Κεφάλαιο Δέκατο Έβδομο

Η Ντέιρντρε ξεκίνησε μια νέα ζωή, μακρυά από τους γονείς της και την οικονομική άνεση που της προσέφεραν μα ελεύθερη να κάνει επιτέλους αυτό που επιθυμούσε η καρδιά της. Μετακόμισε σε άλλη πόλη, βρήκε δουλειά και νοίκιασε ένα σπίτι με κήπο, το οποίο ακόμη κι αν ήταν τόσο μικρό που εύκολα θα χωρούσε στο σαλόνι των γονιών της, ήταν κάτι που ανήκε μόνο σε αυτήν. Επιπλέον, καθώς λάτρευε τη φύση και τη φροντίδα των φυτών, ξεκίνησε σπουδές γεωπονίας, σπουδές τις οποίες οι γονείς της είχαν θεωρήσει εντελώς άχρηστες. Για πρώτη φορά έπαιρνε η ίδια τις αποφάσεις δίχως να επηρεάζεται από κανέναν και τίποτα. Η μοναδική επαφή που είχε κρατήσει με την προηγούμενη ζωή της ήταν ο Πάτρικ με τον οποίο συναντιούνταν τακτικά. Με τον Πωλ δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου ούτε ήξερε πού βρισκόταν. Ο χωρισμός τους ήταν το λάθος που δεν μπορούσε να διορθώσει. Τον είχε πληγώσει τόσο πολύ, που αναγκάστηκε να φύγει μακρυά της για να την ξεχάσει. Ήξερε πως δε θα ήταν ποτέ ξανά μαζί κι έπρεπε να συμφιλιωθεί με την ιδέα της μοναξιάς.

Πέρασε έτσι σχεδόν ένας χρόνος και τότε συνέβη κάτι που μέχρι πριν από λίγο καιρό θα της φαινόταν αδιανόητο: Γνώρισε ξανά την αγάπη. Δεν ήταν το ίδιο με αυτό που ένοιωθε για τον Πωλ όμως ήταν και πάλι ερωτευμένη. Ήταν ένας ευγενικός νέος, που είχε έρθει μερικές φορές ως πελάτης στο μαγαζί όπου εργαζόταν. Γρήγορα της έδειξε το ενδιαφέρον του κι εκείνη δεν έμεινε αδιάφορη. Η σχέση τους ξεκίνησε ιδανικά όμως γρήγορα αυτό άλλαξε. Μόλις η Ντέιρντρε ανακάλυψε πως είχε μείνει έγκυος, άρχισαν τα προβλήματα. Οι γονείς του τούς πίεσαν να παντρευτούν μα ένας τέτοιος γάμος δε θα μπορούσε να πετύχει. Δύο μόλις μήνες πριν γεννηθεί το μωρό, ο άντρας της την εγκατέλειψε κι η Ντέιρντρε βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Χωρίς δουλειά, έγκυος και ολομόναχη. Καταπίνοντας την περηφάνεια της πήγε στους γονείς της ζητώντας μια οποιαδήποτε βοήθεια αλλά οι προσδοκίες της ήταν πολύ υψηλές. Αρνήθηκαν ακόμα και να την ακούσουν κι η Ντέιρντρε για άλλη μια φορά βεβαιώθηκε πως δεν είχε να περιμένει τίποτα από εκείνους. Τουλάχιστον, τη στήριξε ο αδερφός της, ο οποίος ήταν ο μόνος που τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της με όποιο τρόπο μπορούσε. Αυτός την πήγε στο μαιευτήριο για να γεννήσει και αγόρασε όλα τα απαραίτητα για τους πρώτους μήνες του μωρού.

Η Ντέιρντρε κρατούσε τη νεογέννητη κορούλα της στην αγκαλιά λάμποντας από ευτυχία. Αυτό το μωρό ήταν το ωραιότερο πράγμα που είχε κάνει στη ζωή της. Τι σημασία είχε που ο πατέρας του παιδιού δεν ήθελε να φορτωθεί με ευθύνες και υποχρεώσεις; Τι σημασία είχε που ο Κρεγκ κι η Ρενέ δεν ήθελαν καμία σχέση με την κόρη τους από τότε που έφυγε από το σπίτι; Τι σημασία είχε που δε μαλάκωσε τις καρδιές τους ούτε η είδηση της εγκυμοσύνης της και δε θέλησαν ούτε καν να δουν το εγγόνι τους; Η Ντέιρντρε από τη στιγμή που απέκτησε την Πέννυ είχε όλο τον κόσμο και τίποτα δεν ήταν σπουδαιότερο από αυτό το κοριτσάκι.