Κεφάλαιο Δέκατο Όγδοο

"Μαμά... Μαμά;", άκουσε μια φωνή κι ένοιωσε ένα σκούντημα στον ώμο. "Εδώ κοιμήθηκες;"

"Ναι… Φαίνεται με πήρε ο ύπνος στον καναπέ χωρίς να το καταλάβω", είπε η Ντέιρντρε τρίβοντας τον αυχένα της. "Εσύ; Πας στη δουλειά;"

"Άργησα λίγο να ξυπνήσω σήμερα και πρέπει να βιαστώ. Τα λέμε το μεσημέρι."

"Στο καλό". 'Τι νύχτα κι αυτή!', συλλογίστηκε μόλις έμεινε μόνη. Είχε ξυπνήσει τόσο κουρασμένη που ένοιωθε όλο το σώμα της να πονά. Είχε θυμηθεί σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της σε ένα βράδυ. Ο Πωλ υπήρχε πάντα στο μυαλό της μα τον είχε αφήσει κάπου στο βάθος, γιατί η ανάμνησή του την πονούσε ακόμα. Πόσα χρόνια όμως είχε να σκεφτεί τον Άντυ! Τον Άντυ, που εξαιτίας ενός ανόητου λάθους, εξαιτίας του παιδικού του εγωισμού κατέστρεψε τις ζωές του αδερφού του και τη δική της. 'Και τώρα έρχεται να καταστρέψει και την Πέννυ'. Μόλις έκανε αυτή τη σκέψη, η καρδιά της πλημμύρισε από φόβο. 'Όχι… Όχι το κοριτσάκι μου… Πρέπει να κάνω κάτι. Δε θα τον αφήσω να διαλύσει κι αυτήν'.


Αργά το μεσημέρι η Πέννυ επέστρεψε και η μυρωδιά του κοκκινιστού που είχε μαγειρέψει η Ντέιρντρε τη χτύπησε τα ρουθούνια μόλις άνοιξε την πόρτα.

"Πω πω! Κι έχω μια πείνα!", είπε μπαίνοντας στην κουζίνα.

"Καλώς την! Κάθισε να σου βάλω ένα πιάτο". Η Πέννυ άρχισε να τρώει με όρεξη και η μητέρα της κάθισε απέναντί της στο τραπέζι κοιτώντας τη. "Προηγουμένως, σκεφτόμουν ότι σε δύο εβδομάδες έχεις γενέθλια."

"Μμμ…", είπε η Πέννυ με γεμάτο στόμα.

"Τι θα έλεγες να καλέσεις όσους θέλεις εδώ να τα γιορτάσουμε όλοι μαζί. Μπορείς να καλέσεις και τον Άντυ…", είπε με πονηρό βλέμμα.

"Ναι, καλή ιδέα. Θα τον γνωρίσεις κι εσύ, μαμά και είμαι σίγουρη ότι θα τον συμπαθήσεις". Η Ντέιρντρε άρχισε να τρώει αργά δίχως να κάνει κανένα σχόλιο. 'Ναι, σίγουρα θα τον συμπαθήσω'.


[Δύο εβδομάδες αργότερα]

"Καλημέρα, αγάπη μου", απάντησε ο Άντυ.

"Καλημέρα."

"Τι ευχάριστη έκπληξη! Δε συνηθίζεις να μου τηλεφωνείς τόσο νωρίς."

"Λοιπόν, ξέρεις γιατί το κάνω σήμερα;", ρώτησε η Πέννυ και συνέχισε δίχως να χάσει χρόνο. "Την Κυριακή είναι τα γενέθλιά μου και θα συγκεντρωθούμε στο σπίτι μου μερικοί φίλοι. Εννοείται πως είσαι καλεσμένος, βέβαια, όπως και η Έρρικα. Όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα."

"Σύμφωνοι. Θα της τηλεφωνήσω και ύστερα θα σε ενημερώσω". Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, σκέφτηκε να καλέσει αμέσως την Έρρικα.

"Ναι;", ακούστηκε η νυσταγμένη της φωνή.

"Έρρικα, εγώ είμαι. Με συγχωρείς που σε ξύπνησα αλλά δε φανταζόμουν ότι κοιμάσαι ακόμα."

"Στον ύπνο σου μ' έβλεπες πρωί-πρωί; Τι θέλεις;"

"Πήρα να σου πω ότι έχει γενέθλια η Πέννυ την Κυριακή και μας κάλεσε. Λοιπόν, θα έρθεις;"

"Κυριακή. Πέννυ. Γενέθλια. Εντάξει.", είπε κι ετοιμάστηκε να το κλείσει.

"Καλημέρα! Σου έφτιαξα πρωινό", ακούστηκε μια χαρούμενη φωνή. Μια γνωστή φωνή. Η Έρρικα τον κοίταξε και του έκανε νόημα να σωπάσει.

"Είναι κάποιος μαζί σου;", τη ρώτησε ο Άντυ μετά από μερικές στιγμές αμηχανίας.

"Εμ… Ναι… Δηλαδή… Ένας φίλος που φιλοξενώ αυτές τις μέρες…"

"Μάλιστα", σχολίασε. "Και δε μου λες...", συνέχισε, "έπαθε κάτι το σπίτι του Τίμοθυ και αναγκάζεσαι να τον φιλοξενείς εσύ;"

"Τι; Άντυ; Δε σ' ακούω καλά… Πρέπει να κλείσω. Γεια", είπε η Έρρικα κλείνοντας βιαστικά το τηλέφωνο κι αμέσως κοίταξε εκνευρισμένη τον Τίμοθυ, ο οποίος στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι κρατώντας το γεμάτο δίσκο. "Αμάν, βρε Τίμοθυ! Σε άκουσε ο Άντυ και τώρα θα αρχίσει τις ερωτήσεις. Να δω πώς θα ξεμπλέξω!"

"Με συγχωρείς. Δεν ήξερα ότι μιλούσες στο τηλέφωνο. Ήθελα να σου πω ότι έφερα πρωινό", της είπε διώχνοντας μεμιάς το θυμό της.

"Σ' ευχαριστώ πολύ", είπε ακουμπώντας το δίσκο στα πόδια της. Ήπιε τη φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα κι αυτός κάθισε δίπλα της παίρνοντας ένα κρουασάν. "Εγώ πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη. Δεν έπρεπε να σου φωνάξω". Ο Τίμοθυ την κοίταξε και χάιδεψε τρυφερά το μάγουλό της. "Είσαι πολύ καλός. Δε θυμάμαι να μου έχει ετοιμάσει πρωινό άλλος άνδρας. Κάποιες φορές, μάλιστα, δεν είναι καν εδώ όταν ξυπνάω", είπε με ένα ίχνος απογοήτευσης στη φωνή κι ο Τίμοθυ αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Πώς γινόταν οι άλλοι να μη βλέπουν αυτό που έβλεπε εκείνος; Είχε γνωρίσει την Έρρικα πριν από πέντε μήνες, μόλις είχε μετακομίσει στο καινούριο του διαμέρισμα. Ένα βράδυ είχαν συνεννοηθεί με τον Άντυ να πιουν ένα ποτό στο μπαρ που δούλευε και φεύγοντας τού χτύπησε το κουδούνι. Την πόρτα άνοιξε η Έρρικα κι αυτός βρέθηκε αναπάντεχα μπροστά σε μια καλλονή. Αυτό σκέφτηκε μόλις την πρωτοείδε. Δεν πίστευε ποτέ ότι θα του συνέβαινε κάτι τέτοιο όμως την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Είχε μείνει εκεί και την κοιτούσε χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Με δυσκολία τής εξήγησε ότι είναι φίλος του Άντυ κι έμενε στο διπλανό διαμέρισμα. Από τότε είχαν συναντηθεί αρκετές φορές αλλά ποτέ δεν κατάφερε να της εκφράσει ξεκάθαρα το θαυμασμό του. Είχε δει πολλές γυναίκες στη ζωή του μα καμία δεν του είχε προξενήσει τόση εντύπωση. Η Έρρικα ήταν όμορφη και πολύ γοητευτική. Όμως καθώς τη γνώριζε καλύτερα, κατάλαβε πόσα ακόμα προτερήματα είχε. Ήταν έξυπνη, μπορούσε να της μιλάει για ώρες ολόκληρες… Με λίγα λόγια, η Έρρικα είχε την πιο ξεχωριστή προσωπικότητα από όσους ανθρώπους είχε γνωρίσει. "Γιατί με κοιτάζεις έτσι;", τον ρώτησε επαναφέροντάς τον ξαφνικά στην πραγματικότητα. Εκείνος έμεινε για λίγο σιωπηλός ψάχνοντας τρόπο να της εκφράσει όλα όσα ένοιωθε.

"Αν σου πω, θα με κοροϊδέψεις."

"Σου υπόσχομαι ότι θα σε ακούσω με απόλυτη σοβαρότητα."

"Θα σου το πω κατευθείαν", της είπε κι εκείνη τον κοίταζε περιμένοντας να μιλήσει. "Είμαι ερωτευμένος μαζί σου", ομολόγησε κι η Έρρικα τον κοίταξε αποσβολωμένη. "Από την πρώτη στιγμή που σε είδα... Ύστερα, όσο περισσότερο σε γνωρίζω, τόσο πιο βαθιά σ' αγαπώ. Δεν ξέρω αν το είχες καταλάβει... Αυτό που μου συμβαίνει, πάντως, είναι πρωτόγνωρο και δεν άντεχα να μην το μοιραστώ μαζί σου."

"Δε… Δεν ξέρω τι να πω…", είπε η Έρρικα σαστισμένη.

"Δε χρειάζεται να πεις κάτι αυτή τη στιγμή. Απλώς... Αν νοιώθεις κι εσύ κάτι για 'μένα, δώσε μου μια ευκαιρία. Αν όχι, πες το μου ξεκάθαρα. Σου υπόσχομαι ότι θα σε αφήσω ήσυχη και ότι δεν πρόκειται να αναφερθώ ξανά σε αυτό που συνέβη μεταξύ μας. Δε χρειάζεται να νοιώθεις άβολα ή άσχημα. Για εμένα, αυτό που μοιραστήκαμε… Ξέρεις, εγώ όταν σε κοιτάζω... Βλέπω μια θεά μπροστά στα μάτια μου. Και μόνο το γεγονός ότι βρίσκεσαι εδώ αυτή τη στιγμή σημαίνει πολλά για 'μένα και δεν ξέρω αν θα μπορούσα να σου ζητήσω περισσότερα…". Η Έρρικα δεν ήξερε τι να πει, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της. Τα λόγια του τη βρήκαν απροετοίμαστη, διότι ποτέ δε φανταζόταν ότι θα τα άκουγε. Κανείς δεν της είχε μιλήσει έτσι. Αυτή η ερωτική εξομολόγηση ήταν ό,τι πιο γλυκό είχε ακούσει.

"Καλέ μου Τίμοθυ...", είπε συνειδητοποιώντας ότι δεν είχε μιλήσει για αρκετή ώρα, "μακάρι να μπορούσα να πω ότι αισθάνομαι κι εγώ όπως εσύ μα… Εάν πω κάτι τέτοιο, δε θα είμαι ειλικρινής". Τα λόγια της έφεραν ένα θλιμμένο χαμόγελο στο πρόσωπό του. "Μην πιστέψεις πως δε νοιάζομαι για 'σένα. Νοιάζομαι και πολύ μάλιστα. Ομως πρέπει να καταλάβεις ότι μια τέτοια σχέση είναι δύσκολο να πετύχει."

"Τι εννοείς;", τη ρώτησε κι εκείνη ξεφύσηξε.

"Ας πούμε, πριν με αποκάλεσες 'θεά'."

"Όντως. Γιατί έτσι σε βλέπω", είπε και της χαμογέλασε γλυκά. "Είσαι μια θεά, κορίτσι μου. Εξωτερικά κι εσωτερικά."

"Μα δεν είμαι θεά, Τίμοθυ. Είμαι μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες."

"Δε θα το έλεγα!", είπε αυτός κι η Έρρικα τον χτύπησε παιχνιδιάρικα στο στέρνο.

"Τίμοθυ, μιλάω σοβαρά", είπε και το ύφος της συννέφιασε. "Όποιος με συναντήσει, νομίζει ότι βρήκε την τέλεια γυναίκα. Αλλά εγώ δεν είμαι τέλεια, ξέρεις. Ποτέ δεν ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες τους, γιατί έχω ελαττώματα. Είμαι ξεροκέφαλη, σπάταλη και δύστροπη στις σχέσεις μου. Οι ελάχιστοι που έχουν μείνει κοντά μου τόσο ώστε να το καταλάβουν, κατευθείαν το έβαλαν στα πόδια. Οι περισσότεροι έχουν φύγει προτού προλάβουν να με γνωρίσουν τόσο καλά. Γι' αυτό σου λέω… Ας το αφήσουμε καλύτερα. Θα απογοητεύσω κι εσένα, όπως τους προηγούμενους". Ο Τίμοθυ κράτησε τα χέρια της για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα τα φίλησε.

"Μπορώ να μιλήσω κι εγώ τώρα;"

"Μίλα", είπε με κατεβασμένο κεφάλι.

"Καταρχήν, ίσως εγώ να είμαι αυτός που θα απογοητεύσει εσένα. Είμαι λίγο γκρινιάρης και υπερβολικός στις αντιδράσεις μου κι ίσως να σε κουράσω. Άρα, έχουμε και οι δύο τα προτερήματα και τα μειονεκτήματά μας. Εσύ, Έρρικα, είσαι ξεροκέφαλη, σπάταλη και δύστροπη. Είσαι όμως και πανέξυπνη, είσαι η καλύτερη φίλη που θα μπορούσε να έχει κανείς, ενδιαφέρεσαι για τον κόσμο γύρω σου, προσφέρεις απλόχερα βοήθεια σε όποιον έχει ανάγκη, είσαι αστεία και όταν καταπιάνεσαι με κάτι, το κάνεις τέλειο. Αυτά είναι όσα γνωρίζω για 'σένα είτε από προσωπική εμπειρία είτε από αυτά που μου έχει πει ο Άντυ. Θέλω όμως να μάθω όλα όσα σε αφορούν. Αν ο χαρακτήρας σου έχει κι άλλα αρνητικά στοιχεία, θέλω να τα δω. Αν έχεις πιο πολλά πλεονεκτήματα, που είμαι σίγουρος ότι έχεις, θέλω να τα μάθω κι αυτά. Ξέρω πως μέχρι τώρα απέφευγες τα συναισθήματα από φόβο μήπως πληγωθείς πάλι όμως ήρθε πια η ώρα να αλλάξεις τακτική. Έρρικα, είσαι ό,τι ωραιότερο έχει συμβεί στη ζωή μου και δε σκοπεύω να σε χάσω. Ονειρεύομαι να προχωρήσουμε μαζί στη ζωή. Δεν ξέρω πού θα μας οδηγήσει αυτό αλλά είμαι διατεθειμένος να παλέψω για τη σχέση μας."

"Τώρα, δηλαδή… Εμείς οι δύο έχουμε σχέση;", τον ρώτησε με μια υποψία χαμόγελου.

"Πρέπει να σε ενημερώσω πως εγώ δεν είμαι άντρας της μιας βραδιάς", της είπε σκύβοντας μπροστά για να τη φιλήσει ενώ εκείνη άφησε στο πλάι το δίσκο με το μισοφαγωμένο πρωινό.