Άκουγα θορύβους. Φωνές. Σειρήνες μέχρι και γαβγίσματα σκύλων. Δεν ακούγονταν πολύ καθαρά, γι'αυτό και μάλλον να ήταν ψευδαισθήσεις λόγω του ότι είχα χάσει τις αισθήσεις μου. Μισάνοιξα τα μάτια μου και διέκρινα ένα μοβ ταβάνι. Λίγα μέτρα πιο πέρα φαίνονταν μια μάζα από μαλλιά σκατζόχοιρου. Στεκόταν εκεί και κοιτούσε κάτι.
Σε λίγο κατάλαβα ότι βρισκόμουν μέσα στο ελικόπτερο ξαπλωμένη σε στρώμα. Φαίνεται πως παρατήρησαν ότι ήμουν πεσμένη χάμω στον δρόμο κι έτσι με μάζεψαν. Πάλι καλά δηλαδή που ξύπνησα σε ελικόπτερο κι όχι σε δωμάτιο νοσοκομείου. Θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα... «Ελ;» κατάφερα να προφέρω.
Γύρισε και με κοίταξε. «Ξύπνησες;»
«Όχι, κοιμάμαι ακόμα.»
Πήγα να σηκωθώ απ'το στρώμα. «Μην σηκώνεσαι ακόμα. Μπορεί το σώμα σου να μην είναι ακόμα έτοιμο να σταθεί όρθιο.»
«Δε θα έκανα και τίποτα. Μια ματιά θα έριχνα μόνο στο παράθυρο.»
«Θα σου πω εγώ, μωρέ τι συμβαίνει. Μείνε εκεί που είσαι.» ακουγόταν αυστηρή η φωνή του. Σαν να με μάλωνε που με βρήκε πεσμένη στην άσφαλτο.
Με πλησίασε και γονάτισε δίπλα μου. «Παρεμπιπτόντως, ο Μάτσουντα βρήκε αυτό στον δρόμο κι έλεγε μήπως είναι δικό σου.»
Μού έδωσε τότε τον μαρκαδόρο. «Αα, ναι. Δικό μου είναι. Χεχε...» είπα αμήχανα.
Μόλις συνήλθα από την ζαλάδα, κατέβηκα από το ελικόπτερο να αντικρίσω το αναπάντεχο θέαμα. Δεν θα μού περνούσε ποτέ από το μυαλό ότι ίσχυε κάτι τέτοιο για τον Κίρα, πόσο μάλλον για τους συνεργάτες μου που ήταν επαγγελματίες κι είχαν περισσότερη πείρα από μένα.
Στην εθνική οδό επικρατούσε μια βαβούρα. Τα αμάξια κόρναραν, και οι σειρήνες των αστυνομικών οχημάτων χτυπούσαν επίμονα. Κάθε τόσο φώτιζαν τα αμάξια που πέρναγαν με τα κοκκινόασπρα φώτα τους. Είδα τον τρίτο Κίρα σε μια γωνιά προσπαθώντας να ξεφύγει από κάποιους αστυνόμους που τον κρατούσαν με χειροπέδες. Φορούσαν κράνη για προστασία, εφόσον πιστεύαμε ότι ο Κίρα βλέπει το πρόσωπο κάποιου κι αμέσως τον σκοτώνει. Βέβαια τίποτα ακόμα δεν ήταν σίγουρο. Όλα ήταν θέμα εικασιών.
Πρόσεξα τους συνεργάτες μου που φαίνονταν έκπληκτοι και ταυτόχρονα τρομαγμένοι. Ήταν όλοι μαζεμένοι δίπλα στο αστυνομικό τους όχημα. Υπέθεσα ότι κάποιος θα είχε τραυματιστεί κι έτσι τους πλησίασα. Ευτυχώς δε βρήκα τραυματισμένο. Ο διευθυντής κοιτούσε κάτι στον αέρα κι όμως δεν φαινόταν τίποτα. Στο ίδιο σημείο κοιτούσε και ο Μάτσουντα.
«Τι έγινε, ρε παιδιά; Έχουμε κανένα καινούργιο στοιχείο;» ρώτησα, κι ο Μόγκι με κοίταξε διστακτικά.
«Να της το δείξω λες, Ριουζάκι;»
«Ο καθένας θα τρόμαζε με κάτι τέτοιο. Γιατί να μην τρομάξει ένα μικρό παιδί;»
«Δείξτε της το, αλλά κρατήστε τη μην λιποθυμήσει!» είπε ο Μάτσουντα ανήσυχα.
«Για σώπα ρε Μάτσουντα, που θα λιποθυμήσει! Τίποτα δεν θα πάθει!» είπε ο Μόγκι, ενώ εμένα η περιέργειά μου μεγάλωνε όσο άκουγα τα λόγια τους. Πέθανε κανένας; Αποκλείεται, λογικά θα είχαν σκεπάσει το πτώμα με κάποιο ειδικό υλικό. Κάτι κοιτούσαν στον αέρα και τους είχε τραβήξει την προσοχή.
Ο Μόγκι μού έδωσε ένα μαύρο τετράδιο που έγραφε πάνω με άσπρα γράμματα death note και μού είπε να το αγγίξω. Απόρησα, αλλά έκανα ο,τι μου είπε. Τι σχέση θα μπορούσε να έχει ένα μαύρο τετράδιο μ'ένα παράξενο όνομα;
Πάνω από τα κεφαλιά των υπολοίπων, αντίκρισα ένα μαύρο πλάσμα με τρομακτική όψη. Τα μαλλιά του ήταν ανασηκωμένα σαν του Ελ, μόνο που φαίνονταν σαν να είχε βάλει το χέρι του στην πρίζα. Καμπούριαζε ελαφρώς και χαμογέλαγε δείχνοντας τα μυτερά του δόντια. Τα φτερά του ήταν σαν του γύπα, μόνο που τα συγκεκριμένα ήταν λίγο πιο μακριά και με λιγότερα πούπουλα. Στην πλάτη του είχε μακρόστενα αγκάθια που έφταναν μέχρι τους ώμους του. Δεν ξέρω αν ήταν μαλλιά ή αγκάθια. Τα μάτια του ήταν κίτρινα και κοιτούσαν το κενό. Αθελά μου κράτησα σφιχτά το χέρι του Ελ μόλις το είδα.
«Υπάρχει κι άλλο ένα, Μαρίνα.» είπε ο Μάτσουντα και μου έδωσε ένα άλλο τετράδιο παρόμοιο με το προηγούμενο. Το άγγιξα κι είδα ένα ακόμη πλάσμα παρόμοιο με το προηγούμενο, μόνο που αυτό ήταν άσπρο κι είχε μοβ μαλλιά.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί κάνετε έτσι. Δε μπορεί να είμαστε τόσο τρομακτικοί!» είπε το μαύρο πλάσμα με μια βαριά φωνή.
«Τι... Τι είστε εσείς;» έκανα με τρεμάμενη φωνή.
«Δεν σού είπαν οι φίλοι σου; Είμαστε σινιγκάμι. Θεοί του θανάτου. Όπως θες πες μας.»
«Αν θέλετε την γνώμη μου για σας τους θνητούς, είστε απαίσια πλάσματα.» είπε το άσπρο σινιγκάμι.
«Μερσί.» είπε ο Λάιτ χαριτολογώντας.
«Εγώ είμαι ο Ριούκ κι αυτή η Ρεμ.» έδειξε το μαύρο σινιγκάμι το διπλανό του. Στράφηκε στους αστυνόμους.
«Με συγχωρείτε που ξανακάνω τις συστάσεις, αλλά ένα μέλος σας βλέπω έλειπε.»
«Για θεός του θανάτου είσαι πολύ ευγενικός.» είπα.
«Τι νόμιζες δηλαδή; Ότι επειδή παίρνουμε τους θνητούς στην άλλη ζωή πρέπει σώνει και ντε να είμαστε αγενής; Πολύ άσχημη άποψη έχετε για τον θάνατο!» είπε ο Ριούκ.
«Δικαιολογημένα έχουν άσχημη άποψη γιατί φεύγουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα και δεν τα ξαναβλέπουν. Κανένας θνητός δεν μπορεί να συμφιλιωθεί πλήρως με τον θάνατο, ακόμα και οι ηλικιωμένοι.». συμπλήρωσε η Ρεμ.
«Δε μού λέτε; Φιλοσοφική κουβέντα θα κάνουμε ή θα μάς εξηγήσετε τι γίνεται;»
«Δεν έχουμε τίποτα να σου πούμε. Ό,τι απορία έχεις ρώτα τους φίλους σου.» γέλασε ο Ριούκ.
Τελικά, ο Ελ μπήκε στον κόπο να μού εξηγήσει τι γινόταν όσο εγώ ήμουν ακόμα λιπόθυμη. Ανακάλυψαν πως τα τετράδια αυτά προκαλούν τον θάνατο όταν γραφτεί το ονοματεπώνυμο κάποιου. Σύμφωνα με τους δύο σινιγκάμι, το υποψήφιο θύμα είτε πεθαίνει μέσα σε σαράντα δευτερόλεπτα από καρδιακή προσβολή, είτε ο κάτοχος του τετραδίου έχει την δυνατότητα να γράψει με ποιον τρόπο θα πεθάνει το θύμα, ή ακόμα και να ελέγξει την ώρα του φόνου. Για παράδειγμα μπορεί να γράψει ότι το θύμα θα πεθάνει μέσα σε δύο ώρες και τελικά να χτυπηθεί από κάποιο αμάξι. Ο κάτοχος του τετραδίου πρέπει να έχει το πρόσωπο του θύματος στο μυαλό του, κι έτσι δεν θα επηρεαστούν οι άνθρωποι με το ίδιο ονοματεπώνυμο.
Ο κάθε σινιγκάμι έχει το δικό του προσωπικό death note, εκτός κι αν αποφασίσει να το δώσει σε κάποιον θνητό όπως ο Ριούκ και η Ρεμ. Ο Ριούκ δεν είχε συγκεκριμένο λόγο που έριξε το τετράδιό του στον κόσμο των θνητών, απλώς βαριόταν κι ήθελε λίγη ίντριγκα. Ήλπιζε δηλαδή να το βρει κάποιος. Όσον αφορά την Ρεμ, εκείνη ήθελε να προστατέψει ένα κορίτσι που κινδύνευε. Την ρώτησα να μού πει ποιο κορίτσι αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες. Κι όσο για τον τρίτο Κίρα, μαθεύτηκε τελικά πως τον λένε Χιγκούτσι. Κιόσκε Χιγκούτσι.
Πρόσεξα τον Λαίτ που φαινόταν ήρεμος και χαλαρός. Σαν να μην του έκανε καμία εντύπωση απ'όλα όσο συνέβαιναν. Ή τουλάχιστον σαν να ήταν ψευτο-ήρεμο το βλέμμα του. Δεν μπορούσα να τον ψυχολογήσω. Την μια μού φαινόταν ήρεμος, την άλλη σαν να προσποιείται πως δεν τρέχει τίποτα. Ο Ελ μού είπε πως λίγη ώρα πριν ξυπνήσω, εξέταζαν τα τετράδια καθώς και τα δύο πλάσματα. Εκείνη την ώρα, ο Λαίτ έβγαλε μια κραυγή τρόμου τόσο έντονη που για λίγο απόρησε. Τού είπα πως ο καθένας θα τρόμαζε με τέτοια πλάσματα που δεν φαίνονταν ανθρώπινα. Είχε όμως άλλη άποψη.
«Αμάν πια, όλα τα ξέρεις εσύ!»
«Δεν τα ξέρω κι όλα. Κάτι όμως μού βρωμάει. Θα το δεις κι εσύ!» είπε με βεβαιότητα.
Όταν πια συνήλθα κι εγώ, επιστρέψαμε στην μυστική βάση αφού πρώτα συλλήφθηκε ο Χιγκούτσι. Τα death note θα έμπαιναν στα πλαίσια της εξέτασης. Ο Χιγκούτσι μπήκε σ'ένα από τα κελιά της ανάκρισης που είχαμε βάλει τον Λαίτ και την Μίσα. Περίμενα να αρχίσει ο Ελ τις βάρβαρες διαδικασίες ώστε να τον κάνει να ομολογήσει όμως είπε:
«Θα κάνουμε κάτι απλό αυτή την φορά.»
«Σαν τι δηλαδή;» τον ρωτήσαμε.
«Συνήθως, ένας εγκληματίας τόσο βάναυσος όσο ο Κίρα, θα χρειαζόταν μια μέθοδο παρόμοια με της Μίσα. —Αν θυμάστε τότε που την κλείσαμε με τον Λάιτ στα κελιά.— Τώρα θα κάνουμε το πιο απλό: Αυτός που έχει πιο δυνατό χέρι θα πάει στο κελί του Χιγκούτσι.»
Προφανώς με αυτή την φράση εννοούσε να πάει κάποιος από εμάς και να αρχίσει να τον δέρνει μέχρι να ομολογήσει.
«Ωραία, ποιος θα πάει;» ρώτησα.
«Εμένα μη με υπολογίζετε. Μ'ενα καφέ είμαι απ'το πρωί και μου'χει φύγει η πρωινή βενζίνη.» είπε ο Μάτσουντα.
«Δεν είπαμε να πας εσύ. Θα πάει αυτός που έχει δέκα νταν στο καράτε.»
«Σιγά μην έχει και μαύρη ζώνη, ρε Μόγκι!» κορόιδεψε ο Μάτσουντα.
«Εγώ θα τον δείρω. Πιστεύω ότι έχω δυνατό χέρι. Και ποιος ξέρει; Μπορεί να αποδώσει καρπούς η συγκεκριμένη μέθοδος του Ριουζάκι.» είπε τελικά ο Αϊζάβα.
«Δεν θα το έλεγα ακριβώς μέθοδο, αλλά μια εναλλακτική αντί του δεσίματος και την έλλειψη βασικών αναγκών.»
Έτσι κι έγινε. Ο αστυνόμος μπήκε στο κελί του Κίρα με σκοπό να τον κάνει να αποκαλύψει τα πολυπόθητα στοιχεία. Σαν να ήθελε να τα βγάλει μέσα απ'το στόμα του με το ζόρι. Ο Χιγκούτσι δεν φαινόταν καθόλου μετανιωμένος, ή ηττημένος που τον έπιασε η αστυνομία.
«Εδώ είμαστε!» είπε με ικανοποίηση. «Για λέγε, ρε! Ποιος είναι ο αφέντης σου;»
«Ποιος... Ποιος αφέντης;» έκανε δήθεν αθώα ο Χιγκούτσι.
«Αυτός που ανέφερες στο βίντεο. Μην μού πεις ότι δεν ξέρεις για ποιον λέω!»
«Αα... Αυτός. Χεχε,» γέλασε αμήχανα. «Δεν είναι αυτό που νομίζετε, κύριε Όργανο. Ένα αστείο έκανα με την παρέα μου! Τρόπος του λέγειν αστείο. Κάναμε πρόβα για την πρωταπριλιά.»
Ο Αϊζάβα γέλασε κοροϊδευτικά. Προφανώς και ο Χιγκούτσι μάς δούλευε. «Καλό! Ξέρω κι ένα άλλο με τον Τοτό!»
Και από το πουθενά, τού Χιγκούτσι του'ρθε μια δυνατή φάπα στο μάγουλο. Δεν πτοήθηκε όμως. Ο αστυνόμος επέμεινε, δίνοντάς του κι άλλες τέσσερις παρόμοιες κινήσεις.
«Μη! Σταμάτα! Σού είπα ότι ήταν πρόβα για πρωταπριλιά! Δηλαδή... Για μια ταινία που θα βγει την πρωταπριλιά!»
«Δεν το σώζεις.» είπε ο αστυνόμος και συνέχισε το ξύλο. Σαν να τού ανέβηκε η αυτοπεποίθηση για λίγο, γιατί τού έδωσε μια δυνατή στο στόμα. Του'φυγαν λίγα δόντια του Κίρα. Τελικά υπέκυψε.
«Έλεος! Μην με χτυπάς! Κρίμα απ'το Θεό είναι!»
«Έμαθες κι εσύ το κρίμα του Θεού!» ειρωνεύτηκε ο άλλος και τού έριξε μια ακόμα μπουνιά.
«Καλά, εντάξει! Θα τα πω όλα! Μη με χτυπάθ όμωθ!» είπε ψευδά ο εγκληματίας. Έφτυσε τα σπασμένα δόντια του ενώ έτρεξε απ'το στόμα του λίγο αίμα.
«Ο αφέντηθ το ξεκίνησε όλο αυτό. Εγώ απλά εκτελώ εντολές! Σε μένα είπε να αναλάβω τον ρόλο του διότι ήθελε οικειοθελώς να χάσει τις αναμνήσεις του από το τετράδιο. Ξέρετε... Όταν κάποιος χάνει τις αναμνήσεις του από το death note, δεν θυμάται τίποτα που να σχετίζεται με αυτό, μέχρι που να το ξαναπιάσει στα χέρια του. Μόνο τότε θυμάται πως έγραψε μέθα. Εννοώ... Μέσσσα!» εξηγούσε ενώ προσπάθησε να διορθώσει την ψεύδισμά του.
«Καταλαβαίνετε; Εμένα εμπιστεύεται! Και δεν πρόκειται να τον μαρτυρήσω! Τσάμπα βαράς κύριε Όργανο!»
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας προσπαθώντας να αναλύσουμε τα λεγόμενά του. Κάποια στιγμή, ο Λάιτ έκανε να αποχωρήσει από το δωμάτιο. Περπάτησε ήσυχα ήσυχα, σαν γάτα ώστε να μην τον αντιληφθούν οι υπόλοιποι. Με την άκρη του ματιού μου όμως πρόσεξα την κίνησή του. Αρκετά ύπουλη θα έλεγα, την στιγμή που θα έπρεπε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα λόγια του Χιγκούτσι. Σύνδεσα τα λεγόμενα του Χιγκούτσι περί «αφέντη» και death note, με αυτά που μού είπε ο Ελ στην σύλληψη του υποψηφίου Κίρα. Ούρλιαξε ο Λάιτ όταν άγγιξε το death note. Δηλαδή πριν το αγγίξει ήταν μια χαρά. Λες ο Λάιτ να συνδέεται άμεσα με τον Χιγκούτσι; Μπορεί να είναι σύμπτωση, μπορεί όμως κι όχι. Ευχήθηκα να μην ήταν.
Έτσι, τον ακολούθησα πατώντας στις μύτες των ποδιών μου. Ήμουν αρκετά τυχερή καθώς ο φωτισμός ήταν πολύ λίγος για να με προσέξει. Μπήκε στο μικρό κουζινάκι κι έκλεισε την πόρτα. Ακούμπησα το αυτί μου πάνω της να ακούσω καλύτερα. Ο Λαίτ μιλούσε με την Ρεμ.
«Ρεμ, έχω την εντύπωση πως αργά ή γρήγορα θα με ανακαλύψουν. Έτσι όπως εξελίσσεται το πράγμα, βλέπω να'μαι πίσω απ'τα κάγκελα της φυλακής. Πρέπει να κάνω κάτι για να σώσω το τομάρι μου!»
«Πες στον Ριούκ να σε βοηθήσει...»
«Σιγά που θα με βοηθήσει ο Ριούκ. Τον ξέρεις τώρα... Όλο μήλα τρώει και τεμπελιάζει.»
«Όπως φαίνεται, δεν έχω άλλη επιλογή... Λοιπόν, άκου προσεκτικά.»
Στην σκέψη και μόνο ότι μπορεί να του έλεγε κάποιο σχέδιο που θα τον βοηθούσε να ξεφύγει, άρπαξα το κινητό μου απ'την τσέπη μου κι άρχισα να τους τραβάω βίντεο από το τζάμι της πόρτας. Θα πήγαινα το βίντεο στο στούντιο του Σάκουρα TV και θα τους ζητούσα να το παρουσιάσουν στις ειδήσεις, μιας κι εκεί έχουν συμβεί τα πιο τρελά πράγματα. Έπρεπε επιτέλους να μάθει η Ιαπωνία κάποια στιγμή ποιος είναι ο αληθινός Κίρα! Ποιος κρύβεται πίσω από όλο αυτό το χάος! Αρκετά ήσουν στο σκοτάδι, αγαπητέ μου... Ήρθε πια ο καιρός να λάμψει η δικαιοσύνη!
