Κεφάλαιο Δέκατο Ένατο
Ο κυριακάτικος ήλιος μπήκε από το παράθυρο ξυπνώντας τη Χέδερ, η οποία άνοιξε τα μάτια και είδε να κοιμάται πλάι της ο Ντιν. Ήταν ένα θέαμα που αντίκρυζε σπάνια, γι' αυτό ήθελε να απολαύσει τη στιγμή. Δεν κράτησε πολύ όμως αφού η Άννι όρμησε στο κρεβάτι.
"Μαμά! Μπαμπά!", φώναξε πέφτοντας στην αγκαλιά της ενώ ο Ντιν ξύπνησε και τεντώθηκε.
"Τι κάνει η πριγκήπισσά μου;", είπε δίνοντας ένα γλυκό φιλί στην κόρη του ενώ η Χέδερ καμάρωνε.
"Αγάπη μου...", του είπε, "τι θα έλεγες να πάμε μια εκδρομή σήμερα; Είναι Κυριακή κι έχει τόσο ωραία μέρα."
"Ναι, σε παρακαλώ, μπαμπά!". Ο Ντιν το σκέφτηκε για λίγο αλλά βλέποντας τον ενθουσιασμό της Άννι δεν μπορούσε να αρνηθεί. "Γιούπι!", φώναξε το κορίτσι και αμέσως η οικογένεια ετοιμάστηκε για την κυριακάτικη εξόρμηση.
Ενθουσιασμός όμως επικρατούσε και στο σπίτι της Πέννυ και της Ντέιρντρε καθώς γίνονταν ετοιμασίες για το πάρτυ γενεθλίων. Τα πάντα ήταν στην εντέλεια το απόγευμα για να υποδεχτούν τους καλεσμένους που άρχισαν σιγά-σιγά να καταφθάνουν με πρώτη απ' όλους την Αμάντα ενώ ύστερα ήρθαν μερικοί φίλοι και γείτονες.
Ο Άντυ πέρασε με το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι της Έρρικας και την περίμενε να κατέβει. Ύστερα από λίγα μόνο λεπτά εμφανίστηκε με ένα φωτεινό, κίτρινο φόρεμα, μπήκε στο αμάξι, χαιρέτησε τον Άντυ και περίμενε να ξεκινήσουν. Αλλά παρέμεναν στο ίδιο σημείο. Έριξε μια ματιά στον οδηγό κι είδε να την κοιτάζει με πονηρό ύφος.
"Λοιπόν, δε θα μου πεις;"
"Τι πράγμα;", είπε η Έρρικα ατάραχη.
"Τι τρέχει με τον Τίμοθυ;"
"Αν καθυστερήσουμε κι άλλο, η Πέννυ θα σβήσει τα κεράκια της τούρτας πριν φτάσουμε", είπε προσπαθώντας να αποφύγει το θέμα όμως ο Άντυ δε σκόπευε να της κάνει το χατήρι.
"Από πού κι ως πού;", είπε βάζοντας μπροστά τη μηχανή και μιλώντας συγχρόνως.
"Άντυ, δε θα εισέλθω σε λεπτομέρειες!"
"Μα δε σου ζήτησα κάτι τέτοιο. Απλώς, μου κάνει εντύπωση. Δεν είχες δείξει ποτέ ότι ενδιαφέρεσαι ερωτικά για τον Τίμοθυ."
"Το ξέρω… Σκέφτηκα να του δώσω μια ευκαιρία, αυτό είναι όλο", είπε κι αυτός χαμογέλασε.
"Και;", τη ρώτησε ύστερα. Η Έρρικα δεν έδωσε απάντηση. Δεν ήταν ακόμη έτοιμη να μιλήσει σε κανένα γι' αυτό το θέμα. Η αλήθεια ήταν ότι δεν το είχε ξεκαθαρίσει ούτε μέσα της.
"Κάποια στιγμή θα το συζητήσουμε. Όχι όμως τώρα", του είπε κι ο Άντυ αποφάσισε να μην την πιέσει περισσότερο. Μετά από λίγη ώρα έφτασαν στον προορισμό τους. Χτύπησαν το κουδούνι και άνοιξε την πόρτα η Πέννυ. "Χρόνια πολλά!", ευχήθηκαν με μια φωνή.
"Σας ευχαριστώ! Περάστε. Από εδώ, στην τραπεζαρία. Μπορείτε να πάρετε ό,τι θέλετε". Η Έρρικα προχώρησε προς τον μπουφέ ενώ ο Άντυ έμεινε πιο πίσω με την Πέννυ.
"Αυτά είναι για 'σένα", είπε προσφέροντας στην εορτάζουσα μια πολύχρωμη ανθοδέσμη.
"Σ' ευχαριστώ πολύ. Είναι θαυμάσια", είπε φιλώντας τον. "Πέρασε μέσα. Εγώ θα βάλω τα λουλούδια σε ένα βάζο και επιστρέφω αμέσως". Ο Άντυ θα προτιμούσε να έμεναν εκεί μόνοι τους όλο το βράδυ μα παρ' όλα αυτά, προχώρησε στο βάθος του δωματίου και πήρε μια λεμονάδα απ' το τραπέζι. Πίνοντας κοίταζε γύρω τους καλεσμένους, από τους οποίους γνώριζε μόνο την Έρρικα και την Αμάντα. Το θεώρησε απολύτως λογικό. Ούτε η Πέννυ ήξερε τον κύκλο του. Ωστόσο, μέσα σε εκείνα τα άγνωστα ως επί το πλείστον πρόσωπα, ξεχώρισε ένα. Μια γυναίκα περίπου στην ηλικία του, αρκετά όμορφη, η οποία τού θύμιζε κάτι μα δεν μπορούσε να διευκρινίσει τι ακριβώς ήταν. Σκέφτηκε για λίγο μήπως την είχε δει κάπου με την Πέννυ, μήπως ήταν συνάδελφός της όμως όχι… Ήταν κάτι άλλο. Ήταν ένα παράξενο συναίσθημα σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί ένα όνειρο. Έμοιαζε κάτι πολύ μακρινό μα συνάμα τριγύριζε στο μυαλό του σαν να ήταν τόσο ξεκάθαρο όμως αυτός δεν κατάφερνε να το δει. "Να 'μαι κι εγώ!", είπε η Πέννυ που εμφανίστηκε δίπλα του ξαφνικά τρομάζοντάς τον λίγο. Τη φίλησε και την κράτησε απαλά από τη μέση.
"Λοιπόν, δε θα με συστήσεις στους φίλους σου;"
"Ασφαλώς", αποκρίθηκε η Πέννυ. "Πρώτα-πρώτα, στη μητέρα μου. Μαμά;", είπε κι εκείνη η γυναίκα που του είχε κινήσει τόσο την περιέργεια στράφηκε προς το μέρος τους κι αφού δικαιολογήθηκε στην παρέα της, πλησίασε το ζευγάρι. 'Η μητέρα της; Αυτό είναι, λοιπόν; Μου θύμισε την Πέννυ;', αναρωτήθηκε ο Άντυ. "Μαμά, να σου συστήσω τον κύριο Άντυ Πάττον. Από εδώ η μητέρα μου, Ντέιρντρε". Στο άκουσμα αυτού του ονόματος, ο Άντυ ένοιωσε σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Δεν του είχε θυμίσει την Πέννυ. Του είχε θυμίσει την Ντέιρντρε… Γιατί ήταν η Ντέιρντρε!
"Χαίρω πολύ", του είπε εκείνη μα αυτός άκουσε τη φωνή της σαν να ερχόταν από πολύ μακρυά.
"Κι εγώ…", κατάφερε να πει με μεγάλη δυσκολία.
"Η Πέννυ μού έχει μιλήσει με τα καλύτερα λόγια κι ανυπομονούσα τόσο να σας γνωρίσω", είπε η Ντέιρντρε με τόση χαρά και ευγένεια που για μια στιγμή ο Άντυ σκέφτηκε πως είχε κάνει λάθος. Αλλά δεν ήταν δυνατόν. Η γυναίκα που στεκόταν μπροστά του ήταν όντως η Ντέιρντρε, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Όσο περισσότερο την κοίταζε, τόσο βεβαιωνόταν. 'Όμως γιατί φέρεται σαν να μη με αναγνωρίζει; Σίγουρα θα έχει καταλάβει ποιος είμαι. Γιατί;', σκεφτόταν αδιάκοπα και μετά το κατάλαβε. 'Δεν έχει μιλήσει στην Πέννυ'. "Ίσως θα ήταν καλύτερα να συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή με περισσότερη ησυχία για να γνωριστούμε καλύτερα. Τι λέτε κι εσείς, κύριε Πάττον;"
"Βεβαίως… Κάποια άλλη στιγμή."
"Με συγχωρείτε τώρα. Νομίζω πως έφτασε η ώρα για την τούρτα". Το πρόσωπο της Πέννυ έλαμπε καθώς στεκόταν μπροστά στην τούρτα με τα αναμμένα κεράκια κι όλους τους αγαπημένους της να τραγουδούν το τραγούδι των γενεθλίων. Ύστερα όλοι σερβιρίστηκαν και το πάρτυ συνεχίστηκε με άφθονο κέφι. Το ύφος του Άντυ, βέβαια, μόνο κεφάτο δεν ήταν. Κρατούσε το πιάτο του κι έμοιαζε σαν χαμένος. Η Πέννυ το παρατήρησε και πήγε κοντά του.
"Άντυ, αγάπη μου, είσαι καλά;"
"Με έπιασε ξαφνικά ένας φοβερός πονοκέφαλος… Νομίζω πως πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου, να ξαπλώσω λίγο. Με συγχωρείς που φεύγω τόσο νωρίς...", της είπε κι εκείνη τον αγκάλιασε.
"Τι είναι αυτά που λες; Αν δεν αισθάνεσαι καλά, να πας να ξεκουραστείς", του είπε κι έπειτα αυτός προχώρησε προς την έξοδο. "Άντυ;", τον διέκοψε.
"Ναι;"
"Η Έρρικα είναι ακόμα μέσα", του υπενθύμισε κι εκείνος έπιασε το μέτωπό του. "Μείνε εδώ και θα πάω να τη φωνάξω εγώ, εντάξει;". Ο πονοκέφαλος που επικαλέστηκε δεν ήταν απλά μια δικαιολογία. Ένοιωθε πραγματικά πως το κεφάλι του κόντευε να σπάσει. Πήγε ως το φράχτη και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Ο κρύος, βραδυνός αέρας τού έκανε καλό όμως η πρόσφατη ανακάλυψη δεν του επέτρεψε να αισθανθεί πολύ καλύτερα.
"Άντυ; Πώς είσαι;", ρώτησε η Έρρικα πιάνοντας τον φίλο της από τον ώμο γεμάτη ανησυχία.
"Καλύτερα", της είπε. "Λυπάμαι που πρέπει να φύγεις κι εσύ νωρίτερα."
"Δεν πειράζει. Σημασία έχει να νοιώθεις καλά. Δώσε μου τα κλειδιά σου."
"Γιατί;"
"Δεν πρόκειται να σε αφήσω να οδηγήσεις σ' αυτή την κατάσταση, Άντυ", είπε απλώνοντας το χέρι. Αυτός τής έδωσε απρόθυμα τα κλειδιά του αυτοκινήτου και την άφησε να τον πάει ως το σπίτι.
