Κάποια στιγμή σηκώθηκε κι έφυγε αφού πρώτα έβαλε τα ρούχα του σαν να μην συνέβη τίποτα. Ούτε που κατάλαβα πόση ώρα πέρασε. Να'ταν πέντε λεπτά; Να'ταν δέκα; Να'ταν δεκαπέντε; Όσα και να 'ταν εμένα μού φάνηκαν εκατό ώρες. Τέτοιες ώρες δεν έχουν χρονόμετρο, ειδικά όταν πρόκειται να αντιμετωπίσεις άτομα σαν τον Τζον.

Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα πεταχτεί απ'το στήθος μου. Το σοκ ήταν μεγαλύτερο απ'το προηγούμενο. Μπορεί η πρώτη φορά να ήταν αϊδιαστική όμως η δεύτερη ήταν... Τρομακτική. Δεν περιγράφεται με λόγια. Ούτε καν μπορώ να το γράψω στο χαρτί. Ένιωθα λες και μου'χαν ρουφήξει όλο το αίμα. Σταγόνα δεν είχε αφήσει το βαμπίρ. Δουλειά του ήταν άλλωστε να με αποτελειώσει!

Άρπαξα τα ρούχα μου, τα έβαλα γρήγορα κι έτρεξα προς το ιατρείο ελπίζωντας πως ο Τζον δεν μού είχε σπάσει κανένα κόκαλο έτσι σφιχτά που με έσφιγγε. Ευχήθηκα να ήταν εκεί η νοσοκόμα. Αυτή τουλάχιστον αγαπάει πραγματικά τα παιδιά, απ'οτι ο Τζον!

Χτύπησα την πόρτα και μού άνοιξε η καστανόξανθη κοπέλα. Με κοίταξε απορημένη.

«Γεια σου, μικρό μου. Τι σε φέρνει εδώ ντάλα μεσημέρι; Τώρα ετοιμαζόμουν να φύγω.»

Τι της λες τώρα; Την αλήθεια;

«Ξερετε... Έπαιζα τέννις και χτύπησα αλλά δεν ξέρω πού. Δηλαδή... Μπορεί να χτύπησα, μπορεί και όχι. Για τσεκ απ ήρθα.» Η φωνή μου έτρεμε, αλλά δεν μπόρεσα να την συγκρατήσω. Φαινόταν ότι είχα δει που με τρόμαξε! Το κατάλαβε και η νοσοκόμα, αφού με κοίταξε πάνω μέχρι κάτω σαν να μην πίστευε αυτά που της έλεγα.

«Τα μάτια σου λένε άλλο πράγμα. Δεν είναι βλέμμα αυτό κάποιου που απλώς χτύπησε. Μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει.»

Είχα τεντωθεί ολόκληρος σαν σανίδα. Τα χέρια μου που είχαν ιδρώσει είχαν κολλήσει στο παντελόνι μου. Δεν πρέπει να μαθευτεί ο αληθινός Τζον!Δεν πρέπει!

«Δεν θα σε μαλώσω, αγάπη μου. Πες μου τι έγινε. Θα την βρούμε την λύση μαζί!» είπε γλυκά ακουμπώντας το χέρι της στον ώμο μου.

Το ξέρω ότι δεν έπρεπε, αλλά την έσπρωξα όταν με ακούμπησε, έστω και φιλικά. Δεν παραξενεύτηκε όμως. Το αντίθετο μάλιστα μού είπε ότι δεν θα με αγγίξει αν δεν θέλω.

Της τα είπα χαρτί και καλαμάρι. Πως ο Τζον είναι ο πιο αγαπητός δάσκαλος στο σχολείο. Πως όλα τα παιδιά τον αγαπούν, κι όμως πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του είχα. Μού είπε πως τον ήξερε σαν δάσκαλο, αλλά όχι την καλή του φήμη. Κι όταν της είπα για αυτά που μου έκανε, με κοίταζε επίμονα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει.

«Γιατί δεν είπες τίποτα την πρώτη φορά, γλυκό μου; Θα μπορούσες να τον ξεφορτωθείς νωρίτερα.»

«Το είπα στον διευθυντή αλλά δεν έδωσε σημασία! Ήθελα να τα βγάλω πέρα μόνος μου! Σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να μάθουν ποιος είναι πραγματικά ο Τζον, γιατί θα τούς χάλαγα την ωραία εικόνα! Δεν... Δεν ξέρω! Μπορεί να κάνω και λάθος!» ψέλλισα.

Η φωνή μου ράγισε και ξέσπασα σε κλάματα. Δεν άντεχα άλλο... Το μόνο που ήθελα ήταν να πάω σπίτι, να κλειστώ στο δωμάτιό μου και να κλαίω συνέχεια.

«Πουλάκι μου, είναι πολύ σοβαρό αυτό που λες! Απαγορεύεται από τον νόμο! Κανείς δεν επιτρέπεται να κάνει κάτι τέτοιο! Πόσο μάλλον σ'ένα παιδί!» φώναξε θυμωμένη. «Δεν κάνεις λάθος για τον Τζον. Εγώ σε πιστεύω!»

Έκανα μια προσπάθεια να χαμογελάσω, έστω και με δάκρυα.

«Καταλαβαίνω πως ίσως φοβόσουν τις συνέπειες αν επέμενες λίγο περισσότερο. Όπως είπες κι εσύ, όλοι τον θαυμάζουν. Να ξέρεις όμως πως δεν θα την βγάλει καθαρή. Εννοείται πως θα το μάθουν όλοι. Πρέπει να το μάθουν, για να μην υποφέρεις εσύ! Θα φροντίσω λοιπόν να τον καταγγείλω! Την Δευτέρα όμως γιατί μεσολαβεί Σαββατοκύριακο. Στο υπόσχομαι, μικρέ!»

Σαν να έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Σκούπισε τα δάκρυα στα μάγουλά μου ενώ με κοιτούσε με αγάπη. Μού είπε πως θα με αγκάλιαζε να μού δώσει κουράγιο, αλλά είπε να το σεβαστεί μιας και είναι πρόσφατο. Είπε όμως μόλις επιστρέψω στο Wammy's house να το πω στον κηδεμόνα μου. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.

Βρήκα τον Κουίλις στο γραφείο του Ρότζερ. Μιλούσαν δυνατά, αλλά δεν μάλωναν μεταξύ τους. Μάλλον ο Κουίλις κατάλαβε ότι αυτό που ήθελα να του πω ήταν σημαντικό γιατί με το που μπήκα είπε: «τι έγινε αγόρι μου; Όλα εντάξει;» Δεν ήταν όλα εντάξει. Για την ώρα τουλάχιστον.

Τού είπα πως αυτό που ήθελα να πω έπρεπε να το πω μόνο στον ίδιο, κι ότι ήταν λίγο... Αηδιαστικό. —Τι λίγο; Πολύ!— Τέλος πάντων, ζήτησε απ'τον Ρότζερ να βγει από το γραφείο του, κι ότι δεν θα τον καθυστερούσαμε. Εξάλλου ο Ρότζερ εύκολα μαλώνει τα παιδιά, σε σχέση με τον Κουίλις.

Είχα λίγο άγχος, αλλά του το είπα τελικά. Όλα τα είπα. Και για τον Τζον, και για την συζήτηση με την νοσοκόμα. Είχε κι αυτός το ίδιο βλέμμα με εκείνη. Δεν ήξερε τι να πει. Φαινόταν... Σοκαρισμένος. Δεν πρόλαβε όμως να πει τίποτα γιατί ο Ρότζερ βιαζόταν να μπει στο γραφείο του. Δεν είπε τίποτα ούτε κι όταν βγήκαμε έξω. Ούτε καν δε το σχολίασε.

Αργότερα το βράδυ χτύπησε την πόρτα του δωματίου μου. Ήθελε λέει να μού μιλήσει. Δεν ξέρω γιατί ανησύχησα τόσο όταν άκουσα αυτή την πρόταση.

«Πήρε τηλέφωνο απ'το σχολείο μια κυρία που με ζητούσε. Με ρώτησε αν είμαι ο κηδεμόνας ενός παιδιού που λέγεται Λολαϊτ Ελ. Της απάντησα πως ναι, και είπε ότι έψαξε τα στοιχεία σου μέσω της βοήθειας του διευθυντή. Ήθελε να μάθει αν μου είπες για τον Τζον. Είπε επίσης πως θα τον καταγγείλει την Δευτέρα για να έρθει κατευθείαν η αστυνομία στο σχολείο, και να τον δουν να μπαίνει στο περιπολικό. Έτσι είπε ότι θα αποκαλυφθεί εύκολα η αλήθεια.»

Για κάποιον λόγο χτυπούσε η καρδιά μου ενώ τον άκουγα να τα λέει αυτά.

«Ξέρεις, Ελ... Ήθελα να σου ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη.»

«Γιατί; Δεν έκανες τίποτα.»

«Έκανα! Σε άφησα εκτεθειμένο στον κίνδυνο χωρίς να ξέρω τίποτα! Ήταν τόσο προφανές! Έπρεπε να το καταλάβω! Από την αρχή δεν μού γέμιζε το μάτι αυτός ο Τζον, παρόλο που οι άλλοι τον έβλεπαν καλό και χρυσό! Έπρεπε να σε προστατεύσω!»

«Δεν φταις εσύ, Κουίλις. Κανένας μας δεν το ήξερε.»

Σπάνια τον έβλεπα αναστατωμένο. Έτρεμε ολόκληρος...

«Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο πολύ θα τρόμαξες, αγόρι μου... Στα αλήθεια, εγώ φταίω που σου είπα για τους αγνώστους στον δρόμο. Δυστυχώς όμως, Ελ δεν είναι μόνο οι άγνωστοι κακοί. Καμιά φορά είναι και οι γνωστοί. Ακόμα και αυτοί που αγαπάμε! Το μυαλό του ανθρώπου δεν έχει όρια... Ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσο άρρωστο μπορεί να γίνει! Είναι ασυγχώρητο αυτό, Ελ. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις... Είναι ασυγχώρητο!!»

Κοίταξα το πρόσωπό του. Κάτι υγρό έτρεχε στα μάγουλά του. Πρώτη φορά τον έβλεπα να κλαίει. Με αγκάλιασε σφιχτά.

«Είναι στην φύση μας να κάνουμε λάθη... Όμως αυτό το λάθος ήταν χοντρό! Ήταν τελείως αφελές εκ μέρους μου να σε αμελήσω! Δόξα τω θεώ, προλάβαμε τα χειρότερα! Ποιος ξέρει τι άλλο να είχε στο μυαλό του αυτό το κάθαρμα...»

Τον αγκάλιασα κι εγώ με την σειρά μου θέλοντας να τον παρηγορήσω. Ένιωθα περίεργα. Πώς μπορούσε να λέει ότι έφταιγε αυτός; Δεν έφταιγε!

«Αυτή η κοπέλα είναι ο φύλακας άγγελός σου, Ελ! Ευτυχώς... Όλα θα πάνε καλά!»

«Το ξέρω, μπαμπά...»

——

——

«Δευτέρα 16 Μαρτίου 1992»

Κατά τις δέκα και μισή το πρωί είδα απ'το παράθυρο της τάξης να παρκάρει το αυτοκίνητο της αστυνομίας έξω απ'το σχολείο. Τα παιδιά κοίταξαν απορημένα τους αστυνομικούς να βγαίνουν απ'το αμάξι και να χτυπάνε το κουδούνι του σχολείου. Χαμογέλασα. Δεν έβλεπα την ώρα να δω την μούρη του Τζον!

Μετά από λίγα λεπτά, ένας δάσκαλος μπήκε στην τάξη και μού είπε να κατέβω στο γραφείο του διευθυντή. Εκεί είδα τον Τζον με χειροπέδες, κάποιους δασκάλους με απογοητευμένα και θυμωμένα πρόσωπα, και τους αστυνομικούς. Ο Τζον κοιτούσε το πάτωμα.

«Λάβαμε μια καταγγελία σήμερα το πρωί από έναν πολίτη του οποίου η ταυτότητα προτίμησε να μείνει ανώνυμη. Ανέφερε όμως πως γίνονται άρρωστα πράγματα σ'αυτό το σχολείο.» είπε ο ένας αστυνόμος.

«Ακριβώς, αγαπητέ συνάδελφε. Πως ο Τζον Κόντον δουλεύει σε αυτό το σχολείο ως δάσκαλος και μάλιστα με καθόλου καλές προθέσεις για τα παιδιά!» είπε κι ο άλλος αστυνόμος και στράφηκε προς τους δασκάλους.

«Αγαπητοί, κύριοι ο άνθρωπος που ισχυρίζεστε ότι είναι ο πιο αγαπητός δάσκαλος στο σχολείο, σας δηλώνω επίσημα πως ο Κόντον καταζητείται εδώ και πολύ καιρό για εμπόριο οργάνων, βιασμό, απαγωγή και μαζοχισμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε στο τμήμα, το πραγματικό του όνομα είναι Τζον Ντάμερ κι άλλαξε την ταυτότητά του με την δικαιολογία ότι έχασε την παλιά. Προφανώς αν σας έδινε το πραγματικό του επίθετο δεν θα τον προσλαμβάνατε, γιατί πολύ απλά θα είχατε ψάξει το ιστορικό του. Χαιρόμαστε πολύ που επιτέλους τον έχουμε στα χέρια μας, εφόσον καταζητείται εδώ και πέντε χρόνια.»

«Στάθηκε άτυχος όμως, γιατί το θύμα του είναι ένα πανέξυπνο αγόρι που κατάλαβε αμέσως ότι αυτό που τού συνέβη είναι ακατάλληλο για την ηλικία του.» είπε και με έδειξε.

«Γιατί Τζον, γιατί;» φώναξε μια δασκάλα που έκλαιγε.

«Δεν είσαι άνθρωπος εσύ, είσαι τέρας!»

«Δεν έχεις φιλότιμο, ψυχάκια!» φώναξε ένας άλλος δάσκαλος.

«Να σαπίσεις στην φυλακή, ζώον!»

Τι παράξενο. Ήταν λες κι έβλεπα ταινία. Ξαφνικά από δάσκαλοι έγιναν ηθοποιοί.

«Ηρεμήστε παρακαλώ. Έχουμε δει και χειρότερα στην διάρκεια της καριέρας μας, έτσι δεν είναι Οσβαλντ;»

«Εννοείται, Τζέραλντ! Κι εξάλλου δεν είναι μόνο ο μικρός θύμα. Είναι και ο διευθυντής, οι δάσκαλοι και τα παιδιά. Όλοι ξεγελάστηκαν από το παρουσιαστικό του.» είπε ο αστυνομικός που κρατούσε με χειροπέδες τον Τζον. Ύστερα γύρισε και με κοίταξε.

«Πώς σε λένε, μικρέ;»

«Ελ» απάντησα. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

«Εννοείς "Έλλιοτ". Χαϊδευτικό δεν είναι;»

«Όχι, Ελ με λένε.

«Σκέτο;»

«Ελ Λολάιτ.»

Ξανακοιτάχτηκαν μπερδεμένοι. «Τέλος πάντων, δεν έχει αποφασιστεί ακόμα η δίκη. Ίσως γίνει την επόμενη μέρα, ή το πολύ την μεθεπόμενη. Δεν υπάρχει περίπτωση να καθυστερήσει το δικαστήριο.»

«Ελ, αγόρι μου είσαι σίγουρος;» ρώτησε η δασκάλα που έκλαιγε. «Είσαι σίγουρος εκατό τοις εκατό; Μπορεί να είναι απλή παρεξήγηση!»

Δεν πρόλαβα να της απαντήσω και της φώναξε ο πρώτος αστυνόμος.

«Σιωπή εσύ! Οι αποδείξεις είναι τρανταχτές! Πού ακούστηκε να αμφισβητούν ένα παιδί;»

——

——

«Πέμπτη 19 Μαρτίου 1992»

Η δίκη έγινε χτες. Είχαμε φτάσει ακριβώς 18:27 στο δικαστήριο με τον Κουίλις. Τρία λεπτά πριν ξεκινήσει η δίκη. Μόλις το ψηφιακό ρολόι έδειχνε και 30 θα ξεκινούσε αμέσως η υπόθεση του Τζον χωρίς καμία καθυστέρηση. Έκατσα δίπλα στους άλλους μάρτυρες που ήταν πρώην θύματα, κι ο Τζον καθόταν λίγα μέτρα μακριά μας. Δεν με κοιτούσε στα μάτια. Όλοι οι μάρτυρες είπαν το ίδιο πράγμα: Πως ο Τζον παρουσίαζε το καλύτερό του εαυτό για να βρει θύματα. Ακούστηκε αυτό που είχαν πει οι αστυνόμοι πριν λίγες μέρες ότι ο Τζον είχε κάνει «εμπόριο οργάνων» και «μαζοχισμό» Δεν ξέρω τι σημαίνει, αλλά φαντάζομαι πως ούτε αυτό δεν είναι φιλικό παιχνίδι. Θα ρωτήσω τον Κουίλις κάποια στιγμή.

Όπως και να'χει, ο Τζον τώρα καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλάκισης. Μόλις το άκουσα αυτό, ακούμπησα την παλάμη μου στο στήθος μου και αναστέναξα. Δεν κινδυνεύω πια...

Όταν όμως γυρίσαμε στο ορφανοτροφείο πρόσεξα κάτι πολύ παράξενο και χαριτωμένο ταυτόχρονα. Μπήκα στο δωμάτιό μου κι όταν κοίταξα προς το κλουβί του Τσίφτη, το σπουργιτάκι φαινόταν να κάνει κάτι στο κρεβατάκι του, σαν να τσιμπάει με το ράμφος του. Πλησίασα και κατάλαβα πως δεν τσιμπούσε αλλά... Τάιζε. Όχι ένα, ούτε δύο, αλλά έξι νεογέννητα πουλάκια.

Στην αρχή αθόμουν και τα κοίταζα. Προσπαθούσα να καταλάβω πώς και έγινε κάτι τέτοιο. Από πού ήρθε το θηλυκό πουλί; Όχι πως ήξερα ότι ο Τσίφτης είναι αρσενικό. Είχα ξεχάσει να ρωτήσω εκείνον τον γιατρό. Απλά έτσι τον έβγαλα. Μετά όμως πρόσεξα τα κομμάτια από τα αυγά απ'όπου ήρθαν τα νεογέννητα σπουργιτάκια. Είχαν μαζευτεί γύρω απ'τον Τσίφτη και έπαιρναν το φαγητό που τους έδινε.

Λίγες μέρες πριν τον αγώνα τον ξαναπήγα στον πτηνίατρο να τον ελέγξει. Είπε πως θα χρειαστεί λίγο χρόνο ακόμα, κι ύστερα μού έδωσε κάτι αντιβιοτικά. Στο μεταξύ, ο Κουίλις ήξερε για το πουλάκι και με άφησε να το κρατήσω.

Εκείνη την ώρα θυμήθηκα ότι τώρα τελευταία ανοίγω συχνά το παράθυρο γιατί μπήκε άνοιξη και κάνει ζέστη. Ίσως μπήκε μέσα κάποιο αρσενικό και έκανε παιδιά με την... Τσίφτενα. Θα πέρασε καμιά 'βδομάδα κι ύστερα θα γέννησε. Σήμερα είχα ξαναφήσει το παράθυρο ανοιχτό γι'αυτό και μάλλον βγήκε και βρήκε φαγητό για τα μικρά της. Οπότε η φτερούγα της είναι μια χαρά. Λογικά...

Ένιωσα μια ζεστασιά ενώ τα άκουγα που έκαναν το λεπτό τους τιτίβισμα. Μπορεί να ήταν και το πρώτο. Ακόμα δεν είχαν βγάλει φτερά. Τι όμορφη που είναι η φύση!

«Να τα χαίρεσαι τα παιδιά σου... Ε... Τσίφτενα!» της είπα και γέλασα. Χαϊδεψα το κεφαλάκι της και συνέχισα να την παρακολουθώ.

Και μιας και η φτερούγα της έγινε εντελώς καλά, αύριο θα τους φτιάξω φωλιά σε κάποιο δέντρο στην αυλή, να τους έχουμε γείτονές μας. Για τώρα όμως θα πάω για ύπνο γιατί δεν με βλέπω να σηκώνομαι απ'το κρεβάτι!