Κεφάλαιο Ένατο
Ο καιρός κύλησε γοργά. Η άνοιξη πέρασε κι έφτασε το καλοκαίρι μαζί με την αποφοίτηση της Ντέιρντρε, που διοργάνωσε ένα πάρτυ στο σπίτι της για να γιορτάσει το τέλος του σχολείου και το ξεκίνημα μιας καινούριας ζωής. Κάλεσε όλους τους συμμαθητές και τους φίλους της, δικών της και του Πάτρικ κι επιπλέον, κάποια παιδιά πλουσίων οικογενειών που γνώριζαν οι γονείς της. Κόσμος πλημμύρισε το σπίτι και τον κήπο ενώ η μουσική έπαιζε δυνατά παρασύροντας τους προσκεκλημένους σε ατελείωτο χορό. Η βασίλισσα της βραδιάς στεκόταν δίπλα στην πισίνα μιλώντας και γελώντας με τις συμμαθήτριές της, όταν είδε τον αγαπημένο της φίλο να έρχεται προς το μέρος της.
"Άντυ!", φώναξε τρέχοντας στην αγκαλιά του. "Σ' ευχαριστώ πολύ που ήρθες."
"Εννοείται πως θα ερχόμουν", της είπε προσφέροντας ένα κουτί τυλιγμένο σε γυαλιστερό χαρτί και δεμένο με κόκκινη κορδέλα.
"Τι είναι αυτό; Μου πήρες δώρο;", ρώτησε έκπληκτη και το άνοιξε αμέσως αποκαλύπτοντας ένα πράσινο, πλεκτό πουλόβερ.
"Σκέφτηκα ότι τον χειμώνα που θα κάνει κρύο, θα το φοράς και θα σου θυμίζει τον φίλο που άφησες πίσω στην πατρίδα", αστειεύτηκε εκείνος μα τα μάτια της Ντέιρντρε γέμισαν δάκρυα.
"Δε χρειάζομαι ένα δώρο για να σε θυμάμαι, Άντυ", του είπε και τον έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά της. "Θέλω να το ξέρεις αυτό. Είσαι ο πιο αληθινός φίλος που είχα στη ζωή μου."
"Το ξέρω."
"Άλλωστε, δε θα χωριστούμε για πολύ, έτσι δεν είναι;", είπε σκουπίζοντας τα δάκρυά της. "Θα επιστρέψω για τις γιορτές των Χριστουγέννων."
"Εγώ το ξέρω. Εσύ έβαλες τα κλάματα, λες και δε θα με ξαναδείς!", είπε ο Άντυ γελώντας κι ύστερα την έπιασε από τη μέση. "Πάμε να χορέψουμε;"
"Πάμε", συμφώνησε χαρούμενη η Ντέιρντρε και προχώρησαν μέχρι την πισίνα. "Ξέρεις ποιος άλλος είναι εδώ;", τον ρώτησε ενώ χόρευαν.
"Ποιος;"
"Η Κάθριν", απάντησε και τα πόδια του Άντυ κόλλησαν στο έδαφος.
"Η Κάθριν; Πού… Πού είναι;", ρώτησε κι η φίλη του έδειξε προς την κατεύθυνση που καθόταν η κοπέλα με την παρέα της. Ο Άντυ παρέμεινε σκεπτικός για αρκετή ώρα, ώσπου κοίταξε την Ντέιρντρε απολογητικά. "Θα σε πείραζε να της ζητήσω να χορέψουμε;"
"Καθόλου. Θα σου ευχόμουν μάλιστα και καλή επιτυχία", του είπε και τον χτύπησε ενθαρρυντικά στον ώμο. "Άντε, πήγαινε!", είπε κι αυτός, αφού πήρε πρώτα δυο βαθιές ανάσες, προχώρησε αποφασιστικά προς την Κάθριν. Καθώς η Ντέιρντρε τούς παρατηρούσε από μακρυά, άκουσε μια φωνή πίσω της και ταράχτηκε. Γύρισε αργά και βρέθηκε μπροστά σε ένα πρόσωπο αγαπημένο, στο οποίο όμως δεν είχε εκφράσει ποτέ αυτή την αγάπη. "Πωλ! Τι ευχάριστη έκπληξη!"
"Έφερα τον Άντυ στο πάρτυ και σκέφτηκα να σας χαιρετήσω. Συγχαρητήρια, δεσποινίς Ντέιρντρε. Σας εύχομαι κάθε επιτυχία στις σπουδές σας."
"Σ' ευχαριστώ πολύ, Πωλ", είπε αγγίζοντας το απλωμένο χέρι του. Χαμογέλασε ντροπαλά και το άφησε. Ενώ στεκόταν αμήχανη απέναντι στο αγόρι που αγαπούσε, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε άλλο χρόνο. Με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου θα έφευγε απ' το σπίτι της και δε θα είχε πλέον τη δυνατότητα να τον βλέπει καθημερινά. Ό,τι ήταν να κάνει, έπρεπε να το κάνει γρήγορα. Τα περιθώρια πια είχαν στενέψει. "Χαίρομαι πολύ που ήρθες απόψε."
"Είστε η καλύτερη φίλη του αδερφού μου. Γι' αυτό ήρθα κι εγώ μαζί του", της είπε απλά.
"Το ξέρω", είπε η Ντέιρντρε με μια σκιά απογοήτευσης στα μάτια. "Είσαι όμως κι εσύ καλεσμένος μου και θέλω να διασκεδάσεις. Θα πιεις κάτι;"
"Καλύτερα όχι. Οδηγώ."
"Σωστά", συμφώνησε και κοίταξε γύρω της αμήχανα. Είχε προετοιμαστεί να του μιλήσει αλλά ο Πωλ δεν έμοιαζε έτοιμος να ακούσει.
"Λέω να βρω τον αδερφό μου", είπε ύστερα από μερικές στιγμές σιωπής μα η Ντέιρντρε δεν μπορούσε να τον αφήσει να φύγει.
"Μην πας! Ο Άντυ τώρα…", είπε κοιτώντας τον φίλο της να χορεύει με την Κάθριν. "Δε θυμάται καν ότι είσαι εδώ". Ο Πωλ γέλασε κουνώντας το κεφάλι. Όντως, η παρουσία του θα ήταν πολύ ενοχλητική. "Τι θά 'λεγες να χορεύαμε κι εμείς;", πρότεινε η Ντέιρντρε κι ούτε η ίδια δεν ήξερε πού βρήκε το θάρρος. Ο Πωλ δέχτηκε. Κράτησε το χέρι και τη μέση της, εκείνη ακούμπησε τον ώμο του με τα δάχτυλά της κι άρχισαν να λικνίζονται στην απαλή μουσική. Καθώς χόρευε στην αγκαλιά της πρώτης της αγάπης, ένοιωθε ότι τα πόδια της δεν πατούσαν στο γρασίδι αλλά στα σύννεφα και παρόλο που βρίσκονταν σε πάρτυ, η Ντέιρντρε ένοιωθε πως ήταν ολομόναχοι. Αυτή και το αγόρι που αγαπούσε. "Ξέρεις… Σε λίγους μήνες θα φύγω για σπουδές."
"Συγχαρητήρια", είπε ο Πωλ χαμογελώντας.
"Δε θα ζω σ' αυτό το σπίτι πια."
"Έτσι συμβαίνει συνήθως. Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν, φεύγουν."
"Ναι, μεγάλωσα!", τόνισε η Ντέιρντρε κι έπειτα κατέβασε το βλέμμα. "Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε λυπάμαι που θα φύγω."
"Ποιος είπε κάτι τέτοιο; Φυσικά και θα αισθανθείτε νοσταλγία για την οικογένειά σας. Δεν είναι κακό. Ωστόσο, μόλις μπείτε στο κλίμα, θα αλλάξετε γνώμη και δε θα σκέφτεστε τόσο όσα αφήσατε πίσω. Άλλωστε, δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριέστε. Θα επιστρέψετε για τις γιορτές."
"Ναι… Όμως… Θα λείψω για καιρό."
"Μα δε χαίρεστε; Σύντομα θα αρχίσει μια νέα ζωή για 'σάς. Όσο κι αν σας τρομάζει αυτό τώρα, θα δείτε πόσο θα σας αρέσει. Σήμερα είναι μια μέρα γιορτής. Δεν πρέπει να είστε τόσο κακόκεφη απόψε. Γιατί κάνετε αυτές τις σκέψεις;"
"Γιατί…", πήγε να πει μα κόμπιασε. Άφησε το χέρι του και κατέβασε το πρόσωπο καρφώνοντας το βλέμμα στα δάχτυλά της που τα έσφιγγε με δύναμη. "Εσύ θα είσαι εδώ κι εγώ… Εγώ θα λείπω". Ο Πωλ την κοίταξε απορημένος.
"Τι σημασία έχει αυτό;", τη ρώτησε μα η κοπέλα ανοιγόκλεισε τα χείλη μερικές φορές δίχως να βγει φωνή κι ύστερα προτίμησε να μείνει σιωπηλή. Ο Πωλ δεν την είχε δει ποτέ τόσο αναστατωμένη. "Δεσποινίς Ντέιρντρε…", πρόφερε κι αυτή τον κοίταξε κατάματα με ένα βλέμμα που έδειχνε όλη την ένταση που φώλιαζε μες στην καρδιά της. "Γιατί μου τα λέτε όλα αυτά;"
"Πωλ… Εγώ… Εγώ… Όλον αυτόν τον καιρό… Είμαι ερωτευμένη μαζί σου", παραδέχτηκε κι ένοιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω της. Ο Πωλ όμως την κοίταξε με ύφος που υποδήλωνε πως αυτό το βάρος έπρεπε τώρα να το σηκώσει αυτός.
"Ντέιρντρε… Εσύ μόλις ενηλικιώθηκες. Δεν… Δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτή η κουβέντα που είπες."
"Κάνεις λάθος", του είπε με σιγουριά. "Ξέρω πολύ καλά τι λέω και τι αισθάνομαι. Όλον αυτόν τον περασμένο χρόνο… Εγώ, κάθε φορά που σ' έβλεπα… Άκουγα την καρδιά μου να χτυπά στ' αυτιά μου. Καταλαβαίνεις; Κάθε φορά που ήμουν κοντά σου… Κάθε φορά που μιλούσαμε… Ήθελα να σου το πω αλλά τελευταία στιγμή έχανα το κουράγιο μου. Τώρα όμως ίσως να μην υπάρξει άλλη ευκαιρία. Πρέπει να σου το πω. Σ' αγαπώ, Πωλ. Θέλω να το ξέρεις. Πρέπει να το ξέρεις. Επειδή… Δε θέλω αυτό να τελειώσει εδώ. Δεν ξέρω αν εσύ...", ξεκίνησε να λέει μα έπειτα σταμάτησε.
"Δε γίνεται αυτό που λες. Είναι αδύνατον", είπε ο Πωλ προσπαθώντας να συνέλθει. "Έχεις ιδέα τι θα γίνει, αν μάθουν οι γονείς σου αυτά που μου είπες μόλις τώρα;"
"Δε με νοιάζει τι θα πουν οι γονείς μου. Εμένα με νοιάζει τι θα πεις εσύ."
"Εγώ; Ντέιρντρε… Αυτό δεν μπορεί να έχει συνέχεια."
"Μα γιατί;", είπε με παράπονο.
"Γιατί είναι λάθος", της απάντησε απότομα. "Με συγχωρείς… Το ξέρω ότι σε πληγώνω αλλά…". Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Ξαφνικά η Ντέιρντρε είχε πέσει στην αγκαλιά του και τον φιλούσε. Για λίγα δευτερόλεπτα στεκόταν εκεί παγωμένος, αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που συνέβαινε. Ήταν λάθος. Έπρεπε να την απομακρύνει. Έπρεπε να της εξηγήσει πως δεν υπήρχε κανένα μέλλον σε αυτή τη σχέση. Έπρεπε να διακόψει το φιλί τους και να μην την πλησιάσει ξανά. Έπρεπε… Όμως αντί να την πείσει αυτός, τον έπεισε εκείνη. Το συναίσθημα που τους πλημμύρισε εκείνη τη στιγμή, σαν χείμαρρος παρέσυρε και τους δύο σ' ένα δρόμο χωρίς γυρισμό.
