Κεφάλαιο Δέκατο
Η ζωή για την Ντέιρντρε ήταν τέλεια. Από την ώρα που είχε κοντά της τον Πωλ, είχε τα πάντα. Τα αισθήματα που έτρεφε για αυτόν έγιναν ακόμη δυνατότερα κατά τους μήνες που ακολούθησαν. Για την ευτυχία που ζούσαν εκείνο το καλοκαίρι δεν είχαν μιλήσει σε κανέναν. Ήθελαν να το κρατήσουν μυστικό, να υπάρχει μόνο για τους ίδιους. Δεν ήταν έτοιμοι να το μοιραστούν ούτε καν με τον Άντυ, ο οποίος δεν είχε ιδέα για όσα συνέβαιναν μεταξύ του αδερφού του και της καλύτερής του φίλης. Πλήρη άγνοια για όλα αυτά είχαν όμως και οι γονείς της, που εκείνη την εποχή έκαναν τα δικά τους σχέδια για την κόρη τους, για τα οποία αποφάσισαν να της μιλήσουν ένα φθινοπωρινό βράδυ κατά τη διάρκεια ενός δείπνου.
"Ντέιρντρε, νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να συζητήσουμε για το μέλλον σου", ξεκίνησε να λέει ο πατέρας της.
"Σε λίγες μέρες φεύγω για σπουδές, πατέρα. Τι ακριβώς θα συζητήσουμε τώρα;"
"Κόρη μου, οι σπουδές είναι κάτι που αυτή τη στιγμή δε θα έπρεπε να σε αφορά."
"Μα τι λες; Εγώ θέλω να σπουδάσω", ξεκαθάρισε εκείνη.
"Ντέιρντρε, έχεις άλλες υποχρεώσεις απέναντι στην οικογένειά σου."
"Τι εννοείς; Τι υποχρεώσεις;"
"Άκου και προσπάθησε, σε παρακαλώ, να με καταλάβεις. Η επιχείρηση τον τελευταίο καιρό δεν πάει καλά", είπε ο Κρεγκ με ένα στεναγμό. "Μέσα σε έξι μήνες, τα κέρδη έχουν μειωθεί κατά το ήμισυ. Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, θα αναγκαστούμε να πουλήσουμε τις μετοχές", κατέληξε απογοητευμένος.
"Τι σχέση έχουν οι σπουδές μου με αυτό;", απόρησε η Ντέιρντρε που δεν καταλάβαινε γιατί της τα έλεγε όλα αυτά.
"Κορίτσι μου...", πήρε το λόγο τότε η μητέρα της, "ο πατέρας σου κληρονόμησε αυτή την επιχείρηση από τον παππού σου, ο οποίος τη δημιούργησε απ' το μηδέν. Θα είναι τραγικό, αν χαθεί απ' την οικογένεια. Προσπάθησε να το καταλάβεις."
"Το καταλαβαίνω, μαμά. Αναρωτιέμαι όμως τι θα μπορούσα να κάνω εγώ για να μείνει η εταιρεία στον πατέρα"! Η Ρενέ έριξε μια ματιά στον άντρα της προτρέποντάς τον να μιλήσει.
"Ντέιρντρε, σκεφτήκαμε πολύ για να βρούμε μια λύση και καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως ο μοναδικός τρόπος για να σωθεί η περιουσία μας... Είναι να παντρευτείς τον Ντιν. Έτσι η εταιρεία ουσιαστικά δε θα αλλάξει χέρια. Θα παραμείνει δική σου και στην οικογένεια". Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η Ντέιρντρε χλώμιασε και κοίταξε τους γονείς της μην μπορώντας να πιστέψει στ' αυτιά της ενώ ο Πάτρικ, που ήταν παρών σε αυτή τη συζήτηση, κοίταξε την αδερφή του με συμπόνοια.
"Έχετε αποφασίσει εσείς ποιον θα παντρευτώ εγώ;", φώναξε ρίχνοντας τα μαχαιροπήρουνα στο πιάτο της. "Κανονίζετε τη δική μου ζωή χωρίς να νοιάζεστε για το τι θέλω; Να παντρευτώ τον Ντιν; Έχετε τρελαθεί τελείως; Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνω κάτι τέτοιο!"
"Ντέιρντρε!", φώναξε ο Κρεγκ καθώς η κόρη του έτρεχε στο δωμάτιό της μα η γυναίκα του έκανε νόημα να σταματήσει.
"Άσ' την… Άσ' τη να ηρεμήσει και θα το σκεφτεί καλύτερα", είπε και συνέχισε ατάραχη το γεύμα της. Η Ντέιρντρε έπεσε στο κρεβάτι της αγκαλιάζοντας σφιχτά το μαξιλάρι και ξέσπασε σε κλάματα. Πώς μπορούσαν να την αναγκάζουν να αλλάξει όλα τα σχέδιά της και να παντρευτεί κάποιον τον οποίο γνώριζε ελάχιστα; Ήταν τόσο οργισμένη αρχικά αλλά μόλις έφερε στο νου της τον Πωλ, την κυρίευσε θλίψη. Πώς θα άντεχε να τον αφήσει; Πώς θα μπορούσε να δεχτεί έναν άλλο άνδρα στο πλευρό της, από τη στιγμή που η καρδιά της ήταν δοσμένη μονάχα σε εκείνον; Τέλος, πώς θα του εξηγούσε όλα αυτά που ακόμη και για την ίδια ήταν ακατανόητα;
"Ντέιρντρε;", ακούστηκε σιγανά η φωνή του Πάτρικ, ο οποίος άνοιξε την πόρτα και κάθισε στο κρεβάτι κοντά της. Δεν είχε ξαναδεί την αδερφή του σε αυτή την κατάσταση. Ειδικά τον τελευταίο καιρό έμοιαζε να λάμπει από ευτυχία με το χαμόγελο να μη σβήνει απ' τα χείλη της αλλά τώρα τα μάτια της είχαν κοκκινίσει απ' το κλάμα. "Έλα εδώ". Εκείνη τότε κούρνιασε στην αγκαλιά του μεγάλου της αδερφού κι αυτός χάιδευε τις καστανές μπούκλες των μαλλιών της προσπαθώντας να την παρηγορήσει.
"Δε θέλω να τον παντρευτώ, Πάτρικ… Δε θέλω…", έλεγε ανάμεσα σε λυγμούς. Εκείνος τη βοήθησε να καθίσει κανονικά, τράβηξε τα μαλλιά της πίσω με τα χέρια του και μετά την έπιασε απ' το πηγούνι, ώστε να ανασηκώσει το κεφάλι της και να τον κοιτάξει.
"Αν δε θέλεις να τον πάρεις, τότε μην το κάνεις", είπε κοιτώντας τη με τα γαλαζοπράσινα μάτια του. "Δική σου είναι η ζωή και δεν μπορεί κανένας ούτε καν οι γονείς μας να σε αναγκάσουν να γίνεις κάτι που δεν είσαι. Αν θες να σπουδάσεις, κάν' το και μη φοβηθείς ποτέ τίποτα. Θα έχεις πάντα εμένα στο πλευρό σου, να είσαι σίγουρη γι' αυτό", της είπε κι εκείνη τον αγκάλιασε με ανακούφιση.
"Πάτρικ… Σ' ευχαριστώ. Είσαι ο μόνος που μπορώ να εμπιστευτώ εδώ μέσα. Σ' ευχαριστώ που υπάρχεις". Τον φίλησε με απέραντη στοργή κι εκείνος τής χαμογέλασε. "Πρέπει να φύγω τώρα", είπε φορώντας βιαστικά τα παπούτσια της και βγήκε δίχως να πει σε κανέναν πού πήγαινε. Ο Πάτρικ όμως είχε μια υποψία.
"Ώστε έτσι οι γονείς σου…", είπε ο Πωλ κρατώντας το χέρι της αγαπημένης του ενώ κάθονταν στο παγκάκι του πάρκου που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του, όπου του διηγήθηκε όσα συνέβησαν στο δείπνο με βουρκωμένα μάτια.
"Δε θέλω να σκεφτώ ότι θα ζήσω χωρίς εσένα."
"Ούτε εγώ, καρδιά μου."
"Όμως τι θα κάνουμε;", ρώτησε απεγνωσμένη. "Οι γονείς μου είναι ανένδοτοι, τους ξέρω καλά. Δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξουν γνώμη. Δε λογαριάζουν τίποτα μπροστά στα λεφτά."
"Μη στενοχωριέσαι, αγάπη μου. Θα φροντίσω εγώ για όλα."
"Τι θα κάνεις, δηλαδή;", τον ρώτησε βλέποντας μια λάμψη αποφασιστικότητας στα μάτια του.
"Θα σε ζητήσω απ' τον πατέρα σου."
