Κεφάλαιο Εικοστό Πρώτο

"Ήμουν σίγουρος ότι θα επικοινωνούσες μαζί μου", είπε πίνοντας μια γουλιά απ' τον καφέ που παρήγγειλε. "Δε μου μίλησες τότε για όσα έγιναν. Ήρθε η ώρα να τα πεις μαζεμένα."

"Τολμάς να με ειρωνεύεσαι, Άντυ; Εξαιτίας σου έχασα τα πάντα και τώρα υποκρίνεσαι τον αθώο;"

"Δε σε ειρωνεύομαι, Ντέιρντρε, ούτε είπα ποτέ πως δεν έφταιξα", δήλωσε κοιτώντας την κατάματα κι αυτή ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της. "Έμαθα ότι θα έφευγε μαζί σου", συνέχισε. "Φοβήθηκα ότι θα τον έχανα για πάντα κι αντέδρασα υπερβολικά. Χωρίς να σκεφτώ τίποτα. Ήθελα μόνο να τον εμποδίσω από το να εξαφανιστεί απ' τη ζωή μου."

"Και τι κέρδισες;", τον ρώτησε με εμφανή την απογοήτευση στη φωνή της. "Τον χάσαμε και οι δύο". Ο Άντυ έμεινε για λίγο με το κεφάλι κατεβασμένο.

"Έχεις δίκιο. Πλήρωσα ακριβά για αυτό που σας έκανα."

"Πλήρωσες;", σχολίασε η Ντέιρντρε.

"Φυσικά. Έχασα τον αδερφό μου… Έχασα κι εσένα."

"Σε εμπιστευόμουν. Ήσουν ο καλύτερός μου φίλος. Ίσως ο μοναδικός φίλος που είχα ποτέ, γιατί ήσουν πάντα αληθινός και αγνός. Σε θεωρούσα αδερφό μου. Κι εσύ πώς μου το ξεπλήρωσες; Κατέστρεψες την ευτυχία μου. Αυτό έκανες, Άντυ". Εκείνος δεν είχε τη δύναμη να μιλήσει. Δεν έβρισκε τρόπο να την αντικρούσει, επειδή δεν είχε άδικο. Όλα όσα του έλεγε, ήταν η αλήθεια. Κάτι που τον έφερνε σε ακόμα πιο δύσκολη θέση.

"Ντέιρντρε, ό,τι και να μου πεις, το έχω ήδη πει στον εαυτό μου χιλιάδες φορές. Ο πρώτος που κατηγορεί εμένα για όσα συνέβησαν, είμαι εγώ."

"Και πολύ καλά κάνεις."

"Δεν έχεις μιλήσει καθόλου για όλα αυτά στην Πέννυ;", της είπε ύστερα.

"Τι να της πω; Για το παρελθόν μου; Για το γεγονός ότι θα μπορούσε να είχε μεγαλώσει σε μια πλούσια οικογένεια αλλά οι γονείς μου της στέρησαν αυτό το δικαίωμα; Όχι, δεν της έχω πει τίποτα. Από την παλιά μου ζωή μόνο τον Πάτρικ έχω κρατήσει. Είναι ο μοναδικός που μας έχει βοηθήσει όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά η Πέννυ ξέρει μόνο ότι έχει ένα θείο. Χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες". Ο Άντυ έτρεμε να ξεστομίσει την επόμενη ερώτηση. Μόλις η Πέννυ τού σύστησε τη μητέρα της, ήρθαν στο μυαλό του όλες εκείνες οι αναμνήσεις. Αφού πέρασε το αρχικό σοκ όμως κυριεύτηκε από υποψίες. Μήπως είχε συμβεί κάτι που αυτός δε γνώριζε; Δεν ήταν έτοιμος να ακούσει την αλήθεια μα έπρεπε να μάθει.

"Ντέιρντρε, η Πέννυ…", προσπάθησε να πει αλλά δυσκολευόταν να αρθρώσει τις λέξεις. "Η Πέννυ… Είναι παιδί…; Είναι…;"

"Με ρωτάς αν η Πέννυ είναι κόρη του αδερφού σου;", ολοκλήρωσε την ερώτηση η Ντέιρντρε και ο Άντυ κράτησε την ανάσα του για τα επόμενα δευτερόλεπτα. "Πολύ θα ήθελα να σου πω ότι είναι. Μα δε θα πω ψέματα. Όχι για χάρη σου, βέβαια. Για εκείνη. Δε θα πλήγωνα ποτέ το παιδί μου με αυτόν τον τρόπο". Ο Άντυ ξεφύσηξε τρέμοντας ολόκληρος. Αν η Πέννυ ήταν παιδί του Πωλ, δε θα άντεχε αυτή την ντροπή. Η ιδέα και μόνο τού προκάλεσε ανατριχίλα. "Δεν έχω το δικαίωμα να πω στην Πέννυ τι να κάνει στη ζωή της", συνέχισε η Ντέιρντρε με σοβαρό ύφος. "Αν επιθυμεί να είναι μαζί σου, εγώ δεν μπορώ να την εμποδίσω. Ωστόσο, θα το εκτιμούσα, αν την απομάκρυνες εσύ από κοντά σου."

"Εγώ;", επανέλαβε αυτός.

"Ναι."

"Μα γιατί να το κάνω;"

"Διότι αυτό είναι το καλύτερο για την Πέννυ."

"Τι κάνεις τώρα;", απόρησε ο Άντυ. "Επαναλαμβάνεις τα λάθη των γονιών σου;"

"Μη με συγκρίνεις με τους γονείς μου! Αυτό είναι τελείως διαφορετικό", του είπε εκνευρισμένη μα ύστερα ηρέμησε. "Αυτό που ξέρω… Αυτό που έχω δει σε εσένα, Άντυ, είναι πως όποιος βρίσκεται κοντά σου, πληγώνεται. Οι γονείς σου, τα αδέρφια σου, εγώ… Είναι σαν να είσαι καταραμένος να μοιράζεις δυστυχία σε αυτούς που σε αγαπούν."

"Δεν ισχύει αυτό…"

"Κι όμως. Σκέψου το: Οι γονείς σου σκοτώθηκαν, ο αδερφός σου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα πάντα μετά την προδοσία σου, η αδερφή σου παντρεύτηκε έναν άντρα που δεν της αξίζει κι εγώ έχασα αυτόν που αγαπούσα, την οικογένεια, το σπίτι μου και τη ζωή που ήξερα προτού σε γνωρίσω. Σου φαίνεται τόσο παράξενο, λοιπόν, που θέλω να αποτρέψω την κόρη μου από το να έχει την ίδια τύχη με εμάς;"

"Πιστεύεις ότι θα έκανα κακό στην Πέννυ; Δε θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Την αγαπώ, Ντέιρντρε", είπε με αποφασιστικότητα.

"Μήπως δεν αγαπούσες την οικογένειά σου; Μήπως δε νοιαζόσουν για 'μένα;", είπε ακουμπώντας τους αγκώνες στο τραπέζι και πλησιάζοντας το πρόσωπό της στο δικό του. "Μήπως δεν αγαπούσες εκείνη;". Το ύφος του πάγωσε και δεν έδωσε καμία απόκριση. "Μην ξεχνάς ότι γνωρίζω τα πάντα για 'σένα, φίλε μου και όλα συμφωνούν με αυτό που σου είπα πριν από λίγο. Όποιος σε αγαπήσει, παθαίνει κακό κι εγώ δεν πρόκειται να αφήσω την κόρη μου να πέσει θύμα της κατάρας σου. Όσο για 'σένα, αν την αγαπάς, όπως λες, άσ' τη να φύγει. Μην την καταστρέψεις κι αυτήν. Αρκετό κακό έχεις ήδη προκαλέσει", του είπε και βγάζοντας ένα χαρτονόμισμα από την τσάντα της πλήρωσε το λογαριασμό και τον άφησε μόνο.