Μέσα σε λίγα μόνο λεπτά έγινα Λούης. Δεκάδες σκέψεις έτρεχαν στο μυαλό μου. Σκεφτόμουν τι θα μπορούσε να μού συμβεί μετά από αυτό το γεγονός. Το πιο πιθανό θα ήταν πως ο Λάιτ θα με σκότωνε. Αν όντως συνέβαινε έτσι, τότε θα έπρεπε να πάρω τον μαρκαδόρο και να γυρίσω πίσω στον κόσμο μου. Μα τότε θα ήταν ένδειξη για τον Κίρα ότι τον φοβάμαι, κι εξάλλου οι συνεργάτες μου θα με έψαχναν. Θυμήθηκα όμως πως χάλασα τον μαρκαδόρο. Τώρα τι θα κάνω; Σίγουρα θα μείνω κολλημένη εδώ! Άραγε τι θα γίνει αν μείνω για χρόνια κολλημένη σε έναν κόσμο όπου δεν ανήκω; Για πόσο καιρό θα μείνω εδώ; Για πάντα, δεν γίνεται! Τι θα πω στην Ελένη; Κι αν μάς πάρουν χαμπάρι οι γονείς μας;
Εκείνη την ώρα ένιωθα λες και γινόταν πόλεμος μες το κεφάλι μου. Πολλά συναισθήματα πάλευαν μεταξύ τους. Τι ένιωθα; Φόβο; Τι φοβόμουν; Τον Κίρα; Δεν τον φοβάμαι! Είναι απλώς ένα ψώνιο που επειδή σκοτώνει τους εγκληματίες, νομίζει ότι είναι σπουδαίος. Θα ήταν δειλό εκ μέρους μου να φύγω από την ομάδα απλώς και μόνο επειδή ενδέχεται να με σκοτώσει.
Δεν θέλω να φοβάμαι. Αν θέλω να λέγομαι αστυνομικίνα, δεν πρέπει να φοβάμαι! Κι ας τρέμουν τα πόδια μου στην σκέψη και μόνο ότι θα πεθάνω στο άνθος της ηλικίας μου. Δεν το ζω! Εφιάλτης είναι, θα ξυπνήσω! Τίποτα δεν πρόκειται να μου συμβεί!
Έφτασα στην στάση του λεωφορείου με την καρδιά μου να χτυπά δυνατά από την τρεχάλα. Ευτυχώς στο βάθος του δρόμου φάνηκε το λεωφορείο. Μπήκα μέσα ανήσυχη για την αντίδραση των συνεργατών μου. Ήλπιζα να μην με μαλώσουν, ότι θα με έβλεπαν έξυπνο παιδί και γενναίο.
Μόλις επέστρεψα στην μυστική βάση, ο Μάτσουντα με πλησίασε ταραγμένος.
«Πού ήσουν;!» φώναξε. «Γιατί δεν μάς είπες τίποτα;!»
«Ήμουν-»
«Ξέρεις ότι αν πάθαινες τίποτα θα ήμασταν υπεύθηνοι; Τι θα λέγαμε στους γονείς σου;» συμπλήρωσε με αυστηρό ύφος ο Αϊζάβα.
Προσπάθησα να μην τρομάξω, να φανώ ψύχραιμη μπροστά τους. Όμως τα μάτια μου ήταν έτοιμα να χύσουν δάκρυα. Όχι πως θα έκλαιγα επειδή κάποιος μού υψώνει την φωνή του. Δεν είμαι κανένα μωρό!
«Στο Σάκουρα TV ήμουν...» απάντησα τελικά στην απορία τους.
«Που ήσουν;!» ο Μάτσουντα σάστισε. «Στο Σάκουρα TV ήταν ένας που κρυβόταν πίσω από το αγγλικό γράμμα O. Τι πήγες να κάνεις εκεί;»
«Για μια στιγμή. Δεν είναι τυχαίο που πήγε εκεί το κορίτσι. Δεν είναι τόσο δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι πήγε γι'αυτόν ακριβώς τον λόγο. Εκείνη τράβηξε το βίντεο.» συμπέρανε ο Ελ που φαινόταν ιδιαίτερα έκπληκτος, κι ας ήταν η φωνή του μονότονη ως συνήθως.
Ο Μόγκι κι ο Αϊζάβα φάνηκαν να ξέρουν ήδη ότι εγώ ήμουν στην τηλεόραση κι απλά δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Μόνο ο Μάτσουντα πήρε το ύφος του ανθρώπου που τώρα συνειδητοποιεί τι συμβαίνει.
«Όντως... Εκείνη παρουσιάστηκε ως Όου, απλώς δεν ήμουν σίγουρος ότι όντως είναι η Μαρίνα ή είναι απλή σύμπτωση.» είπε ο Μόγκι.
«Κι ήταν άκρως επικίνδυνο μπορώ να πω, ειδικά για ένα μικρό παιδί.» συμπλήρωσε ο Μάτσουντα.
«Δεν είναι αυτό το θέμα μας! Ξεχνάτε μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια που δεν την έχετε προσέξει! Και πρώτα απ'όλα δεν είμαι μωρό παιδί, να λέτε ότι είναι επικίνδυνο! Σαν τους γονείς μου είστε.Μην κάνεις αυτό και μην κάνεις εκείνο όλη την ώρα!»
«Αν οι γονείς σου λένε έτσι, τότε με το δίκιο τους γιατί θέλουν να σε προστατέψουν. Ακόμα δεν είσαι πλήρως υπεύθυνη να προσέχεις τον εαυτό σου!» είπε ο διευθυντής αυστηρά.
«Οι γονείς μου δεν νοιάζονται για μένα! Το μόνο που θέλουν είναι να με ξεφορτωθούν! Αν νοιάζονταν πραγματικά για μένα, θα με άφηναν να ζήσω τη περιπέτεια, και δεν θα μού έλεγαν πράγματα περί μικρού και μεγάλου. Να δείτε που όταν φτάσω δεκαοκτώ ετών θα μού πουν:τράβα σπούδασε είσαι μεγάλη πια!Τελικά... Ποτέ δεν είσαι στην κατάλληλη ηλικία να κάνεις πράγματα που θες, γιατί υπάρχει αυτή η μάστιγα του είσαι μικρός και είσαι μεγάλος!»
«Μα, δεν σε έστειλαν για μέλος της αστυνομίας;»
«Όχι, δεν με έστειλαν! Κατάλαβες; Δεν με έστειλαν!» φώναξα.
Ανέβηκα γρήγορα τις σκάλες και μπήκα στο δωμάτιό μου. Δεν έχω ιδέα με τι είχα νευριάσει. Αλλά ήθελα να μείνω μόνη μου με τις σκέψεις μου. Σε κάποια στιγμή μού ήρθε να κλάψω, αλλά δάκρυα δεν έβγαιναν.
Προσπάθησα να πάρω τηλέφωνο την αδελφή μου να της πω τα όσα έγιναν, όμως σε κάθε κλήση έβγαινε ο τηλεφωνητής.
Τι διάολο κάνει και δεν το σηκώνει;είπα μέσα μου ανήσυχη.
Το ίδιο βράδυ όταν πια έκλεισε η βάση μας κι είχαν επιστρέψει τα μέλη της ομάδας στα σπίτια τους, αποφάσισα να πάω στην κουζίνα καθώς ήθελα να τσιμπολογήσω κάτι πριν κοιμηθώ. Όταν όμως πέρασα από την αίθουσα των υπολογιστών, πρόσεξα πως σε ένα σημείο είχαν ξεχάσει να βγάλουν την κάμερα ασφαλείας από το δωμάτιο του Λάιτ. Πήγα από περιέργεια να δω τι κάνει ο Λάιτ στο δωμάτιό του τέτοια ώρα.
«Θα την σκοτώσω! Θα την σκοτώσω! Το παλιοκόριτσο θα την σκοτώσω!»
«Σιγά, μωρέ Λάιτ. Την ταυτότητά σού αποκάλυψε μόνο! Δε σου σκότωσε και την μάνα...»
«Θα προτιμούσα να μού είχε σκοτώσει την μάνα, παρά να με ξεφτιλήσει μπροστά σ'όλη την χώρα! Σε δυό μέρες ξημερώνει Δευτέρα! Πώς θα αντικρίσω τους συμμαθητές μου και τους καθηγητές μου;»
«Εμένα ρωτάς;» είπε ο Ριούκ παίρνοντας μια δαγκωματιά από το μήλο που έτρωγε. «Θα τους πεις: παιδιά σκοτώνω κόσμο, αυτό είναι το χόμπι μου, που'ν το πρόβλημα;»
«Θα χάσω το προφίλ του καλού μαθητή, ηλίθιε! Είναι τόσο προφανές!»
«Πλάκα έκανα... Ησύχασε όμως γιατί είναι περασμένες έντεκα, κι απ'οτι ξέρω οι θνητοί κοιμούνται αυτή την ώρα.»
Για λίγο έπεσε ανάμεσά τους σιωπή. Εγώ κρεμόμουν απ'τα χείλη του Λάιτ.
«Ριούκ! Έχω μια καταπληκτική ιδέα! Αν και δεν συνηθίζω να κάνω κάτι τέτοιο, θα το εφαρμόσω διότι το απαιτεί η περίσταση.»
«Δηλαδή;»
«Το αποκαλώ σχέδιο αυτοσχεδιασμού. Αύριο που θα πάω στην μυστική βάση, θα αφήσω τα πράγματα να κυλήσουν όπως είναι κι όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή θα κάνω ο,τι ιδέα μού κατέβει εκείνη την ώρα.
«Σαν τι δηλαδή; Να την αρπάξεις και να την ρίξεις απ'το μπαλκόνι;»
«Όχι ακριβώς, αν και δεν θα'ταν κακή ιδέα...»
Έστρεψε το βλέμμα του προς την αναμμένη τηλεόραση. Έδειχνε την πρόγνωση του καιρού.
«Ίσως να μην με αφήσει ο αυριανός τυφώνας.»
«Γιατί, έξω θα βάλεις σε εφαρμογή το σχέδιο;»
«Αα, ποτέ δε ξέρεις...»
«Τέλος πάντων... Να ξέρεις πως δεν ενθουσιάζομαι ιδιαίτερα. Σού υπενθυμίζω κιόλας πως δεν είμαι ούτε με το μέρος σου ούτε με το μέρος της αστυνομίας. Εγώ απλά είμαι ένας σινιγκάμι που περιμένει να έρθει η στιγμή που θα γράψει το όνομά σου. Όπως όλοι οι σινιγκάμι δηλαδή.
Έκλεισα την κάμερα, και επέστρεψα στο δωμάτιό μου. Δεν είχα πια όρεξη να τσιμπολόγημα. Ό,τι και να είχε ο Λαίτ στο μυαλό του, σίγουρα δεν ήταν ασφαλές. Και πιθανόν να συμπεριλάμβανε και το θάνατο! Ήθελα να το πω στον Ελ, αλλά δεν ήξερα αν κοιμόταν ή αν ήταν ξύπνιος. Είχα άστατο ύπνο το βράδυ εκείνο.
Αποφάσισα να προσέχω την κάθε κίνηση του Λάιτ για την επόμενη μέρα, αλλά και του Ριούκ. Όταν έχει χαθεί η κάθε λογική στην υπόθεση Κίρα και βλέπεις τον Κίρα να τον περιβάλλουν θεοί και μαγικά τετράδια, ξέρεις ότι είναι μια δύναμη εξουσίας. Κι αυτή η εξουσία τον είχε αποτρελάνει!
*
*
Όλη μέρα έβρεχε καταρρακτοδώς και φύσαγε πολύ. Οι σταγόνες έπεφταν με τόση δύναμη στα τζάμια που νόμιζες ότι θα'σπαγαν. Απ'ότι έχω δει σε αστυνομικές ταινίες, τέτοιος καιρός είναι κατάλληλος για έναν δολοφόνο να σκοτώσει κάποιο σημαντικό πρόσωπο όπως ένας πολιτικός. Αναρωτιόμουν κιόλας μήπως ο Λαίτ έκανε κάτι παρόμοιο.
Από την τόση δυνατή βροχή, ξαφνικά κόπηκε το ρεύμα. Ο Μάτσουντα έπεσε απ'την καρέκλα, ο Αϊζάβα κοίταζε έντρομος τον τοίχο, κι ο Λάιτ πήδηξε στην αγκαλιά του Μάτσουντα.
«Ρε, παιδιά κόπηκε το ρεύμα. Πώς κάνετε έτσι;» είπα.
«Κατσαρίδααα!!» φώναξε ο Μάτσουντα.
Έστρεψα το βλέμμα μου προς την μεριά των οθονών. Όντως υπήρχε ένα μεγάλο μαύρο μαμούνι να περπατάει. Δεν φαινόταν όμως εχθρικό, κυρίως γιατί οι κατσαρίδες δεν τσιμπάνε. Εκείνοι όμως έκαναν λες κι είδαν κανένα φάντασμα!
«Γενναίους συναδέλφους έχω! Φοβούνται ένα μικρό άκακο ζούδι!» κορόιδεψε ο διευθυντής.
«Τι μικρό άκακο ζούδι, ρε μπαμπά;! Αυτό είναι σα πιατάκι του καφέ!» φώναξε ο Λάιτ.
«Εγώ έχω παιδικά τραύματα με τις κατσαρίδες και δε τολμώ να πλησιάσω καμία!» είπε ο Μάτσουντα.
«Μ'αρέσει κιόλας που είστε αστυνόμοι και ενώ δε φοβάστε τον φονιά, φοβάστε την κατσαριδούλα την άκακη! Είστε αξιολύπητοι...» σχολίασα.
Άρπαξα το έντομο και τούς το έφερα μπροστά στα μούτρα τους. Αγκαλιάστηκαν ακόμα περισσότερο απ'το φόβο τους.
«Σάς φαίνεται επικίνδυνο;»
«Σταμάτα! Παρ'το από δω!» φώναξε ο Λάιτ.
«Σκότωσέ το! Λιώσ'το!»
«Απαιτούμε τον θάνατο του βέβηλου αμέσως τώρα!» φώναξε κι ο Μάτσουντα.
«Αν μου επιτρέπετε, κύριοι θα το αφήσω να φύγει ελεύθερο απ'το παράθυρο. Όλα τα πλάσματα του Θεού έχουν δικαίωμα να ζουν.»
Άνοιξα το παράθυρο και το άφησα να το παρασύρει ο δυνατός αέρας. Τούς λυπήθηκα λιγάκι η αλήθεια είναι.
«Θεούλη μου... Ακόμα τρέμει το φυλλοκάρδι μου...» είπε ο Μάτσουντα
Ο Λάιτ έτρεξε φουριόζος στον πάνω όροφο. Δεν ήξερα τι ήθελε να κάνει, όμως σίγουρα δεν ήταν για καλό. Αποφάσισα λοιπόν να ανέβω. Άκουσα την πόρτα της αποθήκης να κλείνει. Την πλησίασα αθόρυβα να δω τι θα ακούσω. Δεν ακούστηκε τίποτα και την άνοιξα διάπλατα.
«Ωπ! Καλώς την! Πώς απ'τα μέρη μας, Μαρίνα;» έκανε ο Λάιτ δήθεν φιλικά.
«Περαστική είμαι. Είπα να δω τι κάνεις.»
«Πώς ήξερες ότι ήμουν εδώ;»
«Το υπέθεσα. Στις αποθήκες μπαίνουν οι ιδιοφυΐες όταν θέλουν να βυθιστούν στις σκέψεις τους. Έτσι έχω ακούσει δηλαδή.»
«Υπερβολές... Δεν είμαι και ιδιοφυΐα!» γέλασε αμήχανα. Τράβηξε μια καρέκλα από την άκρη του δωματίου σαν να ήθελε να πιάσουμε κουβέντα.
«Λοιπόν, ξέρεις κάτι, Μαρίνα; Καμιά φορά σκέφτομαι: Γιατί τα ζώα σκοτώνουν άλλα ζώα; Για να επιβιώσουν προφανώς. Όμως όταν κάποιος άνθρωπος φονεύσει, τι λόγο έχει; Γιατί να θέλει να σκοτώσει; Τι συμβαίνει μες το βάθος του μυαλού του; Το έχεις σκεφτεί ποτέ;»
«Το έχω σκεφτεί. Γιατί ρωτάς;»
«Έτσι. Κουβέντα να γίνεται.» είπε.
«Πιστεύω πως για να θέλει κάποιος να σκοτώσει σημαίνει πως έχει μέσα του το αίσθημα της εκδίκησης. Πιθανόν να θέλει να εκδικηθεί κάποιον, και με το να τον στείλει στα χέρια του Άδη πιστεύει πως είναι η ευκολότερη λύση. Ή ακόμα και να μην θέλει να εκδικηθεί κάποιον, ίσως κάτι να συμβαίνει με τον νευροδιαβιβαστή στον εγκέφαλο. Μακάρι να ήξερα περισσότερα, αλλά δεν είμαι επαγγελματίας.»
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Εγώ πάλι πιστεύω πως νιώθει αδικημένος. Φυσικά και είναι έγκλημα ο φόνος, αλλά επιτρέπεται όταν νιώθει πως η ίδια η δικαιοσύνη του κράτους, δεν μπορεί να μειώσει την εγκληματικότητα. Δεν θα μού έκανε εντύπωση δηλαδή, αν έβλεπα κάποιο θύμα που να επιθυμεί διακαώς τον φόνο του δράστη. Κακώς καταργήθηκε η θανατική ποινή στις περισσότερες χώρες.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Ευτυχώς διορθώθηκε αυτό το πρόβλημα...» έδειξε το death note. «... Χάρη σε μένα!»
«Αν νομίζεις ότι μπορείς να ξεγελάσεις εμένα και τον σύμμαχό μου, είσαι γελασμένη! Είσαι μικρή ακόμα για δουλειά! Πόσο μάλλον να κυνηγάς έναν που μόνο την ειρήνη φέρνει στον κόσμο! Δεν ξέρεις τι είναι δίκαιο και τι άδικο. Η κοινωνία είναι που σού έκανε πλύση εγκεφάλου! Σύντομα όμως θα δεις πόσο λανθασμένες είναι οι αντιλήψεις σας! Χωρίς εμένα θα είχατε πάει κατά διαόλου! Θα υπήρχαν ακόμα πόλεμοι, σκληρά καθεστώτα και ηλίθιοι πολιτικοί! Σφάλεις λοιπόν, Μαρίνα! Σφάλεις κι εσύ, και το υπόλοιπο σύστημα της δικαιοσύνης που είναι άχρηστο να υπερασπιστεί τους αδύναμους!»
«Έχεις χάσει όλη σου την λογική! Αν πιστεύεις ότι μ'ενα παλιοτετράδιο θα διορθώσεις όλα τα προβλήματα που υπάρχουν στον κόσμο, είσαι για δέσιμο!»
Τότε η παλάμη μου χτύπησε δυνατά το μάγουλό του και τον έσπρωξα με δύναμη ώσπου να συγκρουστεί με τον τοίχο. «Πολύ αέρα πήρες, μικρή! Για δες λίγο αυτό να συνέλθεις!»
Άνοιξε το τετράδιο και πρόσεξα ότι σε μια σελίδα έγραφε με έντονα γράμματα: Ελ Λολάϊτ.
Για μια στιγμή νόμιζα πως κρατούσε ένα ψεύτικο death note γιατί δεν πίστευα αυτό που έβλεπα.
«Πότε πρόλαβες και το έγραψες; Αφού πριν που ήμουν κάτω ήταν ζωντανός!»
«Ναι, ήταν ζωντανός όμως τώρα πάει!»
«Δεν σε πιστεύω!»
Άνοιξα την πόρτα και προχώρησα βιαστικά προς τις σκάλες. «Δεν θα σού αρέσει καθόλου το θέαμα!» φώναζε ο άλλος από πίσω.
«Ελ!» περίμενα να μού απαντήσει.
«Μαρίνα, με φώναξες;»
«Ο Λάιτ θα βγει εκτός ελέγχου!» τούς προειδοποίησα. Μέχρι όμως να πάρουν τις σωστές θέσεις άμυνας ο Λάιτ είχε κατέβει, και μάλιστα κοιτούσε σαστισμένος τον Ελ.
«Ελ; Είσαι εδώ;»
«Εδώ είμαι, που να μην ήμουνα.»
«Μα... Πώς;! Είμαι σίγουρος ότι έγραψα το όνομά σου!»
Και του έδειξε την σελίδα με το πραγματικό του όνομα γραμμένο.
«Ήθελα να'ξερα ποιος διάολος σου έδωσε το ονοματεπώνυμό μου... Ο Ριούκ φαντάζομαι.»
«Δεν είναι δυνατόν... Μα πώς μπορεί να είναι δυνατόν;!» είπε έκπληκτος. Τού τσίμπησε το μάγουλο να βεβαιωθεί.
«Εκπλήσσομαι ιδιαιτέρως, Ελ... Είσαι λοιπόν, αθάνατος!»
«Μπα... Θνητός είμαι όπως όλοι.»
«Γιατί όμως δεν πέθανες; Έγραψα λάθος το όνομα; Τι έγινε τέλος πάντων;!» έκανε εκνευρισμένος ξεφυλλίζοντας το τετράδιο. Σταμάτησε απότομα σαν να σκέφτηκε κάτι.
«Έχω δει τον Ριούκ να γραφεί μες την βροχή μια μέρα που έπρεπε να διαβάσω. Μπορεί τελικά να είναι αδιάβροχο το τετράδιο και να μην το ξέρω! Έχω κάνει πρόοδο! Δεν μπορείτε να με σταματήσετε!»
Άρχισε να τρέχει με φούρια προς την ταράτσα κι εγώ τον πήρα από πίσω. Ανοιξε μια μεταλλική πόρτα που τον έβγαλε στην κορυφή του κτηρίου. Τώρα η βροχή είχε δυναμώσει τόσο πολύ, που δύσκολα μπορούσα να διακρίνω σε ποιο σημείο είχε σταθεί. Οι σταγόνες έπεφταν πάνω μου σαν καρφιά. Πρώτη φορά έβγαινα χωρίς προστασία κατά την διάρκεια μιας καταιγίδας. Ήταν όμως κρίσιμη στιγμή! Δεν έπρεπε να χάσουμε! Στο βάθος παρατήρησα ένα μακρόστενο γκρίζο χωνί που αν και ήταν μακριά, φαινόταν λες και πλησίασε. Ήταν ανεμοστρόβιλος!
Άρχισα να ψάχνω σαν τρελή τον Λάιτ μες την θολούρα του τυφώνα, ενώ ο αέρας δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Ευτυχώς μια αστραπή με βοήθησε να τον εντοπίσω. Έτρεξα και του άρπαξα το τετράδιο τόσο βίαια που λίγο έλειψε να του κόψω το χέρι με το χαρτί.
«Έχεις θολωθεί απ'την εξουσία! Σταμάτα επιτέλους! Θα πεθάνουμε μόνο όταν το αποφασίσει η φύση! Δεν βλέπεις ότι σού έχει πάει κι αυτή κόντρα;»
«Πάλι εσύ;! Ξεκολλημό δεν έχεις;!»
«Τι; Δεν σε ακούω! Βρέχει πολύ δυνατά!» φώναξα σαρκαστικά κι έτρεξα μέχρι την είσοδο.
«Δως μου πίσω το τετράδιο, παλιοκόριτσο!»
«Μόνο πάνω από το πτώμα μου, Κίρα!»
«Τότε αφού το θέτεις έτσι... Εσένα θα σκοτώσω πρώτη!»
«Όχι όσο βρίσκεται στα χέρια μου!»
Ξαναβγήκα στην ταράτσα, να τον ταράξω στο κυνηγητό. Κάποια στιγμή όμως πέρασα ξυστά απ'το κενό με αποτέλεσμα ο Λάιτ να παραπατήσει, και να αρχίσει να αιωρείται στο κενό μες την καταιγίδα. Φοβήθηκα πως τον σκότωσα. Ευτυχώς κρατιόταν από ένα σχοινί.
«Αν δεν είχα και εσένα, δε θα βρισκόμουν εδώ! Εξαιτίας σου θα ξαναρχίσουν να φυτρώνουν παντού εγκληματίες! Κάθαρμα!» φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε ενώ το σχοινί κουνιόταν πέρα, δώθε έτοιμο να σπάσει.
Κατέβηκα τρέχοντας στην αίθουσα των υπολογιστών. Όλοι τους έδειχναν πολύ ανήσυχοι.
«Τι έγινε;» ρώτησαν.
«Ο Λάιτ κρεμάστηκε!» δήλωσα.
«Αυτοκτόνησε;!» έκανε έκπληκτος ο πατέρας του
«Όχι, κρατιέται από ένα σχοινί και αιωρείται στο κενό, ακριβώς πάνω από τον δωδέκατο όροφο!»
«Τσακιστείτε, μωρέ τι κάθεστε; Ας πάρει κάποιος τηλέφωνο την πυροσβεστική!» ούρλιαξε ο διευθυντής. «Μάλιστα κύριε!» υπάκουσε ο Αϊζάβα.
Όμως απ'ότι μας είπε , η πυροσβεστική είχε δεχτεί είκοσι κλήσεις έκτακτης ανάγκης λόγω του τυφώνα και δεν μπορούσαν να μας εξυπηρετήσουν.
«Την επόμενη φορά θα κάνω παράπονα στον δήμο για την κακή εξυπηρέτηση της πυροσβεστικής!» είπε ο Μάτσουντα.
Ακούστηκε να σπάει ένα τζάμι απ'την αποθήκη. Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν λόγω του τυφώνα, αλλά παρόλα αυτά επιτάχυνα τον βηματισμό μου. Ναι. Ο Λάιτ είχε σπάσει το παράθυρο με ένα τούβλο να μπει μέσα. Πήρε μια πετσέτα από κάποιο συρτάρι να σκουπίσει τα πολλά νερά από πάνω του. Κοίταξα το τετράδιο και τον αναπτήρα που βρισκόταν δίπλα του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άρπαξα το τετράδιο και τον αναπτήρα και απομακρύνθηκα από την αποθήκη. Ήξερα ότι αυτό που πήγαινα να κάνω θα είχε άσχημα αποτελέσματα, όμως έπρεπε να προστατεύσω την ομάδα από τον Κίρα.
Η φλόγα πέρασε πάνω απ'το εξώφυλλο και το φονικό τετράδιο άρχισε σιγά σιγά να συρρικνώνεται μέχρι που τελικά έγινε στάχτη. Δεν έβλεπα την ώρα να δω τα μούτρα του Κίρα. Όταν ξαναμπήκα στην αποθήκη τον βρήκα βγάζει καπνούς από τα αυτιά του.
«Τι έπαθες, Λάιτ; Τι συμβαίνει;» ρώτησα κοροϊδευτικά.
«Το έκαψες!» ούρλιαξε. Δεν ήταν ο Λάιτ πια αλλά ο Κίρα. Είχε βγει από μέσα του ο άλλος του εαυτός.
«Δικό σου πρόβλημα, όχι δικό μου! Το καθήκον μου έκανα ως αστυνομικίνα!»
«Το άφησα εκεί γιατί ήθελα να σε δοκιμάσω. Έπρεπε να το καταλάβω ότι είσαι ατίθαση! Τα γεγονότα το αποδεικνύουν άλλωστε! Πρώτα με κάνεις ρεζίλι δημόσια, κι ύστερα με κρεμάς απ'την ταράτσα!»
«Πρώτον, αυτό με την ταράτσα ήταν καθαρά ατύχημα και μπορώ να σου πω ότι χαίρομαι που δεν σκοτώθηκες. Δεύτερων, κανένας από την αστυνομική ομάδα δεν πιστεύει πως είσαι ο Κίρα και γι'αυτό σε πρόβαλλα δημόσια. Ήθελα και θέλω να αποδείξω πως ο Ελ έχει δίκιο! Γιατί κι εγώ έχω έντονο το αίσθημα της δικαιοσύνης! Κι εσύ την έκανες σαν τα μούτρα σου!»
«Ακριβώς αυτό, Μαρίνα! Χάλασες όλα μου τα σχέδια και γκρέμισες το όνειρό μου να γίνω ο προστάτης αυτού του κόσμου! Τώρα ο κόσμος θα πονάει, θα κλαίει και θα φταις εσύ!»
Μού τράβηξε το μαλλί και με έριξε με δύναμη στον τοίχο.
«Ανάθεμά σε, διαβολάκι! Έχεις πολύ θράσος να νομίζεις ότι ο ήρωας είναι δολοφόνος! Εμ βέβαια, τι άλλο θα νόμιζε το τσιράκι του Ελ; Ο κόσμος με αγαπάει γιατί τον σώζω από την σαπίλα της κοινωνίας. Όμως όταν ήρθε η αστυνομία κι εσύ, βαλθήκατε να μου τα χαλάσετε όλα! Δεν σας καταλαβαίνω καθόλου... Δεν χρησιμεύει πουθενά η ύπαρξη των εγκληματιών! Γιατί να τούς κρατήσουμε;»
«Δεν ξέρουμε την αξία της ανθρώπινης ζωής! Είμαστε ακόμα συναισθηματικά ανώριμοι ως είδος! Μόνο ο θεός αποφασίζει πότε θα πεθάνουμε.»
«Στα λόγια μου έρχεσαι! Εγώ είμαι θεός, κι εγώ αποφασίζω για την μοίρα του καθενός!»
Με τράβηξε απ'τον γιακά και μού έριξε ένα δυνατό χαστούκι. Πέρασα στην αντεπίθεση δαγκώνοντάς του το χέρι. Άφησε μια κραυγή πόνου και με άφησε κάτω. Προσπάθησα να ξεφύγω όμως σε κλάσματα δευτερολέπτου μού τράβηξε ξανά την μπλούζα, και βάλθηκε να κάνει το χέρι του μπουνιά. Μια μπουνιά μού έριξε ευτυχώς. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, έτσι όπως με είχε περικυκλώσει. Κάποια στιγμή όμως, μάλλον είδε πως δεν μου είχε μείνει άλλη δύναμη γιατί έβαλε τα χέρια του γύρω απ'τον λαιμό μου να με πνίξει.
«Δεν ήθελα να σε σκοτώσω γιατί νόμιζα ότι θα με έβρισκαν τα χειρότερα... Όμως τελικά δε θα'ταν τόσο κακή ιδέα να σε έβλεπα να πεθαίνεις μπροστά μου.»
Τα χέρια του έσφιγγαν όλο και περισσότερο τον λαιμό μου. Σήκωσα τα πόδια μου και τον χτύπησα κατευθείαν στην κοιλιά. Έβηξα από το πολύ σφίξιμο στον λαιμό μου. Τον πλησίασα και του άρπαξα το χέρι να το στρίψω με δύναμη. Όχι τίποτα άλλο, απλώς ήθελα να δω πόσο αντέχει τον πόνο.
«Μ'αρέσεις, μικρή. Έχεις τσαμπουκά. Όμως όταν κάποιος τα βάζει μαζί μου, δεν ξεφεύγει τόσο εύκολα.»
«Έλα, ρε! Σοβαρά;» απάντησα ειρωνικά.
Δοκίμασα να του ρίξω κι εγώ μπουνιά στο πρόσωπο αλλά πόνεσε πιο πολύ η δική μου η γροθιά.
«Ο Ελ πρέπει να είναι πολύ περήφανος που έχει για συνεργάτη μια τόσο ατίθαση κοπέλα... Και μάλιστα τόσο μικρή σε ηλικία!»
Δεν απάντησα μόνο τού έδωσα κλωτσιά ανάμεσα στα πόδια. Άφησε ένα μικρό βογγητό πόνου. Αμέσως μετά, πήρε ένα κομμάτι γυαλί απ'το πάτωμα και πριν προλάβω να τον αποκρούσω, εκείνος μου είχε κιόλας κάνει δυό χαρακιές στο πρόσωπο. Με ξανάρπαξε βίαια από το γιακά και με έσυρε ως τις σκάλες. Προσπάθησα να αμυνθώ για ακόμα μια φορά, όμως δίνωντάς μου μια δυνατή σπρωξιά προσγειώθηκα στο πάτωμα του από κάτω ορόφου. Το δεξί μου πόδι ξαφνικά άρχισε να με πονάει πολύ. Οι αστυνόμοι έτρεξαν να με βοηθήσουν να σηκωθώ. Κοίταξα την αντανάκλασή μου στις γυάλινες σκάλες. Τα χάλια μου είχα... Το ένα μου μάτι μαυρισμένο, το μισό μου πρόσωπο καλυμμένο με αίματα και μελανιές, απ'το στόμα μου έτρεχε λίγο αίμα και το δεξί μου πόδι στραμπουληγμένο. Λες και γύρισα απ'τον πόλεμο ήμουνα.
Φυσικά και τρόμαξαν στην κατάσταση που ήμουν. Ο Μάτσουντα κατευθύνθηκε προς στην αποθήκη να βάλει τον Λάιτ στο υπόγειο κελί. Δεν μπορούσε ακόμα να τον συλλάβει αν δεν υπήρχαν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με το υπουργείο προστασίας του πολίτη.
Ο Ελ με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου. Έβαλε το χέρι του πάνω απ'τον ώμο μου και με πήγε να περιποιηθεί τα τραύματά μου. Περίμενα μετά από αυτό να εμφανιστεί μια έκφραση ανησυχίας στα μάτια του. Να δείξει έστω κάτι που με είδε λες και γύρισα από αγώνες πολεμικών τεχνών. Με πήγε σε ένα δωμάτιο δίπλα από το κουζινάκι. Έκατσα σ'ένα σκαμπό κι εκείνος έβγαλε από το ντουλάπι τα είδη πρώτης ανάγκης.
Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο παρά τα όσα συνέβησαν, όχι μόνο τον καυγά μου με τον Λάιτ αλλά και την προβολή της πραγματικής του ταυτότητας στην τηλεόραση. Είπε πως αν δεν είχα εμφανιστεί, τώρα θα είχε ολοκληρώσει τον στόχο του ως «προστάτης του νέου κόσμου». Ενώ τώρα που τον ξεφτίλησα στην τηλεόραση ο κόσμος ξέρει ποιος είναι, συνεπώς και δεν μπορεί να κυκλοφορεί στους δρόμους. Μήπως τελικά το κυνήγι του Κίρα ήταν ένα μεγάλο λάθος; Μήπως κάναμε κάτι χωρίς να το καλοσκεφτούμε; Μήπως τελικά ο Κίρα έχει δίκιο; Μήπως όντως χτίζει έναν καλύτερο κόσμο κι εμείς απλά κυνηγάμε έναν που τον έχουμε για δολοφόνο, ενώ μπορεί να είναι και ήρωας; Κι άντε πες οι αστυνόμοι έκαναν το καθήκον τους επειδή είναι δουλειά τους να κυνηγούν τα εγκλήματα. Εγώ; Τι ήρθα να κάνω εδώ; Ήρθα εντελώς τυχαία! Από άλλον κόσμο. Δεν έχω καμία σχέση με την αστυνομία, αλλά ακολούθησα το ένστικτό μου. Ίσως τελικά εγώ κι η αστυνομία να είμαστε γκάνγκστερς. Κι εδώ φαίνεται η ανθρώπινη χαζομάρα. Πριν λέγαμε πως ανθρώπινη χαζομάρα είναι να σκοτώσεις κάποιον εγκληματία, γιατί έτσι κι αλλιώς θεωρείται φόνος. Όμως τελικά είναι ανθρώπινη εξυπνάδα...
Εν το μεταξύ ήταν ιδέα της Ελένης να έρθω εδώ. Πώς θα αντιδράσει αν μάθει πως έγινα αστυνομικός-γκάνγκστερ; Άθελά μου κυνηγάω τον σωτήρα, διότι έτσι γίνεται ουσιαστικά. Φαίνεται πως δεν ξέρω ακόμα τι θα πει πραγματική δικαιοσύνη. Ο Λάιτ όμως ξέρει. Κι εγώ... Τα κατάστρεψα όλα! Εγώ είμαι το κάθαρμα, όχι ο Λάιτ!
Καυτά δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά μου. Τα άφησα να πέσουν στις ράχες των χεριών μου να μην τα δει ο Ελ. Αν με έβλεπε όμως; Δεν θα ήξερα πώς να δικαιολογήσω το κλάμα μου. Γιατί έκλαιγα; Φταίνε όλα αυτά που συμβαίνουν; Φταίνε οι σκέψεις μου; Ή μήπως επειδή πονούσε πολύ το πόδι μου;
«Ο Κίρα έχει δίκιο κι εμείς βιστήκαμε να δράσουμε. Είναι ο ήρωας του κόσμου κι εμείς δεν το καταλαβαίνουμε. Λογικά θα πρέπει να υποκύψουμε και να τον αφήσουμε να αναλάβει εκείνος την κοινωνία...» είπα με σπασμένη φωνή. «Δεν γίνεται να τα βάλουμε με έναν που έχει θεική δύναμη! Είναι ο ίδιος ο Χάρος! Ανά πάσα στιγμή μπορεί να μάς σκοτώσει όλους... Τέλος! Είμαστε ανίκανοι απέναντι σ'έναν δεκαεφτάχρονο!»
Πήρα το βλέμμα μου απ'το πάτωμα και κοίταξα τον Ελ. Τώρα το βλέμμα του από ψυχρό μετατράπηκε σε βλέμμα συμπόνιας και αγάπης. Μού χαϊδεψε απαλά τα μαλλιά και μού σκούπισε τα δάκρυα με το δάχτυλο. Απόρησα για μια στιγμή. Αυτός ο άνθρωπος που είναι από μόνος του ένα μυστήριο, που είναι ανέκφραστος, που ήταν πρόθυμος να στερήσει τις βασικές ανάγκες του Λάιτ και της Μίσα ακόμα κι ήταν ένοχοι, πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να έχει αισθήματα; Εκτός κι αν δεν ένιωθε τίποτα εκείνη την ώρα και δεν ήθελε να φανεί άκαρδος.
«Μην το ξαναπείς ποτέ αυτό. Είμαστε και παραείμαστε ικανοί να τον νικήσουμε! Απλώς δεν βρήκαμε ακόμα την δύναμη ή το θάρρος που χρειάζεται. Δεν μπορούμε να τα παρατήσουμε έτσι εύκολα. Αν όλοι οι αστυνόμοι το έβαζαν κάτω με την πρώτη δυσκολία, καμία υπόθεση δεν θα είχε λυθεί. Να δεις πού σύντομα θα βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα της φυλακής!»
«Δε ξέρω... Αμφιβάλλω αν είναι έτσι όπως τα λες.»
«Να φανταστώ είπε ότι η αστυνομία είναι ανίκανη.»
«Όχι... Δεν είπε για μας... Δηλαδή... Είπε πως είμαι κάθαρμα επειδή τον εμπόδισα να ολοκληρώσει το σχέδιό του. Και για να πω την αλήθεια έχει δίκιο... Είμαι παιδί κι όπως όλα τα παιδιά, κάνω παλαβομάρες. Ποιος παίρνει στα σοβαρά ένα δεκατετράχρονο; Ο κόσμος περιμένει να πας δεκαοχτώ για να σε πάρουν στα σοβαρά. Δεν έπρεπε να μπω στην ομάδα... Τώρα όσοι πεθάνουν θα πεθάνουν εξαιτίας μου!»
Το σιγανό μου κλάμα μετατράπηκε σε κλάμα με λυγμούς. Κάποια δάκρυα έπεφταν στην γάζα στην οποία ήταν δεμμένο το πόδι μου. Δεν περίμενα να με σφίξει ο Ελ στην αγκαλιά του.
Δεν είναι έτσι... Σπάνια βλέπεις επαγγελματίες αστυνόμους να έχουν τόσο θάρρος. Συγκεκριμένα να φέρουν έναν εγκληματία στην δικαιοσύνη με κίνδυνο την ζωή τους. Εσύ είσαι ένας πολύ ισχυρός χαρακτήρας με έντονο το αίσθημα της δικαιοσύνης. Πίστεψέ με... Δεν βλέπω ένα κουτορνίθι αλλά μια πολύ δυναμική κοπέλα!» είπε γλυκά.
«Μα-»
«Έδωσες τον καλύτερό σου εαυτό και μπράβο σου! Ησύχασε τώρα...»
Τι παράξενο... Δεν ήταν μια συνηθισμένη αγκαλιά. Μια αγκαλιά που θα μού έδινε κάποιος συγγενής. Αυτή ήταν τελείως διαφορετική. Σαν να με προστάτευε. Μια αγκαλιά που έδειχνε τρυφερότητα, συμπόνια, αγάπη, θαλπωρή. Μου'λεγε:Μην φοβάσαι... Όλα θα πάνε καλά. Εγώ είμαι εδώ.
Κούρνιασα στην ζεστή του αγκαλιά μέχρι που τελικά ηρέμησα. Σαν να ήταν αυτό που χρειαζόμουν. Ακόμα και τα τραύματα δεν με πείραζαν πια...
Η ιστορία έχει ολοκληρωθεί από το 2020 απλώς διέγραψα τα κεφάλαια που χρειάζονταν διόρθωση. Για κάποιον λόγο δεν μού καθόταν καλά στο μάτι να τα βλέπω ακριβώς όπως τα έγραψα στο χαρτί. Γι'αυτό άλλωστε το ποστάρω τώρα στο Fanfictionnet. Θέλω το κείμενο να είναι όμορφο και σωστά δομημένο.
