Κεφάλαιο Ενδέκατο
Όταν ο Πωλ τούς πλησίασε την ώρα που έπαιρναν το πρωινό τους στο τραπέζι του κήπου, δεν τους προκάλεσε καμία εντύπωση. Φαντάστηκαν ότι θα ήθελε να τους μιλήσει για κάποιο απ' τα φυτά ή ίσως για την άδειά του, καθώς ολόκληρο το καλοκαίρι δεν είχε λείψει καθόλου.
"Καλημέρα σας. Με συγχωρείτε για την ενόχληση αλλά… Πρέπει να σας μιλήσω για ένα θέμα πολύ σημαντικό που σας αφορά."
"Τι συμβαίνει;", ρώτησε ο Κρεγκ.
"Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω…"
"Απ' την αρχή", είπε αυστηρά ο Κρεγκ. Ο Πωλ ένοιωσε τη γλώσσα του να δένεται κόμπος. Αν ο Κρεγκ ήταν εκνευρισμένος πριν καν αρχίσει η συζήτηση, η συνέχεια προμηνυόταν δύσκολη.
"Έχετε δίκιο. Απ' την αρχή, λοιπόν… Κύριε, κυρία… Πρέπει να σας ενημερώσω πως… Εδώ και λίγους μήνες… Η δεσποινίς Ντέιρντρε… Η κόρη σας, δηλαδή κι εγώ… Έχουμε δεσμό". Η Ρενέ πρόλαβε να αφήσει το φλυτζάνι της στο τραπέζι προτού της πέσει απ' τα χέρια ενώ ο Κρεγκ κοίταξε τον νεαρό με παγωμένο βλέμμα.
"Τι είπες; Μπορείς να επαναλάβεις αυτό που ξεστόμισες;"
"Μάλιστα, κύριε… Εγώ και η Ντέιρντρε είμαστε ζευγάρι."
"Και τόλμησες να έρθεις εδώ πρωί-πρωί για να μου πεις κάτι τέτοιο κατάμουτρα;"
"Ήρθα επειδή εχθές η Ντέιρντρε μού μίλησε για τα σχέδια γάμου που κάνετε και κατάλαβα πως δεν υπήρχε άλλος χρόνος. Κύριε, κυρία, με την κόρη σας αγαπιόμαστε και βρίσκομαι σήμερα μπροστά σας για να ζητήσω το χέρι της", είπε ο Πωλ περήφανα κρατώντας τη φωνή και το βλέμμα του σταθερά.
"Να μας ζητήσεις το χέρι της; Εσύ; Ένας κηπουρός;", ειρωνεύτηκε η Ρενέ.
"Δεν είμαι απλώς ο κηπουρός σας, κυρία. Εργάζομαι στο σπίτι σας διότι θέλω να βγάζω τα δικά μου χρήματα όμως η οικογένειά μου βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση. Αν μου επιτρέψετε να παντρευτώ την Ντέιρντρε, σας υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να της λείψει τίποτα. Η ζωή της δε θα διαφέρει από αυτήν που έχει εδώ."
"Δε θα διαφέρει;", είπε ο Κρεγκ χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. "Τολμάς να στέκεσαι μπροστά μου και να λες πως είσαι αντάξιος της κόρης μου;"
"Δεν είπα κάτι τέτοιο. Ποτέ δε θα μπορούσα να είμαι αντάξιος της Ντέιρντρε. Πάντως δεν είμαι όσο ανάξιος θεωρείτε εσείς. Ήρθα να σας τη ζητήσω επίσημα, για να σας αποδείξω πως οι προθέσεις μου είναι τίμιες. Τώρα, αν εσείς δε θέλετε να δεχτείτε την πρότασή μου…"
"Φυσικά και δεν πρόκειται να δεχτώ την πρότασή σου!", ξέσπασε ο Κρεγκ. "Προτιμώ να βάλω φωτιά σ' αυτό το σπίτι και να το κάψω παρά να μπεις γαμπρός εσύ εδώ μέσα!"
"Αυτή είναι η τελευταία σας κουβέντα;"
"Όχι. Η τελευταία μου κουβέντα είναι αυτή: Σήκω και φύγε από το σπίτι μου και μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ! Αν σε ξαναδώ να τριγυρίζεις την κόρη μου, θα μετανοιώσεις πολύ πικρά που δεν πήρες τα λόγια μου στα σοβαρά". Δίχως να πει λέξη, ο Πωλ έκανε μεταβολή κι έφυγε αφήνοντας το ζευγάρι έξαλλο. Ο Κρεγκ κατευθύνθηκε αποφασισμένος στην κάμαρα της Ντέιρντρε, η οποία διάβαζε μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι της.
"Μπαμπά; Τι συμβαίνει;", τον ρώτησε αφήνοντας το βιβλίο παράμερα.
"Τολμάς και με ρωτάς 'τι συμβαίνει';", είπε προχωρώντας απειλητικά προς το μέρος της. "Γι' αυτό δεν ήθελες ούτε να ακούσεις αυτά που σου έλεγα, ε;"
"Τι μου έλεγες; Δεν καταλαβαίνω", απόρησε μα ο πατέρας της την έπιασε απ' το μαλλί και τη σήκωσε όρθια.
"Δεν καταλαβαίνεις, ε; Τα μάθαμε όλα. Ήρθε ο καλός σου και τόλμησε να μας ζητήσει το χέρι σου. Τι έχεις να πεις τώρα"; Η Ντέιρντρε στάθηκε στο ύψος της και τον κοίταξε σθεναρά.
"Δεν το αρνούμαι. Αγαπώ τον Πωλ". Το χαστούκι που της άστραψε, ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Ποτέ δεν την είχαν χτυπήσει οι γονείς της. Ούτε καν όταν ήταν μικρή. Αν αυτό όμως ήταν το τίμημα της αγάπης της, δεν την ένοιαζε να πληρώσει.
"Τι λες, βρε ανόητη; Τι ξέρεις εσύ για την αγάπη; Τι ξέρεις για τη ζωή;"
"Ξέρω ότι τον αγαπώ κι ακόμη περισσότερο ξέρω ότι δε θέλω να παντρευτώ τον Ντιν. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε ο Πωλ, εγώ τον Ντιν δε θα τον έπαιρνα!"
"Αυτός φταίει", είπε ο Κρεγκ κοιτώντας τη με απογοήτευση. "Αυτός σού άλλαξε μυαλά. Εσύ δεν ήσουν έτσι."
"Μπαμπά… Για 'μένα δεν έχει αλλάξει τίποτα. Συνεχίζω να σας αγαπώ. Είστε οι γονείς μου και ξέρω ότι κι εσείς μ' αγαπάτε. Όμως πρέπει να καταλάβετε ότι δεν είμαι μικρό παιδί. Είμαι γυναίκα πια και παίρνω τις δικές μου αποφάσεις. Έχω κάνει την επιλογή μου και ως γονείς έχετε κάθε δικαίωμα να διαφωνείτε με αυτήν. Δεν έχετε όμως το δικαίωμα να με αναγκάσετε να ζήσω σύμφωνα με τις δικές σας επιθυμίες. Θέλω να ζήσω όπως θέλω εγώ". Για λίγο, η Ντέιρντρε ειλικρινά πίστεψε πως τα λόγια της μπήκαν στην καρδιά του πατέρα της και τη μαλάκωσαν. Νόμισε πως είδε στα μάτια του ένα ίχνος κατανόησης για τα συναισθήματα του παιδιού του. Ωστόσο, οι ελπίδες της διαψεύστηκαν πολύ γρήγορα.
"Αν νομίζεις ότι θα επιτρέψω να καταστρέψεις τη ζωή σου και την οικογένεια για μία νεανική επιπολαιότητα, γελιέσαι. Θα παραμείνεις κλειδωμένη στο σπίτι ώσπου να συνέλθεις. Δεν πρόκειται να ξαναδείς τον καλό σου. Θα βγεις από 'δώ μέσα, μόνο όταν είσαι έτοιμη και ώριμη να παντρευτείς τον Ντιν. Μέχρι τότε δε θα βγαίνεις ούτε στον κήπο. Έγινα κατανοητός;", φώναξε αγριεμένος κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Η άτυχη Ντέιρντρε έπεσε στο κρεβάτι της συντετριμμένη. Μέχρι πριν από δύο μέρες όλα στη ζωή της ήταν ρόδινα και ξαφνικά τα πάντα διαλύθηκαν. Δεν άλλαζε όμως γνώμη. Οι γονείς της έπρεπε να αποδεχτούν τον Πωλ πάση θυσία, διαφορετικά θα έπρεπε να ξεγράψουν κι αυτήν. Έπρεπε να βρει τρόπο να επικοινωνήσει μαζί του κρυφά. Τη νύχτα, ενώ όλοι βρίσκονταν σε βαθύ ύπνο στα κρεβάτια τους, η Ντέιρντρε κατέβηκε στο σαλόνι και σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου αποφεύγοντας να κάνει κάποιο θόρυβο μήπως ξυπνούσαν οι γονείς της. Πληκτρολόγησε τον αριθμό του και μετά από ένα μόλις χτύπημα άκουσε τη φωνή του.
"Πωλ…", του είπε τρέμοντας. "Πωλ, δεν αλλάζουν γνώμη. Θα με αναγκάσουν να παντρευτώ τον Ντιν. Τι θα κάνουμε;"
"Μόνο μία λύση υπάρχει, αγάπη μου", δήλωσε αυτός καθώς όλη μέρα σκεφτόταν ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα. "Θα κλεφτούμε."
"Τι;"
"Θα το σκάσουμε. Μόνο αν φύγουμε, θα καταφέρουμε να είμαστε μαζί και δε θα μπορεί να μας χωρίσει κανένας, Ντέιρντρε. Άλλωστε, οι δικοί μας δε θα ξέρουν πού βρισκόμαστε."
"Και θα εξαφανιστούμε για πάντα;"
"Ελπίζω ότι κάποτε θα αποδεχτούν την κατάσταση και θα γυρίσουμε πίσω."
"Δεν ξέρω… Θέλω να είμαστε μαζί αλλά φοβάμαι κιόλας…"
"Μη φοβάσαι, γλυκειά μου. Θα δεις, όλα θα πάνε καλά."
"Εντάξει", του είπε αφού σκέφτηκε πως κοντά στον Πωλ ένοιωθε ασφάλεια. Η αγάπη που τους ένωνε, ήταν ισχυρότερη απ' το άγχος για το αύριο. "Και πού θα πάμε;"
"Εσύ να μην ανησυχείς. Θα τα κανονίσω όλα εγώ. Σε λίγες μέρες θα ξεκινήσουμε την καινούρια μας ζωή", της είπε γεμάτος ενθουσιασμό. "Είσαι ευτυχισμένη;"
"Ναι, αλλά θα είμαι πιο πολύ όταν επιτέλους ζούμε ελεύθεροι", απάντησε χαμογελώντας για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα.
"Μόλις είναι όλα έτοιμα, θα σ' ενημερώσω. Κάνε υπομονή μέχρι τότε, σύμφωνοι;"
"Σύμφωνοι. Σ' αγαπώ πολύ, Πωλ."
"Κι εγώ σ' αγαπώ", της είπε κλείνοντας το τηλέφωνο. Ύστερα πήγε στο δωμάτιό του κι είδε πως ο Άντυ έλειπε. Φαντάστηκε πως θα είχε πάει στο μπάνιο ή να πιει νερό και ξάπλωσε προσπαθώντας να κοιμηθεί. Οι επόμενες μέρες θα ήταν πολύ κουραστικές.
Ο Άντυ είχε μόλις αποκοιμηθεί, όταν ξύπνησε από ένα θόρυβο. Του φάνηκε σαν να έκλεισε μια πόρτα και γύρισε ανάσκελα για να δει τι γινόταν. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και η μόνη πηγή φωτός εκείνη την ξάστερη νύχτα ήταν η πανσέληνος που χάριζε την ασημένια λάμψη της μπαίνοντας απ' το παράθυρο. Κοιτώντας γύρω του με νυσταγμένο βλέμμα είδε ότι ο Πωλ δε βρισκόταν στο κρεβάτι του. Η περιέργεια που φούντωσε μέσα του τον έκανε να σηκωθεί και να βγει στο χωλ αναζητώντας τον αδερφό του. Είδε την πόρτα του σαλονιού μισάνοιχτη και πλησιάζοντας αθόρυβα προς το άνοιγμα αντίκρυσε τον Πωλ να κάθεται στην πολυθρόνα με τα δάχτυλα χωμένα στα καστανά μαλλιά του δείχνοντας πως κάτι σοβαρό τον απασχολούσε. Πάνω που ήταν έτοιμος να πάει κοντά του και να τον ρωτήσει τι τον κρατούσε ξάγρυπνο, χτύπησε το τηλέφωνο κι ο Πωλ σήκωσε αμέσως το ακουστικό. 'Ποιος να είναι τέτοια ώρα;', απόρησε ο Άντυ κι έμεινε για να ακούσει τη συζήτηση.
