβερνάντες και κηπουρούς. Από όλους αυτούς, η Ντέιρντρε είχε ξεχωρίσει τον Πωλ. Ο Πωλ ήταν ένας ευγενικός και δυνατός νέος, με καστανά μαλλιά και μάτια, γεροδεμένο σώμα και ζεστό χαμόγελο. Είχε αναλάβει τη θέση του κηπουρού πριν από μερικούς μήνες κι από τότε δεν είχε καταφέρει να τον βγάλει απ' το μυαλό της. Η εφηβική της καρδιά χτυπούσε δυνατότερα κάθε φορά που βρισκόταν μπροστά του, όπως τώρα, που βάδιζε στο μονοπάτι που κατέληγε στο σπίτι της και πέρασε από δίπλα του κοιτάζοντας ντροπαλά προς το μέρος του.
"Γεια σου", του είπε.
"Γεια σας, δεσποινίς Ντέιρντρε. Πώς πήγε το σχολείο;"
"Καλά", απάντησε και μπήκε βιαστικά στο σπίτι. Ανέβηκε τη σκάλα, κλείστηκε στο δωμάτιό της, άφησε την τσάντα πάνω στο γραφείο και κάθισε στο πεζούλι του παραθύρου. Ο Πωλ έξω στον κήπο κλάδευε τις τριανταφυλλιές κι η μικρή τον παρατηρούσε κρυφά. 'Πόσο διαφορετικός είναι!', σκεφτόταν όποτε τον συνέκρινε με τους γνωστούς της. Ο Πωλ δεν είχε καμία σχέση με τα αγόρια που πήγαιναν στο σχολείο της ούτε με κανένα αγόρι που είχε γνωρίσει ποτέ. Ο Πωλ ήταν ένα απλό παιδί που, αν και δεν είχε οικονομική ανάγκη, είχε πιάσει δουλειά για να μην επιβαρύνει τους δικούς του. Αυτό τής είχε προξενήσει μεγάλη εντύπωση, επειδή μέχρι τότε δεν της είχε περάσει απ' το μυαλό πως υπήρχαν άνθρωποι λιγότερο προνομιούχοι από εκείνη, καθώς οι γονείς της είχαν φροντίσει να ζει στον παραμυθένιο κόσμο της. Η γνωριμία με τον Πωλ την έκανε να αναθεωρήσει όσα πίστευε παλιότερα και να αρχίσει να έχει ενσυναίσθηση του κόσμου γύρω της. Είχαν μιλήσει μονάχα λίγες φορές όμως η ομορφιά της όψης και της ψυχής του την κατέκτησαν αμέσως. Χαζεύοντας από ψηλά με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της ένοιωθε ευτυχισμένη. Η εφηβική αγάπη… Ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα που τη γέμιζε ευτυχία και που θα ήθελε να κρατήσει για πάντα.
Για εκείνη ήταν έρωτας κεραυνοβόλος. Για εκείνον όμως δε σήμαινε τίποτα ιδιαίτερο. Στο πρόσωπό της ο Πωλ έβλεπε ένα κοριτσάκι κι ούτε καν φανταζόταν τα όνειρα που έκανε αυτή για την πρώτη της αγάπη. Του φαινόταν συμπαθητική μα δεν ήταν δυνατόν να την κοιτάξει με αλλιώτικο τρόπο και αυτό όχι μόνο λόγω του ότι ήταν η κόρη του αφεντικού του. Κατά τον Πωλ, η Ντέιρντρε καταγόταν από ένα διαφορετικό κόσμο. Η ζωή της δεν είχε καμία σχέση με τη δική του πραγματικότητα. Όσο κι αν έβρισκε τις συζητήσεις τους ευχάριστες, γεγονός παρέμενε ότι δεν είχαν τίποτα κοινό μεταξύ τους. Αυτές οι σκέψεις, βέβαια, δεν υπήρχαν στο μυαλό του. Το νου του απασχολούσαν θέματα πολύ πιο επείγοντα, όπως η ανατροφή των αδερφών του.
Μετά το θάνατο των γονιών του, είχε απομείνει με τα μικρότερα αδέρφια του υπό τη φροντίδα του θείου τους. Μπορεί ο αδερφός του πατέρα τους να ήταν αρκετά πλούσιος και να μην είχε πρόβλημα να αναλάβει την ανατροφή τους όμως η γυναίκα του είχε τελείως αντίθετη άποψη. Δεν ήταν ούτε στιγμή διατεθειμένη να μεγαλώσει τρία ορφανά και η κατάσταση έγινε χειρότερη αφότου απέκτησε δικά της παιδιά. Ο Πωλ, καθώς είχε μόλις μπει στην εφηβεία όταν έχασε τους γονείς του, μπορούσε ίσως να κατανοήσει την αρνητική της στάση απέναντί του. Ωστόσο, αυτό που δεν μπορούσε να χωνέψει, ήταν πώς ήταν δυνατόν να αδιαφορεί για τα αδέρφια του, τα οποία ήταν σχεδόν μωρά τη μέρα που έχασαν τους γονείς τους. Η αδερφή του, μάλιστα, ήταν βρέφος λίγων μηνών, όταν την πήρε στην αγκαλιά της κι εύκολα θα μπορούσε να τη θεωρήσει κόρη της. Εν τούτοις, αυτό ποτέ δε συνέβη. Ποτέ δεν τους στάθηκε σαν δεύτερη μάνα κι αυτό ήταν κάτι που πλήγωνε και τους τρεις. Η μόνη παρηγοριά τους ήταν ότι είχαν ο ένας τον άλλο. Αν και ο ίδιος ήταν ακόμη παιδί, έγινε πατέρας και μητέρα για τα αδέρφια του. Τα φρόντιζε, τα προστάτευε, τα ανέτρεφε όπως θα έκαναν κι οι γονείς του ενώ εκείνα στο πρόσωπό του μεγάλου αδερφού τους έβλεπαν αυτόν που βρισκόταν δίπλα τους όποτε τον χρειάζονταν και που έτρεχαν κοντά του όταν είχαν ανάγκη από αγάπη και στοργή.
