Κεφάλαιο Εικοστό
Ο Άντυ πέρασε όλη τη νύχτα ξάγρυπνος εξαιτίας των πρόσφατων αποκαλύψεων. 'Πάντα θα με κυνηγάει το παρελθόν;', αναρωτιόταν ώσπου να χαράξει, οπότε αποφάσισε να πάει στο γραφείο του, μήπως μπορούσε να ξεχαστεί μελετώντας κάποια υπόθεση αλλά μάταιος κόπος. Δεν κατάφερε να συγκεντρωθεί ούτε για ένα λεπτό. Καθώς δεν είχε νόημα να κάθεται άλλο εκεί, μπήκε στο αμάξι και ξεκίνησε για το σπίτι της Χέδερ. Ίσως αν περνούσε λίγο χρόνο με την αδερφή και την ανηψιά του να έφτιαχνε κάπως η διάθεσή του. Μόλις έφτασε, πάρκαρε πλάι στο πεζοδρόμιο μα δεν κατέβηκε. Κοίταξε απ' έξω την Άννι να παίζει χαρούμενη στον κήπο την ώρα που οι γονείς της απολάμβαναν το πρωινό τους. Ο Άντυ έβαλε μπρος ξανά και συνέχισε να οδηγεί. Πάντοτε απέφευγε τον Ντιν αλλά ειδικά εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να ξεφύγει από το παρελθόν. Ένα παρελθόν που ο γαμπρός του τού το θύμιζε.
Η οικογένεια του Ντιν ήταν η πιο εύπορη της χώρας, πλουσιότερη ακόμα κι απ' της Ντέιρντρε. Ο μοναχογιός τους μεγάλωσε στα πούπουλα κι από τότε που ενηλικιώθηκε, όλοι άρχισαν να τον θεωρούν τον πιο περιζήτητο εργένη. Εκείνος χρησιμοποιούσε ασύστολα την περιουσία των γονιών του, τη δύναμη του ονόματός του και την ομολογουμένως πολύ καλή εξωτερική του εμφάνιση για να διασκεδάζει σε κοσμοπολίτικες τοποθεσίες περιτριγυρισμένος συνεχώς από αιθέριες υπάρξεις. Ο παραλίγο γάμος του με την Ντέιρντρε ήταν κάτι που δεν τον ενδιέφερε καθόλου, όπως και εκείνη. Είχε δεχτεί όμως επειδή ήθελε να κάνει το χατήρι στον πατέρα του, ο οποίος είχε ακριβώς τον ίδιο τρόπο σκέψης με τον Κρεγκ κι επιθυμούσε μια πλούσια νύφη για το γιο του. Όταν όμως η Ντέιρντρε διέλυσε τον αρραβώνα, ο Ντιν βρήκε την ευκαιρία να συνεχίσει ελεύθερα την εργένικη ζωή του. Πέρασαν έτσι αρκετά χρόνια μέχρι τη γνωριμία του με τη Χέδερ. Έως τότε είχε αναλάβει τις επιχειρήσεις της οικογένειας και έπαιρνε πλέον αυτός τις αποφάσεις. Την πλησίασε ο ίδιος, παρόλο που εκείνη δεν προερχόταν από κάποια πλούσια οικογένεια, επειδή είχε αποφασίσει πως δίπλα σε μία τέτοια γυναίκα θα μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του. Η Χέδερ αρχικά ήταν αρνητική στο φλερτ του όμως με την επιμονή του κατάφερε όχι απλώς να την κερδίσει αλλά και να την κάνει να τον ερωτευτεί τρελά. Από την άλλη πλευρά, ο Άντυ διατηρούσε πολλές επιφυλάξεις. Γνώριζε καλά τον χαρακτήρα του Ντιν και πίστευε ότι δε θα μπορούσε να κάνει την αδερφή του ευτυχισμένη. Γι' αυτό, όταν της έκανε πρόταση γάμου, ο Άντυ τής ξεκαθάρισε πως ήταν εντελώς αντίθετος. Η Χέδερ όμως δεν άκουγε τίποτα. Ενώ από μικρό παιδί ήταν λογική με μετρημένο χαρακτήρα, δίπλα στον Ντιν είχε αλλάξει. Ο έρωτάς της για αυτόν την τύφλωνε και την έφερε σε ρήξη με τον αδερφό της, τον αδερφό που πάντα υπολόγιζε και σεβόταν. Πολύ σύντομα ο Άντυ κατάλαβε ότι τα λόγια του πήγαιναν στο βρόντο. Η Χέδερ ήταν ξετρελαμένη με τον Ντιν και θα τον παντρευόταν με ή χωρίς την ευλογία του μεγάλου της αδερφού. Συνειδητοποίησε, επίσης, πως εάν συνέχιζε να εναντιώνεται σε αυτή τη σχέση, θα έχανε την αδερφή του οριστικά κι αυτό δεν επρόκειτο ποτέ να επιτρέψει να συμβεί. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να αποδεχτεί το γάμο και τον Ντιν, για να κρατήσει ενωμένη την οικογένειά του. Στην αρχή είχε μια ελπίδα ότι η Χέδερ θα καταλάβαινε το λάθος της και θα έπαιρνε διαζύγιο αλλά είχε πέσει έξω. Η γέννηση της Άννι σφράγισε το γάμο τους ακόμα πιο πολύ.
"Τι τα θυμήθηκα όλα αυτά;", είπε χτυπώντας το χέρι του στο τιμόνι. Το κινητό του κουδούνισε δείχνοντας πως είχε δεχτεί ένα μήνυμα κι ο Άντυ σταμάτησε στην άκρη του δρόμου για να το διαβάσει. Έσφιξε το σαγόνι του, άφησε το κινητό και συνέχισε τη διαδρομή. Μετά από αρκετή ώρα έφτασε έξω από μία ήσυχη καφετέρια. Κατέβηκε από το αμάξι και μπήκε μέσα κοιτώντας ολόγυρα. Στο χώρο πλανιόταν το άρωμα του ξύλου και του φρέσκου καφέ. Σε ένα τραπέζι στη μέση καθόταν μια οικογένεια ενώ στη γωνία κοντά στο αναμμένο τζάκι απολάμβανε τη ζεστή φωτιά ένα νεαρό ζευγάρι. Ο Άντυ προχώρησε αργά προς το τραπέζι που βρισκόταν ακριβώς απέναντι και τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει.
"Καλώς τον", είπε η γυναίκα που τον περίμενε πίνοντας ένα φλυτζάνι τσάι.
"Γεια σου, Ντέιρντρε", χαιρέτησε ο Άντυ και κάλεσε τον σερβιτόρο.
